Πάλαιρος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Πάλαιρος Αιτωλοακαρνανίας)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 38°46′51.33″N 20°52′42.59″E / 38.7809250°N 20.8784972°E / 38.7809250; 20.8784972

Πάλαιρος
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Πάλαιρος
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα
ΔήμοςΑκτίου - Βόνιτσας
Γεωγραφία και στατιστική
ΝομόςΑιτωλοακαρνανίας
Υψόμετρο20
Πληθυσμός2.039 (2001)
Άλλα
Παλαιά ονομασίαΖαβέρδα, Κεκροπία
Ταχ. κωδ.300 12
Τηλ. κωδ.26350

Η Πάλαιρος είναι κωμόπολη του δήμου Ακτίου- Βόνιτσας, έδρα του πρώην δήμου Κεκροπίας (Μετέπειτα Παλαίρου) της πρώην επαρχίας Ξηρομέρου του Νομού Αιτωλοακαρνανίας. Έχει πληθυσμό σύμφωνα με την απογραφή του 2001, 2.474 κατοίκους. Παρουσιάζει ελαφριά αύξηση του πληθυσμού τα τελευταία χρόνια καθώς, το 1971 αριθμούσε 1.873 κατοίκους, και το 1981 ήταν 2.039 κάτοικοι. Η Πάλαιρος βρίσκεται βορειοδυτικά του Μεσολογγίου σε απόσταση 100 χιλιόμετρα, επί της ανατολικής ακτής του ομώνυμου όρμου (Όρμος Παλαίρου) και σε υψόμετρο 20 μέτρων. Μέχρι το 1928 ονομαζόταν Ζαβέρδα [1]

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παράκτια ζώνη βρέχεται από το Ιόνιο πέλαγος ενώ η ενδοχώρα συνορεύει με τους Δήμους: Ανακτορίου, Αλυζίας, Μεδεώνων. Σε μικρή απόσταση από τις ακτές του Δήμου εκτείνονται τα νησιά: Λευκάδα, Κάλαμος, Μεγανήσι κ.α. Η γεωγραφική δομή της περιοχής του Δήμου Παλαίρου παρουσιάζει μια ποικιλία. Περιλαμβάνει: παράκτιες ζώνες, αρμυρόβαλτους, πεδινές εκτάσεις, δάση, ορεινούς όγκους, λίμνες. Στο Δήμο υψώνεται ο ορεινός όγκος του Σέρεκα (1171μ.), ο οποίος αποτελεί έναν από τους τρεις μεγάλους όγκους των Ακαρνανικών ορέων, ακόμα υπάρχουν και άλλα μεγάλα και μικρά βουνά. Ενδιαφέρον ακόμη παρουσιάζει η παράκτια ζώνη με τις βραχώδεις ακτές προς την πλευρά του Ιονίου η λιμνοθάλασσα που βρίσκεται ανάμεσα στον Δήμο και στη Λευκάδα, οι αρμυρόβαλτοι λίμνη Βουλκαριά.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημαντικότερη θέση στην περιοχή είναι η Αρχαία Πόλη της Παλαίρου, η οποία βρισκόταν στη σημερινή Κεχροπούλα στα Νοτιοανατολικά της Χερσονήσου. Η Πόλη θεωρείται ότι υπήρχε από τη Μυκηναϊκή περίοδο.
Απόδειξη γι' αυτό είναι τα τείχη της Πόλης που τμήμα της ανήκει στην 2η χιλιετηρίδα π.χ.. Η κατασκευή των τειχών εναλλάσσεται ανάμεσα σε Τραπεζιόσχημα και Πολυγωνικό σύστημα και το σύνολό τους ανήκει σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Το αρχαιότερο τμήμα του τείχους ανάγεται στη Μυκηναϊκή περίοδο. Το λιμάνι της Αρχαίας Παλαίρου βρισκόταν στη θέση της σημερινής Πογωνιάς, στο Νοτιοανατολικό τμήμα της Χερσονήσου, όπου έχουν εντοπιστεί λείψανα των λιμενικών εγκαταστάσεων Ανατολικά του χωριού.
Αν τοποθετηθούμε γύρω στην 2η χιλιετερίδα π.Χ. θα παρατηρήσουμε ότι η χερσόνησος της σημερινής Πλαγιάς ήταν αυτόνομο νησί. Η Πλαγιά βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο του Ν. Αιτωλ/νίας και χωρίζεται από τη Λευκάδα με διώρυγα που αρχικά κατασκεύασαν οι Κορίνθιοι το 600 π.Χ. περίπου, με σκοπό να βελτιώσουν την επικοινωνία του Βορείου Ιονίου πελάγους με τον Πατραϊκό κόλπο. Το κανάλι αυτό απέκοψε το σημερινό νησί από την Αιτωλοακαρνανία, με την οποία ενωνόταν με μια σειρά από βάλτους και νησίδες.

Υπέρ του ισχυρισμού περί της νήσου Πλαγιάς συνηγορεί το γεγονός της υψομετρικής διαφοράς του κάμπου της Παλαίρου που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας με έδαφος αμμουδερό, όπου υπήρχε θάλασσα με την οποία ήταν αποκομμένη η χερσόνησος στην οποία βρίσκεται η σημερινή Πλαγιά από την υπόλοιπη Αιτωλοακαρνανία με τέναγος το οποίο εξετείνετο από τον όρμο της σημερινής Παλαίρου μέχρι του όρμου του Αγίου Νικολάου Βόνιτσας. Κατάλοιπο της λιμνοθάλασσας η Λίμνη Βουλκαριά η συνδεόμενη και σήμερα με τάφρο προς τη θάλασσα. Η άποψη ότι η Πλαγιά ήταν νησί κατά τα Ομηρικά χρόνια πυροδοτεί θεωρίες για την οποία ήταν η γεωγραφική τοποθέτηση της Ομηρικής Ιθάκης.

Ο Γερμανός ερευνητής Dorpfeld, όσον αφορά τη Χερσόνησο της Πλαγιάς, την κατατάσσει στο χώρο της γεωγραφικής ενότητας της Ομηρικής Ιθάκης ( Ομήρου ω 353 ) και την πόλη της Αρχαίας Παλαίρου την ταυτίζει με την Ομηρική Νήρικο, ενώ για την κλασική Νήρικο θεωρεί ότι βρισκόταν στο λόφο του Αγίου Γεωργίου, όπου υπάρχει σήμερα το Κάστρο του Αγίου Γεωργίου.

Οι απόψεις των μελετητών διίστανται όσον αφορά την τοποθέτηση της Ομηρικής Ιθάκης και πολλές είναι οι θεωρίες που έχουν αναπτυχθεί. Κατά τον Γερμανό Dorpefld, η χερσόνησος της Πλαγιάς, η οποία ήταν αρχικά νήσος, θεωρείται ότι ήταν η Ομηρική χώρα των Κεφαλλήνων, όπου βρισκόταν η πόλη Νηρίκος, την οποία είχε εκπορθησεί ο Λαέρτης και προσαρτήθηκε στην Ιθάκη, ενώ οι Κεφαλλήνες έγιναν πολεμιστές του Οδυσσέα. Στη Χερσόνησο της Πλαγιάς, κατά αυτήν την άποψη, η οποία χρησιμοποείται και σήμερα όπως και στην αρχαιότητα ως βοσκότοπος δύναται ο Οδυσσέας να είχε τις αγέλες των χοίρων, προβάτων, βοών, αιγών. Για τον Βουκόλο Φιλοίτιο πληροφορεί ο ποιητής ότι έμενε στον Δήμο Κεφαλλήνων. Οι Κεφαλλήνες έμεναν κατά την εποχή του Οδυσσέα στη απέναντι ηπειρωτική ακτή, και οι αγέλες του Οδυσσέα όπως γνωρίζουμε κατά τον Οδυσσέα (ξ, 100 και υ, 210) ευρίσκοντο επί της χερσονήσου της Στερεάς και συγχρόνως στην περιοχή των Κεφαλλήνων. Στο Κέντρο περίπου της Χερσονήσου της Πλαγιάς στη θέση Στέρνα υπήρχε φρούριο, που έλεγχε οπτικά την περιοχή προς Βορειοδυτικά και Νοτιανατολικά.

Αρχαία Πάλαιρος, η κύρια πύλη στη Ν.Δ. πλευρά.

Το φρούριο είχε κατασκευαστεί στα μέσα του 5ου αιώνα και κατά μια άποψη ταυτίζεται με την Αρχαία Πόλη Σόλλιον, αποικία των Κορινθίων. Σήμερα στη θέση αυτή σώζονται ερείπια και οι απόψεις των Ιστορικών για το φρούριο της Στέρνας αν εκεί υπήρχε κάποια μεγάλη αρχαία πόλη και ποια ήταν αυτή διίστανται. Άλλοι τοποθετούν το Σόλλιο, άλλοι τοποθετούν τη Νήρικο και άλλοι τοποθετηθούν στη Στέρνα άλλη αρχαία πόλη με τεράστια δύναμη. Υπέρ αυτής της γνώμης συνηγορεί το γεγονός της θέσης στην οποία βρίσκεται το φρούριο, απ' την οποία μπορεί κανείς να έχει τον έλεγχο μιας τεράστιας γεωγραφικής περιοχής. Το Σόλλιον ήταν ένας ναυτικός σταθμός της Κορίνθου που εκυριεύθει κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο από τους Αθηναίους και σύμφωνα με το Θουκυδίδη (430 π.Χ.) περιήλθε στην κατοχή των Παλαιραίων-Ακαρνάνων. Τα ενδιαφέροντα των Αθηναίων από το 454 π.Χ.,οδηγούν σε συγκρούσεις, στις οποίες εμπλέκονται οι Ακαρνανικές πόλεις τον 5ο αι. π.Χ.. Η Ακαρνανία στον πελοποννησιακό πόλεμο βρίσκεται στο πλευρό των Αθηναίων και προς τα τέλη του 5ου αι. κερδίζει δύναμη.

Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βόρεια της πόλεως της Παλαίρου απλώνεται η Λίμνη Βουλκαριά, η Λίμνη Μυρτούντιον κατά τον Στράβωνα. Λίμνη πιθανόν κατάλοιπο της λιμνοθάλασσας που κατέκλειε την έκταση της σημερινής πεδιάδας της Παλαίρου κατά τα Ομηρικά χρόνια. Η λιμνοθάλασσα αυτή ήταν κατά την παράδοση σωτήρας της Βασίλισσας Κλεοπάτρας, όταν κατά τη Ναυμαχία του Ακτίου κυνηγημένη από τους διώκτες της πέρασε εύκολα με τα πλοία της από το ρηχό αύλακα της Παλαίρου. Ανάμνηση του παραπάνω περάσματος της Βασίλισσας της Αιγύπτου αποτελεί η διατήρηση της Επωνυμίας του αρχαίου περάσματος ως "Μόλος της Κλεοπάτρας".

Μετά τη νίκη των Ρωμαίων στο Άκτιο το 31 π.Χ., χάνονται τα ίχνη της αρχαίας Παλαίρου και Ιστορικά αυτό αποδίδεται στην ίδρυση της Νικοπόλεως μετά τη Ναυμαχία του Ακτίου. Η ίδρυση της Νικοπόλεως το 30 π.Χ. είναι σημαντικό γεγονός για την κατανομή των πληθυσμών και την οικονομία σε ολόκληρη την Αιτωλοακαρνανία. Οι γύρω πόλεις χάνουν σημαντικό μέρος του δυναμικού τους, με αποτέλεσμα να μετατραπούν σε περιοικίδες πόλεις της νέας Μητρόπολης, έτσι η Ακαρνανία γίνεται territorioum της νέας αυτής πόλης. Επί Τραιανού ολόκληρη η Ακαρνανία υπάγεται στη αυτοκρατορική επαρχία της Ηπείρου, που είχε έδρα τη Νικόπολη. Αργότερα, η Νικόπολη ανακηρύσσεται έδρα της Επαρχίας Παλαιάς Ηπείρου από τον Διοκλητιανό, στην οποία περιλαμβάνεται και η σημερινή Αιτωλοακαρνανία. Έκτοτε όλη η Αιτωλοακαρνανία ακολουθεί τις τύχες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στην οποία ανήκε. Με την ερήμωση της Ακαρνανίας και την υποχρεωτική μετακίνηση των πληθυσμών στην Νικόπολη, το τοπωνύμιο της Παλαίρου παύει να χρησιμοποιείται.

Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περίοδος των Μεγάλων Μεταναστεύσεων θεωρείται ότι ξεκίνησε το 375 μΧ και έληξε το 568 μΧ. Ο όρος Μεγάλες Μεταναστεύσεις αναφέρεται στο σημαντικό ρόλο που έπαιξαν οι εισβολές μη Ρωμαϊκών λαών, ιδίως των Φράγκων, των Γότθων, των Αλαμαννών, των Αλανών, των Ούννων, των Πρώιμων Σλάβων και των Αβάρων στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Κατά τον μεσαίωνα η περιοχή της σημερινής Παλαίρου άρχισε να κατοικείται ξανά από Σλάβους και Βλάχους νομάδες που ποιμένευαν σε όλον τον Ελλαδικό χώρο εκείνη την περίοδο. Οι πηγές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αποκαλούν τους Σλάβους με τις παραλλαγές Σκλάβοι, Σκλαβηνοί και Σλαβηνοί.[2] Από τον 10ο αιώνα και μετά τα κυρίως χωριά που εμφανίζονται στην περιοχή είναι τα Σκλάβαινα (τα λεγόμενα σήμερα Παλιά Σκλάβαινα) και ο οικισμός Ζαβέρδα/Ζαβέρδες (γνωστό σήμερα ως Παλιοχώρι). Οι Ζαβέρδες ήταν διάσκορποι οικισμοί που βρισκόταν κοντά στην Ιερά Μονή του Αγίου Δημητρίου, στις πλαγιές του όρους Τσιρικά (Σερέκα). Το όνομα Ζαβέρδα πρόκειται για σύνθεση του σλαβικού προθέματος Za (εξ ου και Za-greb , Ζα-γόρι, Ζα-πάντι, Ζά-βιτσα, Ζά-λογγο, αλλά και Πρέβε-ζα), που θα πει «πίσω από» ή «στα πλάγια» και τού βλάχικου -βέρδα-, που προέρχεται από το λατινικό verde, το οποίο σημαίνει πράσινο ή κήπος. Η λέξη Ζαβέρδα ενδεχομένως να σημαίνει «πράσινη πλαγιά», περιγράφει δηλαδή το Παλιοχώρι. [3]

Λατινοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εδαφική επέκταση στην ελληνική ενδοχώρα επί Καρόλου Α΄ Τόκκου.

Όταν η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Βυζαντινή Αυτοκρατορία) έχασε τα εδάφη της από τους Λατίνους, η Ζαβέρδα πέρασε από πολλαπλές διοικήσεις (Λατίνους, Φράγκους, κτλ). Το 1360 μΧ οι Αλβανικοί οίκοι των Μπούα, Σπάτα και Λιόσα κατακτούν όλο τον δυτικό ηπειρωτικό Ελλαδικό χώρο και δημιουργούν τα Δεσποτάτα της Άρτας και του Αγγελόκαστρου. Η Ζαβέρδα (Παλιοχώρι) αναφέρεται στο Χρονικό των Τόκκων στο οποίο διηγείται η ιστοριά του Λομβαρδικής καταγωγής Οίκου Τόκκο που επικράτησε στον δυτικό Ελλαδικό χώρο μετά από διαμάχες με τους Αλβανικούς οίκους των Μπούα, Σπάτα και Λιόσα. Ο Οίκος Τόκκο κυβέρνησε τον τόπο για μεγάλο διάστημα από τον 14ο αιώνα μέχρι την κατάκτηση του Ελλαδικού χώρου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ολόκληρη η σημερινή περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας ονομάστηκε Κάρλελι (Γη του Καρόλου) από τον γενάρχη του Οίκου Τόκκο, τον Κάρολο Α΄ Τόκκο. Το Χρονικό των Τόκκων αναφέρει για την Ζαβέρδα ότι το 1399 μΧ: «οι άνδρες του Τόκκο λεηλάτησαν τα περίχωρα της Ζαβέρδας και συνέλαβαν αιχμαλώτους και ο δούκας χάρηκε πολύ όταν είδε την ευτυχή έκβαση της πρώτης του επίθεσης».

Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέκτησε την Άρτα από τον Οίκο Τόκκο το 1449 και η σημερινή περιοχή της Ακαρνανίας περιελήφθη στην επελαύνουσα αυτοκρατορία ως σαντζάκι, πλέον, με την ονομασία Κάρλελι. Η κατάκτηση της περιοχής από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ολοκληρώθηκε το 1479 με την κατάληψη της Βόνιτσας. Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, η Ζαβέρδα αναφέρεται ως τόπος εισαγωγής και εξαγωγής προϊόντων από και προς την απέναντι Λευκάδα, που βρισκόταν υπό Βενετική κυριαρχία. Όλη η περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας συνεχίστηκε να ονομάζεται Κάρλελι από τους Οθωμανούς και τους ντόπιους κατοίκους μέχρι το τέλος της Ελληνικής Επανάστασης. Το σαντζάκι (επαρχία) του Κάρλελι ιδρύθηκε το 1475 και περιλάμβανε έξι καζάδες (υποεπαρχίες): Αγίας Μαύρας (Λευκάδα), Βόνιτσα, Ενκιλί Καστρί (Αγγελόκαστρο), Εξιμέρε (Ξηρόμερο), Άλτο (Βάλτος), και Ιμραχόρ (Βραχώρι, σημ. Αγρίνιο).

Στην περιοχή «ποταμάκι» στον κόλπο του Όρμου Παλαίρου, το μικρό τουρκικό γεφύρι στην ξερή του κοίτη πιθανόν να χτίστηκε την εποχή τού Βαγιαζήτ Βʼ (15ος αι.), οπότε χρηματοδοτήθηκαν πολλά δημόσια έργα στη δυτική Ελλάδα ή μεταξύ 16ου -17ου αι., εποχή, μεγάλων έργων γεφυροποιίας στην Ήπειρο. Στην Ζαβέρδα η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατηρούσε ομάδα στρατιωτών, ενώ στον διπλανό οικισμό των Σκλαβαίνων μέχρι σήμερα υπάρχουν τα ερείπια του μιναρέ του τοπικού τζαμιού, πράγμα που μαρτυρεί μόνιμη κοινότητα μουσουλμάνων στην περιοχή.

Η περιοχή έχει να επιδείξει πολλές εκκλησίες και παρεκκλήσια. Ξεχωρίζει η Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου που βρίσκεται στην Πάλαιρο και χτίστηκε περίπου τον 16ο αιώνα. Το καθολικό της εκκλησίας είναι μονόχωρη λιθόκτιστη και με ημικυκλική αψίδα και δίρριχτη κεραμιδωτή στέγη.

Ελληνική Επανάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την διάρκεια της Επανάστασης του 1821 οι αδερφοί Μήνιος και Στάθης Κατσικογιάννης προερχόταν από τη Ζαβέρδα.

Σύγχρονη Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Παλιοχώρι εγκαταλείφθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα μετά την μετεγκατάσταση των κατοίκων στην σημερινή τοποθεσία της Ζαβέρδας και μόνο ερείπια των παλιών κατοικιών παραμένουν. Το 1928 η Ζαβέρδα μετονομάστηκε σε Πάλαιρος. Οι λόγοι που οδήγησαν στις μαζικές μετονομασίες των χωριών της Ελλάδας κατά αυτήν την περίοδο ήταν διάφοροι. Βασικότερος, ήταν η ξενική προέλευση ενός τοπωνυμίου (κυρίως τουρκική, αλβανική και σλαβική). Με τον καιρό οι γειτονικές κοινότητες θα μετονομαστούν από Ζάβιτσα σε Αρχοντοχώρι, από Βόνιτσα σε Ανακτόριο, από Καρβασαρά σε Αμφιλοχία, από Δραγαμέστο σε Αστακό, κτλ. [4]

Μνημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κυριότερα μνημεία που σώζονται σήμερα στη περιοχή είναι:

  • Το Κάστρο της Κεχροπούλας. Σώζεται ένας πυλώνας ο διπλός περίβολος της Αρχαίας Ακαρνανικής Πόλης και επίσης έχουν διασωθεί λείψανα αρχαίων οικοδομημάτων.
  • Ο Αρχαιολογικός χώρος της Στέρνας, που βρίσκεται κοντά στην Παλιά Πλαγιά.
  • Τα Καστέλια της Πλαγιάς, που μάλλον αποτελούσαν τμήμα του οχυρωματικού συγκροτήματος της Στέρνας.
  • Το Κάστρο του Γρίβα στη Περατιά.
  • Το Ενετικό Κάστρο της Πλαγιάς με την ονομασία Άγιος Γεώργιος που χτίστηκε στα τέλη του 17ου αιώνα και έχει κηρυχθεί διατηρητέο από το 1998. Στο λόφο που είναι κτισμένο το Κάστρο τοποθετεί ο Dorpfeld την κλασσική Νήρικο.
  • Το Αρχοντικό του Γρίβα στη Περατιά.
  • Το Αρχοντικό του Ράγκου στην Πάλαιρο.
  • Το Παλιοχώρι της Πογωνίας και το παλιό χωριό της Πλαγιάς, όπου σώζονται οικοδομήματα των παλιών αυτών οικισμών. Στην περιοχή υπάρχουν κάποιες σπηλιές οι οποίες είναι ανεξερεύνητες.

Η περιοχή έχει να επιδείξει πολλές εκκλησίες και παρεκκλήσια. Ξεχωρίζει η Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου βρίσκεται στην Πάλαιρο και χτίστηκε περίπου τον 16ο αιώνα. Το καθολικό της εκκλησίας είναι μονόχωρη λιθόκτιστη και με ημικυκλική αψίδα και δίρριχτη κεραμιδωτή στέγη. Επίσης, το Μοναστήρι της Παναγίας της Ρόμβη βρίσκεται στο Βάτο, είναι ρυθμού βασιλικής μονόκλιτη και πλακοσκέπαστη. Θεωρείται ότι χτίστηκε 100 χρόνια μετά την Άλωση της Πόλης.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πανδέκτης, Μετονομασίες
  2. [Ελένη Στεργιοπούλου, Εισαγωγή στη Σλαβική Φιλολογία I-Σημειώσεις, Ε.Κ.Π.Α. τμ. Σλαβικών Σπουδών, Αθήνα 2011-2012, σελ. 14,υποσ.8]
  3. [1]
  4. [2]