Πάβελ φον Ρένενκαμπφ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πάβελ φον Ρένενκαμπφ
Paul-von-Rennenkampf-1.jpg
Ο Πάβελ φον Ρένενκαμπφ
Γέννηση 29 Απριλίου 1854
Κονούβερε, Κυβερνείο της Εσθονίας (Ρωσική Αυτοκρατορία)
Θάνατος 1 Απριλίου 1918
Ταγκανρόγκ, Ρωσική Αυτοκρατορία
Βαθμός Στρατηγός
Διοικήσεις Ρωσικός Αυτοκρατορικός Στρατός
Μάχες/πόλεμοι Εξέγερση των Μπόξερς
Ρωσοϊαπωνικός Πόλεμος
Α' Παγκόσμιος Πόλεμος

Ο Πάβελ φον Ρένενκαμπφ (ρωσ. Павел Карлович фон Ренненкампф, 29 Απριλίου 18541 Απριλίου 1918) ήταν Ρώσος στρατηγός, που υπηρέτησε στον Αυτοκρατορικό Στρατό της Ρωσίας για 40 χρόνια.

Βιογραφικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρένενκαμπφ, γερμανικής καταγωγής, γεννήθηκε το 1854 στο Κονούβερε της Εσθονίας. Κατατάχθηκε στον Αυτοκρατορικό Ρωσικό Στρατό στην ηλικία των 19 και φοίτησε στη Σχολή Πεζικού του Ελσίνκι. Ξεκίνησε την καριέρα του στο 5ο Σύνταγμα Λογχοφόρων της Λιθουανίας. Αποφοίτησε από την Ακαδημία του Γενικού Επιτελείου στην Αγία Πετρούπολη το 1882. Υπηρέτησε ως κατώτερος αξιωματικός στο 14ο Σώμα Στρατού μέχρι το 1884 και στη Στρατιωτική Περιοχή της Βαρσοβίας και στη Στρατιωτική Περιοχή του Καζάν μέχρι το 1886. Ήταν βοηθός στο επιτελείο των Κοζάκων του Ντον από τον Μάρτιο του 1888, αξιωματικός επιτελείου του 2ου Σώματος Στρατού από τον Οκτώβριο του 1889 και Αρχηγός Επιτελείου του Οχυρού Οσοβέτς από τον Μάρτιο του 1890. Το ίδιο έτος προήχθη σε Συνταγματάρχη. Τον Νοέμβριο του 1899, ως Αρχηγός Επιτελείο της Περιοχής της Βαϊκάλης, προήχθη σε Υποστράτηγο.

Ο Ρένενκαμπφ διοικούσε τέσσερα τάγματα ιππικού, δύο εκατοντάδες Κοζάκων και δύο πυροβολαρχίες κατά τη διάρκεια της Εξέγερσης των Μπόξερς το 1900-01 και ήταν υπεύθυνος για την κατάληψη του Τσιτσιχάρ και του Κιρίν στη Μαντζουρία, καθώς και την απώθηση οποιασδήποτε απειλής από την πλευρά των Μπόξερς στο Χαρμπίν και στον Κινέζικο Ανατολικό Σιδηρόδρομο. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας, έλαβε τα παράσημα του Τάγματος του Αγίου Γεωργίου Γ΄ και Δ΄ Τάξεως.

Μετά την εξέγερση, ο Τσάρος πρότεινε στον Ρένενκαμπφ να αναλάβει τη διοίκηση της Αυτοκρατορικής Φρουράς, αλλά ο τελευταίος (προς έκπληξη του Τσάρου) αρνήθηκε. Τότε ορίστηκε Διοικητής της 1ης Ανεξάρτητης Ταξιαρχίας Ιππικού, θέση που κατείχε μέχρι το 1904.

Ρωσοϊαπωνικός Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Φεβρουάριο του 1904, μετά την έναρξη του Ρωσοϊαπωνικού Πολέμου, ο Ρένενκαμπφ ορίστηκε Διοικητής της Μεραρχίας Κοζάκων της Βαϊκάλης.[1] Προήχθη σε Αντιστράτηγο τον Ιούλιο του 1904 και τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια της μάχης στο Πέρασμα Μοτιέν (10 Ιουλίου 1904), στην προσπάθεια του να βοηθήσει τον Αντιστράτηγο Φιόντορ Κέλλερ να σταματήσει την προώθηση της 1ης Ιαπωνικής Στρατιάς.[1] Παρέμεινε στο νοσοκομείο μέχρι τη μάχη του Λιαογιάνγκ (Αύγουστος/Σεπτέμβριος 1904).[1] Τον Οκτώβριο του 1904 διοικούσε το ιππικό κατά τη διάρκεια της μάχης του Σάχο και ένα σώμα κατά τη διάρκεια της μάχης του Μουκντέν (Φεβρουάριος/Μάρτιος 1905). Στο Μουκντέν, αντικατέστησε τον Υποστράτηγο Μιχαήλ Αλεξέγιεβ στη διοίκηση της αριστερής πτέρυγας της ρωσικής παράταξης και προσπάθησε να σταθεροποιήσει την κατάσταση.[1] Ωστόσο, μετά τη μάχη του Μουκντέν, ο Στρατηγός Αλεξάντερ Σαμσόνοβ κατηγόρησε τον Ρένενκαμπφ πως απέτυχε να τον βοηθήσει στη μάχη και οι δύο αξιωματικοί έγιναν εχθροί.

Αποκατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο, ο Ρένενκαμπφ αποκαταστάθηκε εν μέρει ασχολούμενος με τους επαναστάτες στη Σιβηρία ως Διοικητής του 7ου Σιβηρικού Σώματος Στρατού. Η κατάπνιξη της εξέγερσης στη Δημοκρατία της Τσιτά και η ανακατάληψη του Σιδηροδρόμου της Βαϊκάλης σήμαναν την προαγωγή του σε Στρατηγό τον Δεκέμβριο του 1910 - ωστόσο, τα επόμενα έτη, οι επαναστάτες τον έθεσαν στόχο δολοφονίας αρκετές φορές.[1] Από το 1912 ήταν Υπασπιστής Στρατηγός και Αρχηγός Επιτελείου στη Στρατιωτική Περιοχή του Βίλνο.

Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ρένενκαμπφ ανέλαβε τη διοίκηση της 1ης Στρατιάς κατά τη διάρκεια της εισβολής στην Ανατολική Πρωσία,[1] προωθούμενος από τα βορειοανατολικά. Η συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της μάχης του Τάτενμπεργκ, ιδίως η αδυναμία του να συνεργαστεί με τη 2η Στρατιά του Αλεξάντερ Σαμσόνοβ, είχε ως αποτέλεσμα να πέσει στη δυσμένεια του Στρατηγού Γιάκοβ Ζιλίνσκι (Διοικητή του Τομέα της Ανατολικής Πρωσίας), ενώ άλλοι αξιωματικοί προσπάθησαν να τον απομακρύνουν από τη διοίκηση.

Μετά τη σχετική επιτυχία στη μάχη του Γκούμπιννεν στα μέσα Αυγούστου, την αποτυχία στην πρώτη μάχη των λίμνων Μαζούρ τον ίδιο μήνα, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την υποχώρηση των Ρώσων από την Ανατολική Πρωσία, και τη Μάχη του Λότζ τον Νοέμβριο του 1914, ο Ρένενκαμπφ απολύθηκε λόγω της ανικανότητας του και η ζωή του τέθηκε σε κίνδυνο καθώς κατηγορήθηκε για προδοσία (λόγω της εθνικής καταγωγής του). Ο Ρένενκαμπφ κατάθεσε την παραίτηση του στις 6 Οκτωβρίου 1915. Μετά τη Φεβρουαρινή Επανάσταση του 1917 φυλακίστηκε στο Οχυρό των Πέτρου και Παύλου στην Αγία Πετρούπολη από την Προσωρινή Κυβέρνηση της Ρωσίας, η οποία κατηγόρησε τον Ρένενκαμπφ για εγκληματικές ενέργειες κατά τη διάρκεια του πολέμου, όπως υπεξαίρεση και κακοδιαχείριση.

Σύλληψη και εκτέλεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρένενκαμπφ αφέθηκε ελεύθερος μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και μετακόμισε στο Ταγκανρόγκ, στην ακτή της Θάλασσας Αζόβ, όπου διέμεινε με το επίθετο «Μαντουσάκης», ισχυριζόμενος πως ήταν Έλληνας πολίτης - ωστόσο, ανακαλύφθηκε από τους Μπολσεβίκους στις 16 Μαρτίου 1918. Οι Μπολσεβίκοι του πρότειναν τη διοίκηση στρατευμάτων του Κόκκινου Στρατού κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου. Ο Ρένενκαμπφ αρνήθηκε την πρόταση, συνελήφθη και εκτελέστηκε στις 1 Απριλίου 1918 στα διαμερίσματα του Βλαντίμιρ Αντόνοβ-Οβσέγιενκο.

Τα έργα τέχνης και άλλα αντικείμενα που είχε αποκτήσει κατά τη διάρκεια της εξέγερσης των Μπόξερς βρίσκονται στο Παλάτι Αλφεράκη στο Ταγκανρόγκ.

Παράσημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Connaughton, R.M (1988): The War of the Rising Sun and the Tumbling Bear—A Military History of the Russo-Japanese War 1904–5, London, ISBN 0-415-00906-5.
  • Jukes, Geoffry: The Russo-Japanese War 1904–1905. Osprey Essential Histories. (2002). ISBN 978-1-84176-446-7.
  • Kowner, Rotem (2006). Historical Dictionary of the Russo-Japanese War. ISBN 0-8108-4927-5: The Scarecrow Press. 
  • Warner, Denis & Peggy. The Tide at Sunrise, A History of the Russo-Japanese War 1904–1905. (1975). ISBN 0-7146-5256-3.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 Kowner, Historical Dictionary of the Russo-Japanese War, σελ. 315-317.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Paul von Rennenkampf της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).