Ο καβαλάρης με το άσπρο άλογο
| Συγγραφέας | Τέοντορ Στορμ |
|---|---|
| Τίτλος | Der Schimmelreiter |
| Γλώσσα | Γερμανικά |
| Ημερομηνία δημοσίευσης | 1888 |
| Μορφή | νουβέλα |
| Χαρακτήρες | Hauke Haien |
| δεδομένα () | |
Ο καβαλάρης με το άσπρο άλογο (γερμανικά: Der Schimmelreiter) είναι νουβέλα του Γερμανού συγγραφέα Τέοντορ Στορμ. Είναι το τελευταίο έργο του και δημοσιεύτηκε το 1888, λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του. Η νουβέλα είναι το πιο γνωστό έργο του Στορμ και θεωρείται το αριστούργημά του, από τα σημαντικότερα έργα της εποχής του ρεαλισμού στη γερμανική λογοτεχνία.[1]
Αναφέρεται στην ιστορία της ζωής του Χάουκε Χάιεν, την οποία διηγείται ο δάσκαλος ενός χωριού στα παράλια της θάλασσας του Βάντεν σε έναν ταξιδιώτη σε ένα πανδοχείο. Η αφήγηση συνδυάζει παλιούς θρύλους και φαντάσματα με τη ρεαλιστική περιγραφή των συνθηκών της ζωής και τον αγώνα των ανθρώπων ενάντια στη φύση, αλλά και κατά της άγνοιας και της δεισιδαιμονίας, πίσω από τα αναχώματα της Βόρειας Φριζίας.
Δομή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το έργο διαρθρώνεται σε τρία αφηγηματικά επίπεδα. Ο πρώτος αφηγητής αφηγείται ότι διάβασε την ιστορία σε ένα περιοδικό πριν από μισό αιώνα στο σπίτι της προγιαγιάς του. Ακολουθεί μια ιστορία-πλαίσιο: ο δεύτερος αφηγητής διηγείται πως μια νύχτα με κακοκαιρία ξεκίνησε έφιππος από μια επίσκεψη σε συγγενείς του για να επιστρέψει στην πόλη. Καθώς διέσχιζε το ανάχωμα κατά μήκος της ακτής στη Φριζίας μέσα στο μανιασμένο βουητό του ανέμου και της θάλασσας, συνάντησε έναν μυστηριώδη καβαλάρη με άσπρο άλογο που λίγο αργότερα του φάνηκε ότι χάθηκε στην ταραγμένη θάλασσα. Σε ένα πανδοχείο όπου σταματά για να προστατευτεί από την καταιγίδα, ο ταξιδιώτης διηγείται την εμπειρία του. Οι παρευρισκόμενοι ανησυχούν γιατί πιστεύουν ότι ένα φάντασμα επιστρέφει σε κάθε επικίνδυνη καταιγίδα και ο γέρος δάσκαλος του χωριού αρχίζει – ως εσωτερικός αφηγητής στο τρίτο επίπεδο αφήγησης – να διηγείται την ιστορία του Χάουκε Χάιεν, που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας και διαδραματίζεται έναν αιώνα νωρίτερα, στα μέσα του 18ου αιώνα. [2]
Υπόθεση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Χάουκε Χάιεν ήταν γιος ενός φτωχού αγρότη και γεωμέτρη. Από νωρίς έδειξε κλίση στα μαθηματικά, έμαθε ακόμη και ολλανδικά μόνος του για να διαβάσει ένα ολλανδικό βιβλίο γεωμετρίας του Ευκλείδη που ανακάλυψε στη σοφίτα. Μακριά από τους άλλους νέους του χωριού, περνούσε τον χρόνο του παρακολουθώντας τα κύματα να χτυπούν το ανάχωμα κατά μήκος της ακτής του χωριού και προσπαθούσε να σχεδιάσει ένα νέο πιο ανθεκτικό ανάχωμα.
Όταν ο επόπτης αναχωμάτων[3] Τέντε Βόλκερτς ζητά υπηρέτη, ο 18χρονος Χάουκε προσλαμβάνεται. Ο Βόλκερς σύντομα του εμπιστεύεται τα λογιστικά του και εκτιμά τις εντυπωσιακές του γνώσεις στη διαχείριση των αναχωμάτων, κάτι που κάνει τον Όλε Πέτερς, επίσης στην υπηρεσία του Βόλκερτς, να τον αντιπαθεί. Οι εντάσεις αυξάνονται ακόμη περισσότερο όταν ο Χάουκε αρχίζει να δείχνει ενδιαφέρον για την κόρη του επόπτη, την Έλκε. Μάλιστα της προτείνει γάμο, αλλά η κοπέλα του ζητά να περιμένουν.
Τρία χρόνια αργότερα, μετά τον απροσδόκητο θάνατο των πατέρων του Χάουκε και της Έλκε, οι άνθρωποι του χωριού πρέπει να επιλέξουν ένα νέο Επόπτη αναχωμάτων. Ο Χάουκε κάνει ήδη τη δουλειά, αλλά δεν κατέχει τα απαραίτητα εδάφη που απαιτούνται για τη θέση. Ωστόσο, η Έλκε ανακοινώνει ότι αρραβωνιάστηκαν και ότι σύντομα θα αποκτήσει και τα εδάφη της οικογένειάς της. Με τους προύχοντες του χωριού ικανοποιημένους, ο Χάουκε γίνεται ο νέος επόπτης.[4]
Η κατασκευή του νέου φράγματος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Τα πρώτα χρόνια μετά τον γάμο του Χάουκε και της Έλκε ήταν δύσκολα, δούλεψαν σκληρά και απαιτούσαν επίσης πολλά από τους χωρικούς για τη συντήρηση του αναχώματος. Ο Όλε Πέτερς κακολογούσε τον Χάουκε ότι παντρεύτηκε την Έλκε μόνο από υπολογισμό, φήμες που τον πλήγωναν βαθιά.
Στη συνέχεια σχεδίασε ένα φιλόδοξο σχέδιο για την κατασκευή ενός νέου αναχώματος, που θα είχε μικρότερη κλίση και μεγαλύτερη αντοχή στα κύματα, για ενίσχυση και επέκταση του παλιού. Επιπλέον, καθώς βρίσκονταν πιο έξω από τη θάλασσα, θα δημιουργούσε νέα καλλιεργήσιμη γη για τους αγρότες. Το έργο συνάντησε πολύ ισχυρή αντίσταση από τους τελευταίους, αλλά παρ' όλα αυτά τελικά εγκρίθηκε.
Από εκεί και πέρα, ο Χάουκε αφιέρωνε τον χρόνο του παρακολουθώντας την κατασκευή, πάνω σε ένα άσπρο άλογο που πρόσφατα αγόρασε από έναν άγνωστο. Το άλογο, πολύ αδύνατο και κακομεταχειρισμένο, έγινε σφριγηλό χάρη στη φροντίδα του Χάουκε, με τον οποίο δέθηκε έντονα και αποκλειστικά. Ωστόσο, ενέπνεε πραγματικό τρόμο στους χωρικούς που το έβλεπαν σαν άλογο του διαβόλου και πίστευαν ότι είναι ο αναστημένος σκελετός που υπήρχε σε ένα νησάκι στα ανοιχτά της ακτής, αλλά ξαφνικά είχε εξαφανιστεί.
Ο Χάουκε έγινε όλο και πιο αυταρχικός και πιο απομονωμένος από την κοινότητα του χωριού. Ωστόσο, οι χωρικοί τον υπάκουαν ενώ κρυφά τον μισούσαν και τον κατηγορούσαν για ασέβεια. Χάρη στην επιμονή του, το έργο ολοκληρώθηκε. Ταυτόχρονα, το ζευγάρι απέκτησε ένα κοριτσάκι, τη Βίνκε, το οποίο δυστυχώς ήταν διανοητικά καθυστερημένο, αλλά ορκίστηκαν να το αγαπούν για πάντα.
Καθώς τα πράγματα τελικά φαίνονταν να ηρεμούν και η φήμη του βελτιώθηκε, ο Χάουκε αρρώστησε και έχασε τη ζωντάνια του. Λίγο αργότερα, κατά τη διάρκεια επιθεώρησης στο νέο φράγμα, παρατήρησε ένα ελάττωμα στην κατασκευή, το οποίο τον βύθισε σε μεγάλο άγχος. Αλλά όταν εξήγησε τις επισκευές που έπρεπε να γίνουν, οι προύχοντες διαμαρτυρήθηκαν έντονα και ο καταβεβλημένος Χάουκε εγκατέλειψε την ενίσχυση με ένοχη συνείδηση.[5]
Η καταιγίδα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η προαίσθησή του δυστυχώς αποδείχθηκε σωστή. Αρκετά χρόνια αργότερα, μια τρομερή καταιγίδα χτύπησε την ακτή. Ο Χάουκε έστειλε εργάτες στο ανάχωμα για να επισκευάσουν πιθανές ζημιές και ο ίδιος μέσα στην καταιγίδα έτρεχε με το άσπρο του άλογο κατά μήκος του αναχώματος, ελέγχοντας ότι κρατάει. Τότε είδε εργάτες που έσκαβαν ένα ρήγμα στο νέο φράγμα για να αποτρέψουν την πλήρη κατάρρευση του παλιού. Ισχυρίστηκαν ότι ενεργούν σύμφωνα με τις εντολές του Όλε Πέτερς, του πρώην (και ακόμη) αντιπάλου του Χάουκε. Έξαλλος που κάποιος τόλμησε να αγγίξει το έργο του, εναντιώθηκε βίαια και χτύπησε έναν εργάτη. Τότε ακριβώς, το παλιό ανάχωμα κατέρρευσε και η θάλασσα ξεχύθηκε ορμητικά.
Η χειρότερη δοκιμασία δεν είχε έρθει ακόμη: ανήσυχη, η γυναίκα του αποφάσισε να τον συναντήσει με την κόρη τους αλλά ο Χάουκε, αν και της φώναξε να σταματήσει αλλά ο αέρας πήρε τα λόγια του, είδε την άμαξα να παρασύρεται από το νερό. Σε απόγνωση, οδήγησε το άσπρο του άλογο στη μανιασμένη θάλασσα και χάθηκε. [6]
Το τέλος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η νουβέλα τελειώνει με τον δάσκαλο να αφηγείται ότι μετά την πλημμύρα ο σκελετός του αλόγου ξαναεμφανίστηκε στο μικρό νησί. Και οι παλιότεροι στο χωριό λένε ότι, τις θυελλώδεις νύχτες, καμιά φορά στο ανάχωμα εμφανίζεται το φάντασμα ενός καβαλάρη με άσπρο άλογο. Την επόμενη μέρα, συνεχίζοντας το ταξίδι του, ο αφηγητής παίρνει το ανάχωμα Χάουκε Χάιεν, το οποίο, όπως είχε προβλέψει ο κατασκευαστής του, εξακολουθούσε να στέκεται μετά από περισσότερο από έναν αιώνα.[7]
Διασκευές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Der Schimmelreiter, γερμανική ταινία του 1934 σε σκηνοθεσία Χανς Ντέπε
- Der Schimmelreiter, δυτικογερμανική ταινία του 1978 σε σκηνοθεσία Άλφρεντ Βάιντενμαν[8]
- Der Schimmelreiter, ανατολικογερμανο-πολωνική ταινία του 1984 σε σκηνοθεσία Κλάους Γκέντρις
- Der Schimmelreiter, όπερα του Βίλφριντ Χίλερ που παρουσιάστηκε στο Κίελο το 1998.[9]
Μετάφραση στα ελληνικά
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Ο καβαλάρης με το άσπρο άλογο, μτφ. Λαυρέντιος Γκέμερεϋ, εκδ. Οδυσσέας, 1887[10]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ . «studysmarter.de/schule/deutsch/epische-texte/der-schimmelreiter/».
- ↑ . «getabstract.com/de/zusammenfassung/der-schimmelreiter».
- ↑ υπεύθυνος για τη συντήρηση και την κατασκευή των αναχωμάτων
- ↑ . «inhaltsangabe.de/storm/der-schimmelreiter/».
- ↑ . «xlibris.de/Autoren/Storm/Kurzinhalt/DerSchimmelreiter».
- ↑ . «abipur.de/der schimmelreiter».
- ↑ . «studyflix.de/deutsch/der-schimmelreiter-zusammenfassung».
- ↑ . «imdb.com/de/Der Schimmelreiter/1978».
- ↑ . «wilfried-hiller.de/werk/der-schimmelreiter».
- ↑ . «protoporia.gr/storm-teontor-o-kavalaris-me-to-aspro-alogo».