Ο Ζοφερός Οίκος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο Ζοφερός Οίκος
Bleakhouse serial cover.jpg
Εξώφυλλο από την πρώτη δημοσίευση, σε συνέχειες, τον Μάρτιο του 1852
Εικονογράφηση από τη Συλλογή Berg της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης
ΣυγγραφέαςΚάρολος Ντίκενς
ΤίτλοςBleak House
ΓλώσσαΑγγλικά
Ημερομηνία δημιουργίας1852
ΕίδοςΜυθιστόρημα
ΠροηγούμενοΔαβίδ Κόπερφιλντ (1849–1850)
ΕπόμενοΗ Ιστορία της Αγγλίας για Παιδιά (1852–1854)
ΤόποςΑγγλία
LΤ ID21009928
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Ημερομηνία δημοσίευσης1853

Ο Ζοφερός Οίκος είναι μυθιστόρημα του Κάρολου Ντίκενς που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά σε 20 συνέχειες μεταξύ Μαρτίου 1852 και Σεπτεμβρίου 1853. Το μυθιστόρημα έχει πολλούς χαρακτήρες και αρκετές δευτερεύουσες πλοκές. Αφηγήτρια είναι εν μέρει η ηρωίδα του μυθιστορήματος Έστερ Σάμερσον και εν μέρει ένας παντογνώστης αφηγητής. Στο κέντρο του Ζοφερού Οίκου βρίσκεται η Τζάρνταϊς και Τζάρνταϊς, μια μακροχρόνια δικαστική υπόθεση στο Δικαστήριο του Τσάνσερι, η οποία προκύπτει εξαιτίας της σύνταξης πολλών διαθηκών από έναν κληροδότη. Στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του 1853, ο Dickens ανέφερε ότι η φανταστική αυτή δικαστική διαμάχη βασίστηκε σε πολλές πραγματικές υποθέσεις.[1] Σε μια τέτοια υπόθεση που πιθανώς βασίστηκε το βιβλίο, μια διαθήκη που αναγνώστηκε το 1797[2] αμφισβητήθηκε και δεν επικυρώθηκε παρά μόνο το 1859. Αν και οι εκπρόσωποι του νομικού επαγγέλματος επέκριναν τη σάτιρα του Ντίκενς ως υπερβολική, το μυθιστόρημα συνέβαλε σε ένα κίνημα μεταρρύθμισης του δικαστικού συστήματος της Αγγλίας. Αυτό το κίνημα κατέληξε στη θέσπιση μιας σειράς σχετικών μεταρρυθμίσεων στη δεκαετία του 1870.[3]

Οι μελετητές του Ντίκενς διαφωνούν ως προς τη χρονική περίοδο κατά την οποία διαδραματίζονται τα περιστατικά του Ζοφερού Οίκου. Ένας ιστορικός του Αγγλικού δικαίου υποστηρίζει ότι η δράση εξελίσσεται το 1827.[4] Η αναφορά όμως στις προετοιμασίες για την κατασκευή μιας σιδηροδρομικής γραμμής στο 55ο κεφάλαιο αποτελεί ένδειξη ότι η δράση του μυθιστορήματος πρέπει να τοποθετηθεί στη δεκαετία του 1830.

Σύνοψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σερ Λέστερ Ντέντλοκ και η σύζυγός του Ονόρια ζουν στο κτήμα του στο Τσέσνι Γουόλντ. Η Λαίδη Ντέντλοκ είχε, πριν παντρευτεί, ερωτική σχέση με τον Λόχαγο Χάουντον, με τον οποίον απέκτησε μια κόρη. Ο Σερ Ντέντλοκ αγνοεί το παρελθόν της Λαίδης ενώ η ίδια πιστεύει ότι η κόρη της είναι νεκρή.[5]

Η κόρη, η Έστερ, είναι στην πραγματικότητα ζωντανή και την ανατροφή της έχει αναλάβει η Δεσποινίς Μπάρμπαρι, η αδελφή της Λαίδης Ντέντλοκ. Η Έστερ δεν ξέρει ότι η Μπάρμπαρι είναι θεία της. Όταν η Δεσποινίς Μπάρμπαρι πεθαίνει, ο Τζον Τζάρνταϊς γίνεται κηδεμόνας της Έστερ και αναθέτει στον Κεντζ, έναν δικηγόρο του Τσάνσερι να φροντίσει το μέλλον της. Μετά από έξι χρόνια στο σχολείο, η Έστερ μετακομίζει στον Ζοφερό Οίκο, το σπίτι του κηδεμόνα της.

Ο Ζόφερος Οίκος

Ο Τζάρνταϊς αναλαμβάνει ταυτόχρονα την επιμέλεια και δύο άλλων κηδεμονευομένων, του Ρίτσαρντ Κάρστοουν και της Έιντα Κλερ (που είναι και οι δύο μακρινά ξαδέρφια του ίδιου αλλά και ο ένας με τον άλλο). Και οι δύο αναφέρονται ως δικαιούχοι σε μία από τις διαθήκες που σχετίζονται με την υπόθεση Τζάρνταϊς και Τζάρνταϊς. Ο κηδεμόνας τους αναφέρεται ως δικαιούχος σε μιαν άλλη διαθήκη, με αποτέλεσμα οι δύο διαθήκες να βρίσκονται σε αντίφαση. Ο Ρίτσαρντ και η Έιντα σύντομα ερωτεύονται ο ένας τον άλλον, αλλά, μολονότι ο κ. Τζάρνταϊς δεν φέρνει καμιά αντίρρηση για αυτό το ειδύλλιο, θέτει ως όρο ότι ο Ρίτσαρντ θα πρέπει πρώτα να επιλέξει ένα επάγγελμα. Ο Ρίτσαρντ στην αρχή προσπαθεί να μαθητεύσει δίπλα σε ένα γιατρό. Αυτό έχει ως συνέπεια να γνωρίσει η Έστερ έναν γιατρό, τον Άλαν Γούντκορτ, στο σπίτι του καθοδηγητή του Ρίτσαρντ. Όταν ο Ρίτσαρντ αναφέρει την πιθανότητα να αποκτήσει περιουσία από την απόφαση σχετικά με την Τζάρνταϊς και Τζάρνταϊς, ο Τζον Τζάρνταϊς τον εκλιπαρεί να μην στηρίξει ποτέ τις ελπίδες του σε αυτό που ο ίδιος ονομάζει «οικογενειακή κατάρα».

Εν τω μεταξύ η Λαίδη Ντέντλοκ είναι επίσης δικαιούχος βάσει μιας από τις διαθήκες. Στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, ενώ η Λαίδη ακούει την ανάγνωση μιας ένορκης κατάθεσης από τον δικηγόρο της οικογένειας, κ. Τάλκινγκχορν, αναγνωρίζει τον γραφικό χαρακτήρα στο αντίγραφο της κατάθεσης. Το θέαμα την επηρεάζει τόσο πολύ που σχεδόν λιποθυμάει, κάτι που ο Τάλκινγκχορν παρατηρεί και αποφασίζει να διερευνήσει. Ανακαλύπτει στο Λονδίνο τα ίχνη του αντιγραφέα, ενός άπορου γνωστού ως "Νέμο" ("Νέμο" στα λατινικά σημαίνει κανείς). O Νέμο έχει πρόσφατα πεθάνει και το μόνο πρόσωπο με τον οποίο είχε σχέσεις είναι ένας οδοκαθαριστής, ένα χαμίνι των δρόμων που ονομάζεται Τζο και ζει στο Τομ-Ολ-Ελόουνς, μια άθλια συνοικία της πόλης.

Η Λαίδη Ντέντλοκ διερευνά επίσης το θέμα μεταμφιεσμένη με τα ρούχα της Γαλλίδας υπηρέτριάς της Ορτάνς. Η Λαίδη Ντέντλοκ πληρώνει τον Τζο για να την πάει στον τάφο του Νέμο. Εν τω μεταξύ, ο Τάλκινγκχορν, που ανησυχεί μήπως το μυστικό της Λαίδης Ντέντλοκ απειλήσει τα συμφέροντα του Σερ Λέστερ, την παρακολουθεί συνεχώς και φτάνει μάλιστα να στρατολογήσει την υπηρέτριά της για να την κατασκοπεύει. Καλεί επίσης τον Επιθεωρητή Μπάκετ να απομακρύνει τον Τζο από την πόλη, ώστε να εξαλείψει το οποιοδήποτε στοιχείο θα μπορούσε να συνδέσει τον Νέμο με τους Ντέντλοκ.

Η Έστερ βλέπει τη Λαίδη Ντέντλοκ στην εκκλησία και αργότερα συζητά μαζί της στο Τσέσνι Γουόλντ - αν και καμιά από τις δύο δεν γνωρίζει τη σχέση που τις συνδέει. Αργότερα, η Λαίδη Ντέντλοκ ανακαλύπτει ότι η Έστερ είναι το παιδί της. Η Έστερ όμως, αφού για ένα διάστημα φροντίζει τον άστεγο Τζο, αρρωσταίνει βαριά: πιθανώς έχει ευλογιά, αφού το πρόσωπό της παραμορφώνεται. Η Λαίδη Ντέντλοκ περιμένει μέχρι να αναρρώσει η Έστερ πριν να της πει την αλήθεια. Παρά την ευτυχία τους που ξαναβρίσκουν η μία την άλλη, η Λαίδη λέει στην Έστερ ότι δεν πρέπει ποτέ να ομολογήσουν δημόσια τη σχέση τους.

Μετά την ανάρρωσή της, η Έστερ διαπιστώνει ότι ο Ρίτσαρντ, έχοντας αποτύχει να σταδιοδρομήσει σε μία σειρά από επαγγέλματα, έχει παρακούσει τον κηδεμόνα του και προσπαθεί να κινήσει τις διαδικασίες της Τζάρνταϊς και Τζάρνταϊς ώστε η υπόθεση να καταλήξει προς όφελος δικό του και της Έιντα. Στην προσπάθειά του αυτή ο Ρίτσαρντ χάνει όλα τα χρήματά του και η υγεία του επιδεινώνεται. Παντρεύεται μυστικά την Έιντα, που μένει έγκυος. Η Έστερ ζει τη δική της αισθηματική ιστορία όταν ο κ. Γούντκορτ επιστρέφει στην Αγγλία. Έχοντας σωθεί από ένα ναυάγιο, εξακολουθεί να αναζητά τη συντροφιά της χωρίς να τον ενδιαφέρει η παραμόρφωσή της. Η Έστερ όμως έχει εν τω μεταξύ συμφωνήσει να παντρευτεί τον κηδεμόνα της, τον Τζον Τζάρνταϊς.

Η Ορτάνς και ο Τάλκινγκχορν ανακαλύπτουν την αλήθεια για το παρελθόν της Λαίδης Ντέντλοκ. Μετά από μια λογομαχία με τον Τάλκινγκχορν, η Λαίδη Ντέντλοκ εγκαταλείπει το σπίτι της, αφήνοντας ένα σημείωμα στο οποίο ζητά συγγνώμη για τη συμπεριφορά της. Ο Τάλκινγκχορν διώχνει από το γραφείο του την Ορτάνς, που πλέον του είναι άχρηστη. Νιώθοντας εγκαταλελειμμένη και προδομένη, η Ορτάνς σκοτώνει τον Τάλκινγκχορν και προσπαθεί να ενοχοποιήσει για τον φόνο τη Λαίδη Ντέντλοκ. Ο Σερ Λέστερ, ανακαλύπτοντας τον θάνατο του δικηγόρου του και τη φυγή της συζύγου του, υφίσταται ένα ολέθριο εγκεφαλικό επεισόδιο, αλλά καταφέρνει να κάνει τους φροντιστές του να καταλάβουν ότι συγχωρεί τη σύζυγό του και ότι επιθυμεί την επιστροφή της.

Ο επιθεωρητής Μπάκετ, ο οποίος έχει στο παρελθόν διερευνήσει διάφορα θέματα σχετικά με την Τζάρνταϊς και Τζάρνταϊς, προσλαμβάνεται από τον Σερ Λέστερ για να βρει τη Λαίδη Ντέντλοκ. Στην αρχή υποπτεύεται τη Λαίδη Ντέντλοκ για τη δολοφονία, αλλά στη συνέχεια διαπιστώνει την ενοχή της Ορτάνς και ζητά τη βοήθεια της Έστερ για να να βρει τη Λαίδη. Η Λαίδη, που δεν γνωρίζει ότι ο σύζυγός της την έχει συγχωρέσει ή ότι δεν είναι πλέον ύποπτη για τη δολοφονία του Τάλκινγκχορν, περιφέρεται στην ύπαιθρο κάτω από κακές καιρικές συνθήκες και πεθαίνει στο νεκροταφείο δίπλα στον τάφο του πρώην εραστή της, Λοχαγού Χάουντον (Νέμο). Η Έστερ και ο Μπάκετ τη βρίσκουν εκεί.

Η υπόθεση Τζάρνταϊς και Τζάρνταϊς φαίνεται να παίρνει καλύτερη τροπή όταν ανακαλύπτεται μια μεταγενέστερη διαθήκη, η οποία ανακαλεί όλες τις προηγούμενες και κληροδοτεί το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας στον Ρίτσαντ και την Έιντα. Εν τω μεταξύ, ο Τζον Τζάρνταϊς ακυρώνει τον αρραβώνα του με την Έστερ, η οποία αρραβωνιάζεται τον κ. Γούντκορτ. Οι δυο τους πηγαίνουν στο Τσάνσερι για να βρουν τον Ρίτσαρντ. Κατά την άφιξή τους, μαθαίνουν ότι η εκδίκαση της Τζάρνταϊς και Τζάρνταϊς έχει επιτέλους ολοκληρωθεί, αλλά και ότι το ύψος των δικαστικών εξόδων είναι μεγαλύτερο από τα χρήματα της κληρονομιάς. Ο Ρίτσαρντ καταρρέει και ο κ. Γούντκορτ διαγνώσκει ότι βρίσκεται στα τελευταία στάδια φυματίωσης. Ο Ρίτσαρντ ζητά συγγνώμη από τον Τζον Τζάρνταϊς και πεθαίνει. Ο Τζον Τζάρνταϊς αναλαμβάνει την κηδεμονία της Έιντα και του παιδιού της, ενός αγοριού στο οποίο η Έιντα δίνει το όνομα Ρίτσαρντ. Η Έστερ και ο Γούντκορτ παντρεύονται και ζουν σε ένα σπίτι στο Γιόρκσιρ που τους παραχωρεί ο Τζάρνταϊς. Το ζευγάρι αποκτά αργότερα δύο κόρες.

Πολλές από τις δευτερεύουσες πλοκές του μυθιστορήματος εστιάζουν σε ελάσσονες χαρακτήρες. Μια τέτοια δευτερεύουσα πλοκή είναι η σκληρή ζωή και ο χαρούμενος, αν και με προβλήματα, γάμος της Κάντι Τζέλιμπι και του Πρινς Τάρβεϊντροπ. Μια άλλη πλοκή επικεντρώνεται στην επανασύνδεση του Τζορτζ Ράουνσγουελ με τη μητέρα και τον αδερφό του.

Χαρακτήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως και στα περισσότερα λογοτεχνικά του έργα, ο Ντίκενς βασίστηκε σε πολλούς πραγματικούς ανθρώπους και τοποθεσίες, τους οποίους όμως μεταμόρφωσε με ευφυή τρόπο στο μυθιστόρημά του.

Αν και δεν αποτελεί χαρακτήρα, η υπόθεση Τζάρνταϊς και Τζάρνταϊς αποτελεί ένα ζωτικό στοιχείο του μυθιστορήματος. Πιστεύεται ότι ο Ντίκενς την εμπνεύστηκε από μία σειρά από πραγματικές υποθέσεις του Τσάνσερι.[6][7]

Κύριοι χαρακτήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η Έστερ Σάμερσον είναι η ηρωίδα του μυθιστορήματος. Είναι η μοναδική γυναίκα αφηγητής του Ντίκενς. Η Έστερ είναι μια ορφανή που ανατρέφεται από την Δεσποινίδα Μπάρμπαρι, η οποία είναι στην πραγματικότητα η θεία της. Δεν γνωρίζει την ταυτότητα των γονιών της. Η Δεσποινίς Μπάρμπαρι γιορτάζει με μακάβριο τρόπο κάθε χρόνο τα γενέθλια της Έστερ, λέγοντάς της ότι η γέννησή της δεν είναι αφορμή για γιορτή, επειδή η μικρή αποτελεί τη «ντροπή» της μητέρας της.[8] Εξαιτίας αυτής της σκληρής ανατροφής, η Έστερ μεγαλώνει προσπαθώντας να παραμένει πάντοτε στο παρασκήνιο, υποτιμώντας τον εαυτό της και ευγνωμονώντας τους πάντες για το παραμικρό. Η αποκάλυψη της πραγματικής της ταυτότητας αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της δραματικής εξέλιξης του μυθιστορήματος. Τελικά αποκαλύπτεται ότι είναι η εξώγαμη κόρη της Λαίδης Ντέντλοκ και του Λοχαγού Χάουντον.
  • Η Λαίδη Ονόρια Ντέντλοκ είναι η αγέρωχη οικοδέσποινα του Τσέσνει Γουόλντ. Η αποκάλυψη του παρελθόντος της αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της πλοκής. Πριν από το γάμο της, η Λαίδη Ντέντλοκ είχε μια σχέση με έναν άλλο άντρα και έφερε στον κόσμο το παιδί του. Η Λαίδη Ντέντλοκ ανακαλύπτει την ταυτότητα του παιδιού (Έστερ Σάμερσον) και προσελκύει το μοχθηρό ενδιαφέρον του κ. Τάλκινγκχορν, ο οποίος αισθάνεται ότι η σχέση του με τον πελάτη του, Σερ Λέστερ Ντέντλοκ, του επιβάλλει να ξεσκεπάσει το μυστικό της Λαίδης. Στο τέλος του μυθιστορήματος, η Λαίδη Ντέντλοκ πεθαίνει, πεπεισμένη ότι έχει ατιμαστεί και ότι ο σύζυγός της δεν θα μπορεί ποτέ να συγχωρήσει το ηθικό της ολίσθημα.
  • Ο Τζον Τζάρνταϊς εμπλέκεται, χωρίς να το επιθυμεί, στην Τζάρνταϊς και Τζάρνταϊς. Είναι κηδεμόνας του Ρίτσαρντ, της Έιντα και της Έστερ, και ιδιοκτήτης του Ζοφερού Οίκου. Ο Βλαντιμίρ Νάμποκοφ τον έχει χαρακτηρίσει ως "έναν από τους καλύτερους και ευγενέστερους χαρακτήρες που έχουν εμφανιστεί ποτέ σε μυθιστόρημα".[9] Είναι πλούσιος και βοηθάει τους περισσότερους από τους άλλους ήρωες, κινούμενος από έναν συνδυασμό καλοσύνης και ενοχής για το κακό και τη δυστυχία που προκαλεί η Τζάρνταϊς και Τζάρνταϊς, την οποία αποκαλεί "οικογενειακή κατάρα". Στην αρχή ο αναγνώστης υποψιάζεται ότι είναι αυτός ο πατέρας της Έστερ, αλλά ο ίδιος το αρνείται ξεκάθαρα λίγο καιρό αφού η Έστερ έρχεται να μείνει στο σπίτι του. Είναι ερωτευμένος με την Έστερ και θέλει να την παντρευτεί, αλλά σταματά να το επιδιώκει όταν καταλαβαίνει ότι είναι ερωτευμένη με τον κ. Γούντκορτ.
  • Ο Ρίτσαρντ Κάρστον είναι υπεξούσιος του Τσάνσερι στην Τζάρνταϊς και Τζάρνταϊς. Ευθύς και συμπαθητικός αλλά ανεύθυνος και ασταθής, ο Ρίσταρντ πέφτει στην παγίδα της Τζάρνταϊς και Τζάρνταϊς. Προς το τέλος του βιβλίου, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης, πεθαίνει βασανισμένος από την απερισκεψία του να βασίσει τις ελπίδες του σε μια υπόθεση του Τσάνσερι.
Η γριούλα
  • H Έιντα Κλαιρ είναι άλλη μια νεαρή υπεξούσιος του Τσάνσερι στην Τζάρνταϊς και Τζάρνταϊς. Ερωτεύεται τον μακρινό της εξάδελφο Ρίτσαρντ Καρστόουν. Αργότερα τον παντρεύεται κρυφά και φέρνει στον κόσμο το παιδί του.
  • Ο Χάρολντ Σκίμπολ είναι ένας φίλος του Τζάρνταϊς «που έχει το συνήθειο να στραγγίζει τους φίλους του». Είναι ανεύθυνος, εγωιστής, ανήθικος και χωρίς τύψεις. Συχνά χαρακτηρίζει τον εαυτό του «παιδί» και ισχυρίζεται ότι δεν καταλαβαίνει τις ανθρώπινες σχέσεις, διάφορες περιστάσεις και την κοινωνία εν γένει. Στην πραγματικότητα όμως τα καταλανοεί όλα πολύ καλά, όπως αποδεικνύεται όταν βάζει τον Ρίτσαρντ και την Έστερ να πληρώσουν τον δικαστικό επιμελητή που τον έχει συλλάβει με βάση ένα ένταλμα για χρέη. Πιστεύει ότι ο Ρίτσαρντ και η Έιντα θα μπορέσουν να αποκτήσουν φερεγγυότητα με βάση τα μελλοντικά τους οφέλη από την Τζάρνταϊς και Τζάρνταϊς και εκφράζει την πρόθεσή του να αρχίσει να τους "τιμά" με το να τους αφήνει να πληρώνουν κάποια από τα χρέη του. Ο χαρακτήρας του συχνά θεωρείται πορτραίτο του Λι Χαντ. «Ο Ντίκενς έγραψε σε ένα γράμμα του στις 25 Σεπτεμβρίου του 1853: 'Θα έλεγα ότι είναι το πιο πιστό πορτραίτο που έχει ποτέ ζωγραφιστεί με λέξεις! ... Αποτελεί απόλυτη αναπαράσταση ενός πραγματικού ανθρώπου.' Ένας σύγχρονός του κριτικός σχολίασε: 'Αναγνώρισα τον Σκίμπολ αμέσως ... και το ίδιο έκανε και κάθε ένας με τον οποίον συνομίλησα σχετικά και γνώριζε τον Λι Χαντ.'»[10] Ο Γ. Κ. Τσέστερτον υποστήριξε ότι ο Ντίκενς «ίσως ποτέ δεν έκανε την κακόβουλη σκέψη: 'Ας φανταστούμε τον Χαντ να συμπεριφέρεται σαν κατεργάρης!'; ίσως απλώς να έκανε την παιχνιδιάρικη σκέψη: 'Ας φανταστούμε έναν κατεργάρη να συμπεριφέρεται σαν τον Χαντ!'».
  • Ο Λόρενς Μπόιθορν είναι παλιός φίλος του Τζον Τζάρνταϊς. Ο Μπόιθορν είναι ένας πρώην στρατιώτης που χρησιμοποιεί πάντοτε υπερθετικά επίθετα στο λόγο του. Είναι φωνακλάς, αυστηρός αλλά και καλόκαρδος. Ο Μπόιθορν ήταν κάποτε (και είναι ακόμη) ερωτευμένος με μια γυναίκα που αργότερα τον εγκατέλειψε χωρίς να του εξηγήσει τον λόγο. Αυτή η γυναίκαι ήταν στην πραγματικότητα η Δεσποινίς Μπάρμπαρι, που εγκατέλειψε την προηγούμενη ζωή της (του Μπόιθορν συμπεριλαμβανομένου) όταν πήρε από την αδελφή της την Έστερ για να την μεγαλώσει. Ο Μπόιθορν είναι επίσης γείτονας του Σερ Λέστερ Ντέντλοκ, με τον οποίον εμπλέκεται σε ένα επικό κουβάρι μηνύσεων για το δικαίωμα διέλευσης από ένα κτήμα του Μπόιθορν για το οποίο ο Σερ Λέστερ ισχυρίζεται ότι έχει το νόμιμο δικαίωμα να περιφράξει.
  • Ο Σερ Λέστερ Ντέντλοκ είναι ένας κακότροπος βαρονέτος, κατά πολύ γηραιότερος της συζύγου του. Ο Ντέντλοκ είναι ένας συντηρητικός σνομπ που θεωρεί την Τζάρνταϊς και Τζάρνταϊς ως διάκριση ανάξια ενός άνδρα με τη δική του καταγωγή. Από την άλλη πλευρά, ο Ντίκενς τον περιγράφει ως έναν τρυφερό και αφοσιωμένο σύζυγο, ακόμη και αφού μαθαίνει το μυστικό της Λαίδης Ντέντλοκ.
  • Ο κ. Τάλκινγκχορν είναι ο δικηγόρος του Σερ Λέστερ. Πανούργος και χειριστικός, δείχνει να σέβεται τους πελάτες του, αλλά στην πραγματικότητα απολαμβάνει την εξουσία που του δίνει το ότι γνωρίζει και ελέγχει τα μυστικά τους. Μαθαίνει για το παρελθόν της Λαίδης Ντέντλοκ και προσπαθεί να ελέγξει τη συμπεριφορά της για να διατηρήσει την υπόληψη και το καλό όνομα του Σερ Λέστερ. Τον δολοφονούν και η δολοφονία του δίνει στον Ντίκενς την ευκαιρία να υφάνει μια αστυνομική πλοκή στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου.
  • Ο κ. Σνάγκσμπι είναι ο δειλός ιδιοκτήτης ενός χαρτοπωλείου που εξυπηρετεί κυρίως δικηγορικά γραφεία. Μπλέκει με τα μυστικά του Τάλκινγκχορν και του Μπάκετ. Είναι ο μοναδικός φίλος του Τζο. Έχει την τάση να δίνει μισή κορώνα σε εκείνους που συμπονά.
  • Η Δεσποινίς Φλάιτ είναι μια εκκεντρική ηλκιωμένη. Η οικογένειά της έχει καταστραφεί από μια υπόθεση παρόμοια με την Τζάρνταϊς και Τζάρνταϊς που κι αυτή κρατάει χρόνια στο Τσάνσερι. Η εμμονή της με το Τσάνσερι θυμίζει άλλοτε κωμωδία και άλλοτε τραγωδία. Έχει άπειρα μικρά πτηνά τα οποία ισχυρίζεται ότι θα απελευθερώσει «την ημέρα της κρίσης».
  • Ο Γουίλιαμ Γκάπι είναι υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο Κεντζ και Καρμπόι. Ερωτεύεται την Έστερ και της κάνει πρόταση γάμου (την οποία εκείνη αρνείται). Αργότερα, όταν η Έστερ μαθαίνει ότι η Λαίδη Ντέντλοκ είναι η μητέρα της, ζητά να συναντήσει τον κ. Γκάπι για να του ζητήσει να σταματήσει να διερευνά το παρελθόν της. Εκείνος φοβάται ότι στη συνάντηση η Έστερ σκοπεύει να δεχθεί την πρόταση γάμου (την οποία πλέον θέλει να πάρει πίσω μετά την παραμόρφωση του προσώπου της Έστερ). Είναι τόσο ανακουφισμένος όταν η Έστερ τού εξηγεί τον πραγματικό σκοπό της ώστε δέχεται να κάνει τα πάντα για να προστατεύσει τα μυστικά της στο μέλλον.
  • Ο Επιθεωρητής Μπάκετ είναι ένας αστυνομικός που αναλαμβάνει να διερευνήσει αρκετές υποθέσεις σε όλο το μυθιστόρημα, με σημαντικότερη αυτή της δολοφονίας του κ. Τάλκινγκχορν. Αποτελεί έναν από τους πρώτους ντετέκτιβ στην αγγλική λογοτεχνία.[11] Ο χαρακτήρας του βασίζεται πιθανώς σε έναν από τους επιθεωρητές του τότε πρόσφατα ιδρυθέντος Τμήματος Ντετέκτιβ της Σκότλαντ Γιαρντ. Ο Ντίκενς είχε γράψει διάφορα άρθρα για τον συγκεκριμένο επιθεωρητή και το έργο των ντετέκτιβ.
  • Ο κ. Τζορτζ είναι πρώην στρατιώτης (που υπηρέτησε στις διαταγές του Νέμο), εκπαιδευτής σκοποβολής και ξιφομαχίας και ιδιοκτήτης μιας σχετικής σχολής στο Λονδίνο. Είναι ο βασικός ύποπτος για τη δολοφονία του κ. Τάλκινγχορν, αλλά απαλλάσσεται και η πραγματική του ταυτότητα, ενάντια στις επιθυμίες του, αποκαλύπτεται. Πρόκειται για τον Τζορτζ Ράουνσγουελ, γιο της κυρίας Ράουνσγουελ, της οικονόμου των Ντέντλοκ, η οποία και τον καλωσορίζει πίσω στο Τσέσνι Γουόλντ. Προς το τέλος του βιβλίου, γίνεται ο υπηρέτης του βαριά άρρωστου Σερ Λέστερ Ντέντλοκ.
  • Η Κάντι Τζέλμπι είναι φίλη της Έστερ και γραμματέας της μητέρας της. Η Κάντι ντρέπεται για τους τρόπους της, αλλά η φιλία της με την Έστερ της δίνει κουράγιο. Ερωτεύεται τον Πρινς Τάρβεϊντροπ, τον παντρεύεται και κάνει μαζί του ένα παιδάκι.
  • Ο Κρουκ είναι παλαιοπώλης, ιδιοκτήτης κάβας και συλλέκτης εγγράφων. Είναι επίσης ο ιδιοκτήτης του σπιτιού όπου ζουν ο Νέμο και η κυρία Φλάιτ και στο οποίο πεθαίνει ο Νέμο. Μοιάζει να επιβιώνει πίνοντας μόνο τζιν. Ο Κρουκ πεθαίνει σε ένα περιστατικό αυτανάφλεξης. Ο Ντίκενς πίστευε ότι η αυτανάφλεξη είναι δυνατό να συμβεί, αλλά ορισμένοι κριτικοί λογοτεχνίας απέρριψαν αυτή την δοξασία ως εξωφρενική. Στις στοίβες των εγγράφων που με μανία συλλέγει ο αναλφάβητος Κρουκ βρίσκεται το κλειδί για την επίλυση της Τζάρνταϊς και Τζάρνταϊς.
  • Ο Τζο είναι ένα χαμίνι που προσπαθεί να επιζήσει σκουπίζοντας τους δρόμους του Λονδίνου. Ο Τζο ήταν το μόνο άτομο με το οποίο ο Νέμο ήθελε να έχει σχέση. Ο Νέμο έδειχνε πατρικό ενδιαφέρον για τον Τζο, κάτι που κανένας άλλος δεν είχε κάνει ποτέ. Ο Νέμο συχνά μοιραζόταν το πενιχρό του εισόδημα με τον Τζο και μερικές φορές, όταν δεν είχε τίποτα να μοιραστεί μαζί του, έλεγε: «Λοιπόν, Τζο, σήμερα είμαι τόσο φτωχός όσο κι εσύ». Ο Τζο καλείται να καταθέσει κατά την ανάκριση για τον θάνατο του Νέμο, αλλά δεν συνεισφέρει τίποτε το αξιόλογο. Παρά το γεγονός αυτό, ο κ. Τάλκινγκχορν πληρώνει τον κ. Μπάκετ για να τον καταδιώξει και να τον αναγκάσει να συνεχίσει να «μετακινείται», δηλαδή να εγκαταλείψει την πόλη, επειδή ο Τάλκινγκχορν φοβάται πως ο Τζο μπορεί να γνωρίζει κάτι για τη σχέση μεταξύ του Νέμο και των Ντέντλοκ. Ο Τζο τελικά πεθαίνει από τις επιπλοκές της ευλογιάς. Μεταδίδει την αρρώστια του και στην Έστερ, η οποία όμως καταφέρνει να επιζήσει.
  • Ο Άλαν Γούντκορτ είναι ένας ευγενικός και καλόψυχος γιατρός που είναι ερωτευμένος με την Έστερ. Αν και τον αγαπά και εκείνη, αισθάνεται ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο αίσθημά του, όχι μόνο λόγω της προηγούμενης δέσμευσής της απέναντι στον Τζον Τζάρνταϊς, αλλά και επειδή φοβάται ότι το γεγονός πως είναι νόθο τέκνο θα κάνει τη μητέρα του Άλαν να εναντιωθεί στο δεσμό τους.
  • Ο παππούς Σμόλγουιντ είναι τοκογλύφος: ένας μοχθηρός, κακότροπος άνθρωπος, ο οποίος δεν δείχνει κανένα έλεος σε όσους του χρωστούν χρήματα και απολαμβάνει το να προκαλεί συναισθηματικό πόνο στους άλλους. Διεκδικεί την περιουσία του νεκρού Κρουκ επειδή η σύζυγός του είναι η μοναδική ζωντανή συγγενής του Κρουκ. Επίσης οδηγεί τον κ. Τζορτζ στην πτώχευση, διεκδικώντας τα χρέη που του οφείλει. Η περιγραφή του Σμόλγουιντ (αλλά και αυτή των εγγονιών του) παραπέμπει σε άτομα με προγηρία.[12] Βέβαια τα άτομα με προγηρία έχουν προσδόκιμο ζωής μόλις 14 ετών, ενώ ο παπούς Σμόλγουιντ είναι ηλικιωμένος.[13]
  • Ο κ. Βόοουλς είναι ένας δικηγόρος του Τσάνσερι που αναλαμβάνει τον Ρίτσαρντ Κάρστοουν ως πελάτη, τον ξεζουμίζει αποσπώντας του αμοιβές για διαφόρων ειδών αγωγές, και τον εγκαταλείπει όταν η Τζάρνταϊς και Τζάρνταϊς φτάνει στο τέλος της.
  • Ο Κονβερσέισον Κεντζ είναι ένας δικηγόρος του Τσάνσερι που εκπροσωπεί τον Τζον Τζάρνταϊς. Η βασική του ιδιαιτερότητα είναι η λατρεία του για τη μεγαλόστομη και κενή νοήματος ομιλία.

Δευτερεύοντες χαρακτήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο κ. Γκρίντλεϊ εμπλέκεται χωρίς να το επιθυμεί σε μια αγωγή στο Τσάνσερι. Ο Γκρίντλεϊ προσπαθεί επανειλημμένως και χωρίς αποτέλεσμα να κερδίσει την προσοχή του Λόρδου Δικαστή. Απειλεί τον κ. Τάλκινγκχορν και στη συνέχεια τίθεται υπό κράτηση από τον επιθεωρητή Μπάκετ. Πεθαίνει όμως καθώς η υγεία του επιδεινώνεται εξαιτίας της δοκιμασίας του Τσάνσερι. Ο χαρακτήρας του βασίζεται στην πραγματική υπόθεση του Τόμας Κουκ, την οποία υπέδειξε στον Ντίκενς το 1849 ο δικηγόρος του Ο. Τσάλινορ.[14]
  • Ο Νέμο (στα Λατινικά "κανένας") είναι το ψευδώνυμο του Λοχαγού Τζέιμς Χάουντον, πρώην αξιωματικού του βρετανικού στρατού. Ο Νέμο είναι αντιγραφέας νομικών εγγράφων που εργάζεται για τον Σνάγκσμπι και κατοικεί στην κάβα-παλαιοπωλείο του Κρουκ. Πεθαίνει από υπερβολική δόση όπιου. Στη συνέχεια αποκαλύπτεται ότι είναι ο πρώην εραστής της Λαίδης Ντέντλοκ και πατέρας της Έστερ Σάμερσον.
  • Η κ. Σνάγκσμπι είναι η ιδιαίτερα περίεργη σύζυγος του κ. Σνάγκσμπι. Έχει «όξινη» προσωπικότητα και πιστεύει εσφαλμένα ότι ο κ. Σνάγκσμπι τής κρύβει διάφορα μυστικά: υποψιάζεται ότι είναι ο πατέρας του Τζο.
  • Η Γκάστερ είναι μια υπηρέτρια του Σνάγκσμπι που χάνει εύκολα την ψυχραιμία της .
  • Ο Νέκετ είναι συλλέκτης χρεών. Ο οφειλέτης του Χάρολντ Σκίμπολ τον ονομάζει «Κόβινσις» επειδή εργάζεται για αυτή την επιχείρηση.
  • Η Τσάρλι είναι η κόρη του Κόβινσις. Προσλαμβάνεται από τον Τζον Τζάρνταϊς ως καμαριέρα της Έστερ. Ο κ. Σκίμπολ την ονομάζει «Μικρή Κόβινσις».
  • Ο Τομ είναι ο μικρός γιος του Κόβινσις.
  • Η Έμμα είναι κόρη του Κόβινσις σε βρεφική ηλικία.
  • Η κ. Τζέλιμπι είναι η μητέρα της Κάντι Τζάλιμπι και μια «φιλάνθρωπος με τηλεσκόπιο», καθώς έχει εμμονή με μια μυστηριώδη αφρικανική φυλή, αλλά αδιαφορεί για τη φροντίδα του σπιτιού της. Πιστεύεται ότι ο Ντίκενς συνέθεσε αυτόν τον χαρακτήρα για να ασκήσει κριτική στις γυναίκες ακτιβίστριες της εποχής του όπως η Κάρολιν Τσίσχολμ.
  • Ο κ. Τζέλιμπι υποφέρει εξατίας της συζύγου του, κ. Τζέλιμπι.
  • Ο Πίπι Τζέλιμπι είναι ο μικρός γιος των Τζέλιμπι.
  • Ο Πρινς Τάρβεϊντροπ είναι δάσκαλος χορού και ιδιοκτήτης σχετικής σχολής.
  • Ο ηλικιωμένος κύριος Τάρβεϊντροπ είναι ειδικός σε ζητήματα "Πρέπουσας Συμπεριφοράς" και ζει από τους κόπους του γιου του.
  • Η Τζένι είναι σύζυγος ενός πλινθοποιού που την κακομεταχειρίζεται. Το μωρό της πεθαίνει και στη συνέχεια βοηθά μια φίλη της να αναθρέψει το δικό της παιδί.
  • Η Ρόζα είναι η αγαπημένη υπηρέτρια της Λαίδης Ντέντλοκ. Ο Γουάτ Ράουνσγουελ επιθυμεί να την παντρευτεί. Η πρόταση απορρίπτεται αρχικά όταν ο πατέρας του κ. Ράουνσγουελ ζητάει να σταλεί η Ρόζα σε σχολείο ώστε να εξελιχθεί σε μια κυρία αντάξια του γιου του. Η Λαίδη Ντέντλοκ ρωτάει τη Ρόζα για να μάθει αν επιθυμεί να φύγει και της υπόσχεται να τη φροντίσει εκείνη στην αντίθετη περίπτωση. Κατά κάποιον τρόπο, η Ρόζα αποτελεί για τη Λαίδη Ντέντλοκ το υποκατάστατο της Έστερ.
  • Η Ορτάνς είναι η πρώτη υπηρέτρια της Λαίδης Ντέντλοκ. Ο χαρακτήρας της βασίζεται στην Ελβετίδα υπηρέτρια και δολοφόνο Μαρία Μάνινγκ.[15]
  • Η κ. Ράουνσγουελ είναι η οικονόμος των Ντέντλοκ στο Τσέσνι Γουόλντ.
  • Ο κ. Ρόμπερτ Ράουνσγουελ, ο ενήλικος γιος της κυρίας Ράουνσγουελ, είναι ένας ευκατάστατος σιδηροβιομήχανος.
  • Ο Γουάτ Ράουνσγουελ είναι γιος του Ρόμπερτ Ράουνσγουελ.
  • Η Βολάμνια είναι μια εξαδέλφη των Ντέντλοκ που επιδίδεται συχνά σε ουρλιαχτά.
  • Η Δεσποινίς Μπάρμπαρι είναι νονά της Έστερ και η αυστηρή κηδεμόνας της κατά την παιδική της ηλικία.
  • Η κ. Ρέιτσελ Τσάντμπαντ είναι πρώην υπηρέτρια της Δεσποινίδος Μπάρμπαρι.
  • Ο κ. Τσάντμπαντ είναι ένας γλειώδης ιεροκήρυκας, σύζυγος της κυρίας Τσάντμπαντ.
  • Η κ. Σμόλγουιντ είναι σύζυγος του παπού Σμόλγουιντ και αδελφή του Κρουκ. Υποφέρει από άνοια.
  • Ο νεαρός κ. Βαρθολομαίος Σμόλγουιντ είναι εγγονός του παπού και της γιαγιάς Σμόλγουιντ και φίλος του κ. Γκάπι.
  • Η Τζούντι Σμόλγουιντ είναι εγγονή του παπού και της γιαγιάς Σμόλγουιντ.
  • Ο Τόνι Τζόμπλιγκ, που χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο κ. Γουίβλ, είναι φίλος του Γουίλιαμ Γκάπι.
  • Η κ. Γκάπι είναι η ηλικιωμένη μητέρα του Γούιλιαμ Γκάπι.
  • Ο Φιλ Σκουόντ είναι βοηθός του κ. Τζορτζ.
  • Ο Μάθιου Μπάγκνετ είναι φίλος του κ. Τζόρτζ από τον στρατό και έμπορος μουσικών οργάνων.
  • Η κυρία Μπάγκνετ είναι σύζυγος του Μάθιου Μπάγκνετ.
  • Ο Γούλγουιτς είναι γιος του Μπάγκνετ.
  • H Κεμπέκ είναι η μεγαλύτερη κόρη του Μπάγκνετ.
  • Η Μάλτα είναι η μικρότερη κόρη του Μπάγκνετ.
  • Η κ. Γούντκορτ είναι η χήρα μητέρα του Άλαν Γούντκορτ.
  • Η κ. Πάρντιγκλ είναι μια γυναίκα που κάνει «αγαθοεργίες» για τους φτωχούς, αλλά δεν μπορεί να καταλάβει ότι οι προσπάθειές της χαρακτηρίζονται από αγένεια και αλαζονεία και ότι δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα. Επιβάλλει τις δραστηριότητές της στους πέντε μικρούς γιους της, οι οποίοι σαφώς εξοργίζονται με αυτό.
  • Η Αρετούσα Σκίμπολ είναι η κόρη του κ. Σκίμπολ που ο ίδιος αποκαλεί «Ομορφιά».
  • Η Λάουρα Σκίμπολ είναι η κόρη του κ. Σκίμπολ που ο ίδιος αποκαλεί «Συναίσθημα».
  • Η Κίτι Σκίμπολ είναι η κόρη του κ. Σκίμπολ που ο ίδιος αποκαλεί «Κωμωδία».
  • Η κ. Σκίμπολ είναι η φιλάσθενη σύζυγος του κ. Σκίμπολ. Έχει κουραστεί από τον σύζυγό της και τον τρόπο ζωής του.

Ανάλυση και κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφηγηματική δομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλοί από τους μελετητές του Ζοφερού Οίκου εστιάζουν στη μοναδική αφηγηματική δομή του: στο μυθιστόρημα υπάρχει τόσο ένας τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής όσο και ένας πρωτοπρόσωπος, η Έστερ Σάμερσον. Ο παντογνώστης αφηγητής χρησιμοποιεί ενεστώτα και περιγράφει με αντικειμενικό τρόπο τα γεγονότα. Η Έστερ Σάμερσον διηγείται την ιστορία της στον αόριστο, όπως ο Ντέιβιντ στον Ντέιβιντ Κόπερφιλντ και ο Πιπ στις Μεγάλες προσδοκίες. Η αφήγησή της χαρακτηρίζεται από μετριοφροσύνη, συνείδηση των δικών της ορίων και διάθεση να μας αποκαλύψει τις σκέψεις και τα συναισθήματά της. Αυτές οι δύο αφηγηματικές ροές δεν διασταυρώνονται ποτέ τελείως, αλλά κυλούν παράλληλα. Ο Ναμπόκοφ είχε την άποψη ότι το «βασικό λάθος» του Ντίκενς στο σχεδιασμό του μυθιστορήματος ήταν το ότι έβαλε την Έστερ να αφηγηθεί ένα μέρος της ιστορίας.[16] Ο καθηγητής του Μπέρκλεϊ Άλεξ Ζουέρντλινγκ, αφού παρατήρησε ότι «η κριτική δεν υπήρξε ευγενική με την Έστερ», διατύπωσε παρ' όλα αυτά την άποψη ότι η χρήση της Έστερ ως αφηγήτριας υπήρξε «ένας από τους θριάμβους της τέχνης του Ντίκενς».[17]

Θηλυκή σεμνότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αφήγηση της Έστερ παρουσιάζει ενδιαφέρον ως παράδειγμα του βικτωριανού ιδεώδους της θηλυκής σεμνότητας. Η ίδια μάς συστήνει τον εαυτό της με τον εξής τρόπο: «Δυσκολεύομαι πολύ να αρχίσω να γράφω όσα μου αναλογούν σε αυτές τις σελίδες, γιατί ξέρω ότι δεν είμαι έξυπνη» (κεφ. 3). Αυτός ο ισχυρισμός διαψεύδεται σχεδόν αμέσως από την οξύνεια που χαρακτηρίζει την ηθική της κρίση και τη σατιρική διάθεση που χαρακτηρίζει τις παρατηρήσεις της. Στο ίδιο εισαγωγικό κεφάλαιο, γράφει: «Μου φαίνεται τόσο παράξενο που είμαι υποχρεωμένη να γράψω όλα αυτά για τον εαυτό μου! Λες και αυτή η αφήγηση να είναι η αφήγηση της ΔΙΚΗΣ ΜΟΥ ζωής! Το μικρό μου κορμί όμως σύντομα θα αποσυρθεί στο παρασκήνιο» (κεφ. 3). Αυτή η πρόβλεψη δεν επιβεβαιώνεται.

Σάτιρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περισσότεροι αναγνώστες και μελετητές θεωρούν ως κεντρικό θέμα του Ζοφερού Οίκου την καταγγελία του δικαστηρίου Τσάνσερι που βασιζόταν στο εθιμικό δίκαιο. Τα δικαστήρια αυτού του είδους αποτελούσαν το ήμισυ του αγγλικού συστήματος αστικής δικαιοσύνης, λειτουργώντας παράλληλα με τα κανονικά δικαστήρια. Τα πρώτα ασχολούνταν με υποθέσεις που σχετίζονταν με διαθήκες και κτήματα, ή με τις χρήσεις ιδιοκτησιών. Για πολλά χρόνια και μέχρι τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, όσοι επεδίωκαν τη μεταρρύθμιση της αγγλικής νομοθεσίας επέκριναν τις καθυστερήσεις που παρατηρούνταν στις υποθέσεις αυτών των δικαστηρίων και γι' αυτό ο Ντίκενς ανακάλυψε σε αυτό το θέμα ένα δελεαστικό στόχο. (Είχε ήδη στοχοποιήσει τα κανονικά δικαστήρια και το δικηγορικό επάγγελμα στο μυθιστόρημα που εξέδωσε το 1837 με τίτλο Τα μεταθανάτια έγγραφα του Πίκγουικ Κλαμπ ή αλλιώς Tα έγγραφα του Πίκγουικ ). Διάφοροι μελετητές - όπως ο Άγγλος ιστορικός Σερ Γουίλιαμ Σιρλ Χόλντσγουερθ, σε μια σειρά διαλέξεων που έδωσε το 1928 με τίτλο Ο Τσαρλς Ντίκενς ως Ιστορικός του Δικαίου - αντιμετωπίζουν τα μυθιστορήματα του Ντίκενς και ιδιαίτερα το Ζοφερό Οίκο, ως κύριες πηγές για την ιστορία του αγγλικού δικαίου.

αυτανάφλεξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταξύ των εντυπωσιακών περιστατικών του Ζοφερού Οίκου, ξεχωρίζει και το εξής: ο Κρουκ, ένας από τους δευτερεύοντες χαρακτήρες του βιβλίου, αναδίδει μια μυρωδιά από θειάφι και τελικά αυταναφλέγεται και πεθαίνει. Αυτός ο τρόπος θανάτου ήταν ακόμη και στην εποχή του Ντίκενς εξαιρετικά αμφιλεγόμενος. Ο δέκατος ένατος αιώνας ήταν η περίοδος που η επιστημονική θέαση του κόσμου είχε αρχίσει να επικρατεί θριαμβευτικά. Οι συγγραφείς που ασχολούνταν με την επιστήμη, όπως και οι γιατροί και οι επιστήμονες, απέρριπταν την αυτανάφλεξη ως θρύλο ή δεισιδαιμονία. Όταν δημοσιεύτηκε η συνέχεια του Ζοφερού Οίκου με τον θάνατο του Κρουκ, ένας κριτικός λογοτεχνίας κατηγόρησε τον Ντίκενς ότι «δίνει αξία σε μια χυδαία παρανόηση».[18] Ο Ντίκενς υπερασπίστηκε σθεναρά την εγκυρότητα του φαινομένου της αυτανάφλεξης και την υποστήριξε παραθέτοντας πολλές υποτίθεται τεκμηριωμένες περιπτώσεις, αλλά και τις δικές του αναμνήσεις από αυτοψίες ιατροδικαστών που είχε παρακολουθήσει όταν ήταν δημοσιογράφος.

Κριτική αποτίμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζόρτζ Γκίσινγκ και ο Τζ. Κ. Τσέστερτον είναι μεταξύ αυτών των κριτικών και συγγραφέων που θεωρούν τον Ζοφερό Οίκο ως το καλύτερο μυθιστόρημα που έγραψε ο Ντίκενς. Όπως έλεγε ο Τσέστερτον: "Ο Ζοφερός Οίκος δεν είναι σίγουρα το καλύτερο βιβλίο του Ντίκενς, αλλά είναι ίσως το καλύτερο μυθιστόρημά του". Ο Χάρολντ Μπλουμ, στο βιβλίο του Ο Δυτικός Κανόνας, θεωρεί τον Ζοφερό Οίκο ως το σπουδαιότερο μυθιστόρημα του Ντίκενς. Ο συγγραφέας ιστοριών τρόμου και υπερφυσικών ιστοριών Στίβεν Κινγκ το συμπεριέλαβε στα 10 αγαπημένα του βιβλία.[19]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Dickens, Charles (1868) [1852]. «preface». Bleak House. New York: Hurd and Houghton. σελ. viii. ISBN 1-60329-013-3. 
  2. Constantine, Alison. The Restoration of Brodsworth Hall & Gardens, February 2007 historical address, at Tickhill & District Local History Society
  3. Oldham, James. «A Profusion of Chancery Reform». Law and History Review. http://scholarship.law.georgetown.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1591&context=facpub. 
  4. Holdsworth, William S. (1928). Charles Dickens as a Legal Historian. Yale University Press. 
  5. Dickens, Charles (2003). Bleak HouseFree registration required. New York: The Penguin Group. σελίδες 21. ISBN 978-0-141-43972-3. 
  6. Dunstan, William. "The Real Jarndyce and Jarndyce." The Dickensian 93.441 (Spring 1997): 27.
  7. Jacqueline M. Labbe, ed. The Old Manor House by Charlotte Turner Smith, Peterborough, Ont.: Broadview Press, 2002 (ISBN 978-1-55111-213-8), Introduction p. 17, note 3.
  8. Dickens, Charles (2003). Bleak HouseFree registration required. New York: The Penguin Group. σελίδες 30. ISBN 978-0-141-43972-3. 
  9. Vladimir Nabokov, "Bleak House," Lectures on Literature. New York: Harcourt Brace Jovanovich, 1980. p. 90.
  10. Page, Norman, editor, Bleak House, Penguin Books, 1971, p. 955 (note 2 to Chapter 6).
  11. Roseman, Mill et al. Detectionary. New York: Overlook Press, 1971. (ISBN 0-87951-041-2)
  12. Singh, V (2010). «Reflections: neurology and the humanities. Description of a family with progeria by Charles Dickens». Neurology 75 (6): 571. doi:10.1212/WNL.0b013e3181ec7f6c. PMID 20697111. 
  13. Ewell Steve Roach & Van S. Miller (2004). Neurocutaneous Disorders. Cambridge University Press. p. 150. (ISBN 978-0-521-78153-4).
  14. Leek: Onecote, British History online
  15. «Dickens' London map». Fidnet.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Ιανουαρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 2013. 
  16. Nabokov, Vladimir, "Bleak House," Lectures on Literature. New York: Harcourt Brace Jovanovich, 1980. pp. 100–102.
  17. Alex Zwerdling. "Esther Summerson Rehabilitated" PMLA, Vol. 88, No. 3 (May 1973), pp. 429–439
  18. Hack, Daniel (2005). The Material Interests of the Victorian Novel, p. 49. University of Virginia Press.
  19. «Stephen King's Top Ten List (2007)». Top ten books. 27 Σεπτεμβρίου 2017. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Bleak House της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).