Ο Ελαφοκυνηγός (μυθιστόρημα)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ελαφοκυνηγός (αγγ.:The Deerslayer) είναι μυθιστόρημα του Τζέιμς Φένιμορ Κούπερ, που εκδόθηκε το 1841.

Το έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κεντρικός ήρωας σ' αυτή τη συναρπαστική περιπέτεια είναι κάποιος Ναθαναήλ Μπάμπο (Natty Bumppo). Ο Μπάμπο έζησε κι έδρασε τον 18ο αιώνα, τότε που οι Ινδιάνοι αντιμετώπιζαν ακόμη με πείσμα και φανατισμό τους λευκούς. Ήταν ένας γενναίος άντρας με ευγενικά αισθήματα και είχε αγαθές σχέσεις με τους Ινδιάνους, γιατί δεν τους πείραζε. Κυνηγούσε και σκότωνε μόνο ελάφια, γι' αυτό και τον έλεγαν ο "Ελαφοκυνηγός". Με αυτό το επίθετο τον ήξεραν όλοι. Ο Ελαφοκυνηγός συνδεόταν με φιλία μ' έναν Ινδιάνο, τον Τσίνγκατσγκουκ (Chingachgook), που είχε πέσει στη δυσμένεια των ομοφύλων του και που για να τον εκδικηθούν τού είχαν κλέψει την αρραβωνιαστικιά του. Φυσικά, ο Ελαφοκυνηγός έτρεξε να τον βοηθήσει, αλλά στο δρόμο του συνάντησε τον λευκό άποικο Χάρρυ, που του πρότεινε να κάνουν μαζί μία επίσκεψη στο σπιτικό κάποιου γνωστού του ονόματι Χάτερ. Ο Χάτερ ήταν από τους πρώτους άποικους στα μέρη και με τις δύο τολμηρές κόρες του, την Ζούντιθ και την Χάττυ, είχαν εγκατασταθεί σ' ένα μικρό ποταμόπλοιο.

Πράγματι ο Ελαφοκυνηγός δέχτηκε να προσφέρει τη συντροφιά του και τη συνδρομή του κι έτρεξε με τον Χάρρυ να βοηθήσει την μικρή οικογένεια που, σύμφωνα με πληροφορίες που είχε, κινδύνευε από τους Ινδιάνους. Μόλις τα δύο κορίτσια του Χάτερ είδαν τον Ελαφοκυνηγό, ένιωσαν ανακούφιση. Δεν χάρηκαν όμως για πολύ γιατί οι Ινδιάνοι που παραμόνευαν στα δέντρα της όχθης επιτέθηκαν ξανά. Επακολούθησε άγρια πάλη και τέλος, χάρη στην επέμβαση του γενναίου Ελαφοκυνηγού, υποχώρησαν.

Ο γερο-Χάττερ και η μεγαλύτερη κόρη του, η Ζούντιθ, ευχαρίστησαν τον Ελαφοκυνηγό, παραπονέθηκαν όμως γιατί απέφευγε να σκοτώσει με το όπλο του τους Ινδιάνους. Τότε ο Ελαφοκυνηγός αποκάλυψε στους φίλους του ότι οι Ινδιάνοι δεν είναι εχθροί του και ότι είναι κι αυτοί άνθρωποι. Ο γερο-Χάττερ δυσαρεστήθηκε με τα λόγια του αυτά. Αντίθετα, όμως, η μικρότερη κόρη του, η Χάττυ, που ήταν ένα φιλόθρησκο αλλά κουτό κορίτσι, συμφώνησε με τη γνώμη του Ελαφοκυνηγού.

Εκείνη την ώρα πλησίασε με μια βάρκα ένας από τη φρουρά που είχε αναλάβει τη φύλαξη του μεγάλου ποταμιού κι ανάγγειλε πως ο στρατιωτικός διοικητής αύξησε την επικήρυξη για κάθε κεφάλι Ινδιάνου και τους κάλεσε να πάνε μαζί του για να σκοτώσουν μερικούς. Όλοι δέχτηκαν με χαρά. Ο Ελαφοκυνηγός όμως αρνήθηκε.

Τα αποτελέσματα της σύγκρουσης ήταν άσχημα για τους λευκούς, γιατί οι Ινδιάνοι τούς κύκλωσαν κι έπιασαν αιχμαλώτους τον γερο-Χάττερ και την κόρη του, Ζούντιθ.

Ο Ελαφοκυνηγός, που έμαθε το γεγονός, πρότεινε στη μικρή αδελφή της Ζούντιθ να πάει στον αρχηγό των Ινδιάνων και να του προσφέρει λύτρα για την απελευθέρωση του πατέρα της και της αδελφής της καθώς και δυο μικρά ελεφαντάκια από ελεφαντόδοντο που βρέθηκαν στο σπίτι και ήταν κειμήλια της οικογένειας της οικογένειας του Χάττερ. Πράγματι η Χάττυ έφυγε με τα ελεφαντάκια ενώ ο Ελαφοκυνηγός, που στο μεταξύ είχε ανταμώσει τον Ινδιάνο φίλο του, Τσίνγκατσγκουκ, έτρεξε στο κατόπιν της.

Στο τέλος, ο Ελαφοκυνηγός κατορθώνει να απελευθερώσει τους φίλους του και ο ίδιος συνεχίζει την ειρηνική δράση του δίνοντας έτσι το παράδειγμα της συμφιλίωσης των λευκών με τους Ινδιάνους.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Ο Ελαφοκυνηγός», Κλασικά εικονογραφημένα, Εκδόσεις Ατλαντίς, Νο 1009