Ο Δράκος (ταινία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο Δράκος
Wiki cinema drakos.JPG
Κινηματογραφική αφίσα.
ΣκηνοθεσίαΝίκος Κούνδουρος
ΠαραγωγήΑθηναϊκή Κινηματογραφική εταιρια
ΣενάριοΙάκωβος Καμπανέλλης
ΠρωταγωνιστέςΝτίνος Ηλιόπουλος
Μαργαρίτα Παπαγεωργίου
Γιάννης Αργύρης
Θανάσης Βέγγος
ΜουσικήΜάνος Χατζιδάκις
ΤραγούδιΜαργαρίτα Παπαγεωργίου
ΦωτογραφίαΚώστας Θεοδωρίδης
ΜοντάζΝίκος Κούνδουρος
ΣκηνογραφίαΠαναγιώτης Παπαδόπουλος
Τάσος Ζωγράφος
Πρώτη προβολή5 Μαρτίου 1956 (Ελλάδα)
Κυκλοφορία11 Ιουνίου 2002 (DVD)
Διάρκεια85'
ΠροέλευσηΕλλάδα
Γλώσσαελληνική

Ο Δράκος είναι ο τίτλος ελληνικής κινηματογραφικής ταινίας του σκηνοθέτη Νίκου Κούνδουρου, βασισμένη σε σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη.

Γυρίστηκε στην Ελλάδα και πρωτοεμφανίστηκε στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Βενετίας. Όταν προβλήθηκε στις ελληνικές αίθουσες το 1956 αντιμετώπισε εμπορική αποτυχία αλλά και επιθετικότητα μεγάλης μερίδας του τύπου. Είναι χαρακτηριστικό πως οι εφημερίδες της εποχής «Εστία» και «Αυγή», κατηγόρησαν την ταινία ως ανθελληνική ζητώντας την επέμβαση του εισαγγελέα. Ο Δράκος αναγνωρίζεται σήμερα ως μία από τις πιο σημαντικές ταινίες στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου που συνδυάζει στοιχεία από τον ιταλικό νεορεαλισμό, τον γερμανικό εξπρεσιονισμό αλλά και το Φιλμ νουάρ. Ανάμεσα στα προτερήματα της ταινίας είναι και η μουσική επένδυση, έργο του Μάνου Χατζιδάκι.

Πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας ασήμαντος τραπεζικός υπάλληλος, ο Θωμάς (Ντίνος Ηλιόπουλος), ετοιμάζεται να περάσει μόνος τις διακοπές της Πρωτοχρονιάς όταν τρομοκρατημένος συνειδητοποιεί ότι μοιάζει μ’ έναν κακοποιό που οι εφημερίδες αποκαλούν "Ο Δράκος". Λόγω της παρεξήγησης, η αστυνομία τον καταδιώκει και αυτός βρίσκει καταφύγιο σ’ ένα καμπαρέ. Μες στη διφορούμενη γοητεία της νύχτας, μία συμμορία του υποκόσμου (οι άνθρωποι του καμπαρέ), τον αντιμετωπίζουν ως τον γνήσιο Δράκο και μία χορεύτρια, η λεγόμενη Κάρμεν (Μαρίκα Λεκάκη), τον συμπαθεί και τον προστατεύει. Εκεί ο Θωμάς γνωρίζει την Ρούλα (Μαργαρίτα Παπαγεωργίου), το "μωρό" οπως την αποκαλούν, ένα νεαρό κορίτσι, ορφανό μετά τον βομβαρδισμό του Πειραιά, που το περιμάζεψε η Κάρμεν και το οδήγησε στο καμπαρέ. Το αφεντικό (Γιάννης Αργύρης), ο "Χοντρός" όπως τον αποκαλούν, είναι ερωτευμένος με το "μωρό", την μαλώνει από ζήλεια και δεν την αφήνει να φύγει από τον έλεγχό του. Η ίδια είναι αθώα, με αγνή, σχεδόν παιδική ψυχή και επιθυμεί να φύγει από το καμπαρέ και τον υπόκοσμο, στον οποίο είναι υποχρεωμένη να κινείται. Η εμφάνιση του υποτιθέμενου "Δράκου", δηλαδή του Θωμά, σηματοδοτεί κάτι καινούργιο στη ζωή της. Ο Θωμάς έχει αγνή ψυχή, η ζωή του όλη έχει κυλήσει στη μοναξιά, τον χαρακτηρίζει η ευγένεια και η διακριτικότητα. Και ενώ οι άνθρωποι του καμπαρέ, το ίδιο το αφεντικό, τον αντιμετωπίζουν ως τον διαβόητο κακοποιό και θεωρούν τις ιδιότητές του ως ένδειξη σκληρότητας, η Ρούλα, το "μωρό" βλέπει σε αυτόν έναν άνθρωπο που διαφέρει από τον υπόκοσμο, στον οποίο έχει συνηθίσει να ζει. Η παρουσία του την ελκύει και την παρηγορεί. Τους ενώνει η αγνότητα των ψυχών τους και η μοναξιά. "Μακάρι να είσασταν ένας διαφορετικός άνθρωπος, ένας συνηθισμένος, σαν όλους τους άλλους", επαναλαμβάνει η Ρούλα, θεωρώντας τον Θωμά ως τον "Δράκο", τον κακοποιό. "Πείτε πως είμαι ένας απλός υπάλληλος τραπέζης", απαντάει ο Θωμάς ευτυχισμένος. Η σχέση τους είναι λευκή και δυνατή.

Ο Θωμάς και το "μωρό" περνούν μαζί την ημέρα της Πρωτοχρονιάς. Περιφέρονται στους δρόμους της Αθήνας ευτυχισμένοι και ξέγνοιαστοι, μακριά από το νοσηρό κλίμα του καμπαρέ. Το ίδιο βράδυ ο Θωμάς συλλαμβάνεται από την αστυνομία, η οποία θεωρεί ότι έχει συλλάβει τον αληθινό "Δράκο". Στο αστυνομικό τμήμα γίνεται η αναγνώριση. Δεν είναι ο "Δράκος" αλλά ένας απλός άνθρωπος που φέρει ομοιότητα με τον κακοποιό. Αφήνεται ελεύθερος. 
 Στο μεταξύ, οι άνθρωποι του καμπαρέ μαθαίνουν για την σύλληψη του αρχηγού τους. Ο "Χοντρός", ο ιδιοκτήτης του καμπαρέ, αποφασίζει: Η επιχείρηση θα γίνει έστω και υπό αυτές τις συνθήκες. Ο "Δράκος" δεν γίνεται να συλληφθεί. "Θα φάει τα σίδερα και θα έρθει". Και τότε εμφανίζεται ο Θωμάς. Τον υποδέχονται με πανηγυρισμό. 
Ο Θωμάς ταυτίζεται με τον καινούργιο του ρόλο, αυτόν του "Δράκου", του αρχηγού της συμμορίας. Στόχος τους είναι να πουλήσουν έναν από τους στύλους του ναού του Ολυμπίου Διός σε έναν Αμερικανό αγοραστή που έχει ενδιαφερθεί. Το μήνυμα του σκηνοθέτη για την έκπτωση των ηθών και τον εκμαυλισμό της ελληνικής κοινωνίας από τις προσδοκίες που τρέφουν για το χρήμα της Δύσης είναι έκδηλο. Υπογραμμίζεται ιδιαιτέρως από τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, στην χαρακτηριστική σκηνή όπου η ορχήστρα του μαγαζιού παίζει για τους Αμερικανούς θαμώνες ένα "ελληνικό γούγκι μπούγκι", το οποίο δεν είναι άλλο από την γνωστή νεραντζούλα, το παραδοσιακό τραγούδι, τόσο παραλλαγμένο που μόλις και μετά βίας αναγνωρίζεται. Ο Θωμάς έχει ηθικούς ενδοιασμούς που τον αποτρέπουν από το να συμμετέχει στην αρχαιοκαπηλία. Τελικά ακολουθεί τον ρόλο που του δόθηκε. 

Η συμμορία προετοιμάζεται πίνοντας και χορεύοντας έναν υποβλητικό, βαρύ ζεϊμπέκικο χορό. Ο καθένας μιλάει για τις ανάγκες του, αυτές που θα ικανοποιηθούν αν επιτύχει η επιχείρηση. Ο χορός, οι ευχές και οι προσευχές των παρανόμων παίρνουν τη μορφή μιας παράδοξης τελετουργίας. 'Ολοι εναποθέτουν τις ελπίδες τους στον "Δράκο". Η αληθινή του όμως ταυτότητα αποκαλύπτεται λίγο πριν ξημερώσει και τότε εκείνος βρίσκει τραγικό τέλος από την συμμορία.

Η ταινία είναι βαθιά υπαρξιακή. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης (Νίκος Κούνδουρος) την χαρακτηρίζει "εγκεφαλική" σε συνέντευξή του στον Λάκη Παπαστάθη, στην εκπομπή Παρασκήνιο, παραγωγή: CINETIC 2012. Έχει συμπεριληφθεί στις 100 καλύτερες Ευρωπαϊκές ταινίες για τον 20ο αιώνα.

Διανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βραβεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αντωνία Βουτσαδάκη, Ο Δράκος του Νίκου Κούνδουρου. Ένας πολιτικός κινηματογράφος, εκδ. Αιγόκερως, Αθήνα, 2006

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]