Ο Γέρος και η Θάλασσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο γέρος και η θάλασσα
Συγγραφέας Έρνεστ Χέμινγουέι
Χώρα Η.Π.Α
Γλώσσα Αγγλική
Είδος Λογοτεχνία (διήγημα)
Δημοσιεύθηκε 1952. Εκδ. οίκος Charles Scribner's Sons
Τύπος μέσου Έντυπο
Σελίδες 127
Βραβεία Βραβείο Πούλιτζερ, (1953)
OCLC 19793
Έπεται του νουβέλα Μέσα απ' το ποτάμι και στα δένδρα (1950)
Προηγείται του συλλογή διηγημάτων Τα χιόνια του Κιλιμάντζαρο (1961)

Ο Γέρος και η θάλασσα (αγγλικά: The Old Man and the Sea‎) είναι νουβέλα που γράφτηκε από τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ το 1951 στις Μπαχάμες και δημοσιεύθηκε το 1952. Το 1953 ο Χέμινγουεϊ έλαβε για αυτό το Βραβείο Πούλιτζερ (Μυθοπλασίας) και η έκδοσή του συνετέλεσε στην απονομή του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1954. Το διήγημα αναφέρεται σε έναν γέρο ψαρά που μόνος και αβοήθητος παλεύει απελπισμένα στον ωκεανό, στα ανοιχτά της Κούβας, με έναν τεράστιο ξιφία.

Πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήρωας της ιστορίας είναι ο Σαντιάγκο, ένας φτωχός και ηλικιωμένος ψαράς που για 84 ημέρες έχει αποτύχει να πιάσει έστω κι ένα ψάρι.[1] Τις πρώτες σαράντα μέρες είχε μαζί του ένα παιδί, τον Μανολίνο, στη συνέχεια όμως βγαίνει μόνος με τη βάρκα για ψάρεμα.[2]

Την επόμενη, 85η ημέρα, κατορθώνει να ψαρεύψει ένα ψάρι τεραστίων διαστάσεων, έναν ξιφία, το οποίο όμως δυσκολεύεται να το τραβήξει στην ξηρά. Αγωνίζεται δυο ολόκληρα μερόνυχτα και στο τέλος πετυχαίνει να νικήσει το ψάρι. Καταπονημένος όπως είναι, αδυνατεί να το ανεβάσει στη βάρκα, λόγω και του τεράστιου βάρους του ψαριού. Έτσι, αποφασίζει να το δέσει στο πλάι και ξεκινά το δρόμο της επιστροφής, κάνοντας όνειρα για τη θριαμβευτική επιστορφή στο χωριό του. Ωστόσο, η τύχη δεν είναι με το μέρος του. Η θάλλασα θα παίξει μαζί του ένα τελευταίο, άσχημο παιχνίδι.[1] Οι καρχαρίες, κατά τη διάρκεια της διαδρομής, κατασπάραξαν το μεγάλο ψάρι που είχε πιάσει ο Σαντίαγκο. Έτσι, όταν πλέον μπαίνει στο λιμάνι, το μόνο που έχει απομείνει να θυμίζει το κατόρθωμα του γερο-ψαρά είναι το μέγαλο άσπρο κόκαλο του ξιφία.[3] Είναι νύχτα, και ο Σαντιάγκο ανηφορίζει από το λιμάνι προς την καλύβα του, κουβαλώντας το κατάρτι της βάρκας του. Την επομένη το πρωί εμφανίζεται ο Μανολίνο, που του φέρνει καφέ και μαζί κάνουν σχέδια για μελλοντικές ψαριές. Κατόπιν ο Σαντιάγκο αποκοιμιέται, ονειρευόμενος λιοντάρια τα οποία παίζουν στην παραλία.[4]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Από κείμενο της ιταλικής εφημερίδας La Repubblica, στο: «Ο γέρος και η θάλασσα, Έρνεστ Χέμινγκγουεϊ». biblionet. http://www.biblionet.gr/book/122026/Hemingway,_Ernest,_1899-1961/%CE%9F_%CE%B3%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%B7_%CE%B8%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%B1. Ανακτήθηκε στις 11-12-2017. 
  2. Earl Rovit, «Επίλογος», στο: Έρνεστ Χέμινγουαιη (π. 1979). O γέρος και η θάλασσα. Mετάφραση: Γεωργία Αλεξίου. Σειρά: Κλασική Λογοτεχία, αρ. 11. Αθήνα: Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, σελ. 91. 
  3. «Ο γέρος και η θάλασσα, Ernest Hemingway». Βιβλιοπωλείο Πολιτεία. https://www.politeianet.gr/books/9789600355642-hemingway-ernest-kastaniotis-o-geros-kai-i-thalassa-222891. Ανακτήθηκε στις 11-12-2017. 
  4. Earl Rovit, ό.π., σελ. 92.