Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ο Αλή Μπαμπά και οι σαράντα κλέφτες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο Αλή Μπαμπά και οι σαράντα κλέφτες
ΤίτλοςHistoire d’Ali Baba et de quarante voleurs exterminés par une esclave
ΓλώσσαΓαλλικά
ΧαρακτήρεςΑλί Μπαμπά, Cassim και Morgiana
Commons page Σχετικά πολυμέσα

«Ο Αλή Μπαμπά και οι σαράντα κλέφτες» (αραβ. علي بابا والأربعون لصا) είναι αραβικό παραμύθι, που σήμερα εντάσσεται στη μεγάλη γνωστή συλλογή Χίλιες και μια νύχτες - δεν ανήκε αρχικώς σε αυτή, αλλά προστέθηκε τον 18ο αιώνα από τον Γάλλο μεταφραστή Αντουάν Γκαλάν, ο οποίος το άκουσε από τον Σύρο παραμυθά Χάνα Ντιγιάμπ. Ως μία από τις δημοφιλέστερες ιστορίες της συλλογής, έχει δημοσιευθεί και μεταφερθεί επανειλημμένα σε πολλά μέσα σε όλο τον κόσμο, ιδίως για παιδιά (για τα οποία τα πιο βίαια περιστατικά του παραμυθιού συχνά αφαιρούνται).

Στην αρχική εκδοχή του μύθου, ο Αλή Μπαμπά (αραβ. عَلِيّ بَابَا) είναι ένας φτωχός ξυλοκόπος που ανακαλύπτει τον μυστικό θησαυρό ενός λημεριού κλεφτών, όπου εισέρχεται με την περίφημη μαγική φράση «σουσάμι άνοιξε». Οι κλέφτες προσπαθούν να τον ανακαλύψουν, ενώ ο πλούσιος και φιλοχρήματος αδελφός του, ο Κασίμ (αραβ. قاسم), επιχειρεί να κλέψει τον θησαυρό. Αλλά η πιστή και έξυπνη σκλάβα του Αλή Μπαμπά, η Μοργκιάνα (مرجانة), ανατρέπει τα σχέδιά τους κάθε φορά. Στο τέλος ο Αλή Μπαμπά παντρεύει τον γιο του με τη Μοργκιάνα και κρατά το μυστικό του θησαυρού.

Ιστορία του κειμένου

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το παραμύθι προστέθηκε στη συλλογή Χίλιες και μία νύχτες (γνωστή και ως «τα παραμύθια της Χαλιμάς») από τον μεταφραστή Αντουάν Γκαλάν, στην έκδοσή του με τίτλο Les Mille et Une Nuits (1704-1717). Ο Γκαλάν ήταν Γάλλος ανατολιστής και το άκουσε σε προφορική μορφή στο Παρίσι από έναν Σύρο Μαρωνίτη παραμυθά, τον Χάνα Ντιγιάμπ από το Χαλέπι.[1] Σε κάθε περίπτωση, το παλαιότερο γνωστό κείμενο του παραμυθιού είναι η παραπάνω γαλλική έκδοση του Γκαλάν. Ο Ρίτσαρντ Φράνσις Μπάρτον το συμπεριέλαβε στους συμπληρωματικούς τόμους (και όχι στην κυρίως συλλογή) της μεταφράσεώς του των 1001 νυχτών (εκδόθηκε με τον τίτλο The Book of the Thousand Nights and a Night).[2]

Ο Αμερικανός ανατολιστής Ντάνκαν Μπλακ Μακντόναλντ νόμισε ότι είχε ανακαλύψει ένα αραβικό χειρόγραφο του Αλή Μπαμπά… στη Βοδλεϊανή Βιβλιοθήκη[3], αλλά αργότερα βρέθηκε ότι ήταν πλαστό.[4]

Ο Αλή Μπαμπά και ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Κασίμ, είναι γιοι ενός εμπόρου. Μετά τον θάνατο του πατέρα τους, ο άπληστος Κασίμ νυμφεύεται μια πλούσια γυναίκα και γίνεται ευκατάστατος, ζώντας τεμπέλικα από τις δουλειές του πατέρα τους και τα πλούτη της συζύγου του. Ο Αλή Μπαμπά παίρνει ως σύζυγο μια φτωχή γυναίκα και καταλήγει στο επάγγελμα του ξυλοκόπου και συλλέκτη καυσόξυλων από το δάσος. Ο Κασίμ και η σύζυγός του περιφρονούν τον Αλή Μπαμπά και την οικογένειά του και δεν μοιράζονται τον πλούτο τους μαζί τους.

Μια μέρα ο Αλή Μπαμπά βρίσκεται στη δουλειά μαζεύοντας και κόβοντας καυσόξυλα στο δάσος, όταν τυχαίνει να ακούσει μια ομάδα σαράντα κλεφτών να επισκέπτονται τον αποθηκευμένο θησαυρό τους. Ο θησαυρός βρίσκεται σε μια σπηλιά, το στόμιο της οποίας σφραγίζεται από έναν τεράστιο βράχο. Ο βράχος ανοίγει την είσοδο όταν ακουστεί η μαγική φράση «σουσάμι άνοιξε» και την κλείνει όταν ακουστεί η φράση «σουσάμι κλείσε». Όταν οι κλέφτες έχουν φύγει, ο Αλή Μπαμπά μπαίνει ο ίδιος στη σπηλιά με το ίδιο «συνθηματικό» και παρόλο που υπάρχει ένα τεράστιο ποσό πλούτου συσσωρευμένο μέσα, παίρνει (όντας μη φιλοχρήματος) μόνο ένα σακουλάκι με χρυσά νομίσματα στο σπίτι.

Ο Αλή Μπαμπά και η γυναίκα του δανείζονται τη ζυγαριά της κουνιάδας του για να ζυγίσουν τον νέο τους πλούτο. Η σύζυγος του Κασίμ όμως βάζει μια σταγόνα κερί στον δίσκο του ζυγού, καθώς είναι περίεργη να μάθει τι είδους σιτηρά θέλει να μετρήσει ο φτωχός συγγενής της. Σαστίζει όταν βρίσκει ένα χρυσό νόμισμα κολλημένο στον δίσκο και το λέει στον άντρα της. Υπό την αφόρητη πίεση του αδελφού του, ο Αλή Μπαμπά υποχρεώνεται να του αποκαλύψει το μυστικό της σπηλιάς. Ο Κασίμ πηγαίνει στη σπηλιά, παίρνοντας μαζί του έναν γάιδαρο για να πάρει όσο το δυνατόν περισσότερο θησαυρό. Μπαίνει στη σπηλιά με τις μαγικές λέξεις. Ωστόσο, μέσα στην απληστία του για τον θησαυρό, ξεχνά τις λέξεις για να ξαναβγεί έξω και καταλήγει παγιδευμένος. Οι κλέφτες τον βρίσκουν εκεί και τον σκοτώνουν. Όταν ο αδελφός του δεν επιστρέφει, ο Αλή Μπαμπά πηγαίνει στη σπηλιά για να τον ψάξει και βρίσκει το πτώμα του διαμελισμένο, με κάθε κομμάτι εκτεθειμένο ακριβώς στην είσοδο της σπηλιάς, ως προειδοποίηση για οποιονδήποτε άλλο μπορεί να προσπαθήσει να εισέλθει.

Ο Αλή Μπαμπά φέρνει το πτώμα στο σπίτι, όπου εμπιστεύεται τη Μοργκιάνα, μια έξυπνη και ιδιαίτερα παρατηρητική σκλάβα από το σπίτι του Κασίμ, να κάνει τους άλλους να πιστέψουν ότι ο Κασίμ πέθανε από φυσικό θάνατο. Πρώτα η Μοργκιάνα αγοράζει φάρμακα από έναν φαρμακοποιό, λέγοντάς του ότι ο Κασίμ είναι βαριά άρρωστος. Στη συνέχεια βρίσκει έναν ηλικιωμένο ράφτη, γνωστό ως Μπαμπά Μουσταφά, τον οποίο πληρώνει, τού δένει τα μάτια και τον οδηγεί στο σπίτι του Κασίμ. Εκεί, κατά τη διάρκεια της νύχτας, ο ράφτης ράβει ξανά τα κομμάτια του σώματος του Κασίμ. Ο Αλή Μπαμπά και η οικογένειά του είναι σε θέση να κάνουν στον Κασίμ μια σωστή ταφή χωρίς κανείς να υποψιαστεί τίποτα. Η σύζυγος του Κασίμ δεν μαθαίνει για τη σπηλιά ή τον θησαυρό.

Οι κλέφτες, βρίσκοντας ότι το πτώμα λείπει, συνειδητοποιούν ότι κάποιος άλλος έμαθε το μυστικό τους, οπότε ξεκινούν να τον εντοπίσουν. Ένας από τους κλέφτες κατεβαίνει στην πόλη και συναντά τον Μπαμπά Μουσταφά, ο οποίος του εκμυστηρεύεται ότι μόλις έρραψε τα κομμάτια ενός πτώματος. Συνειδητοποιώντας ότι ο νεκρός πρέπει να ήταν το θύμα τους, ο κλέφτης ζητά από τον Μουσταφά να τον οδηγήσει στο σπίτι όπου έγινε η συρραφή. Ο ράφτης έχει ξανά δεμένα τα μάτια και σε αυτή την κατάσταση μπορεί να θυμηθει τα βήματά του και να βρει το σπίτι.

Ο κλέφτης σημαδεύει την πόρτα με ένα σύμβολο, έτσι ώστε οι άλλοι κλέφτες να επιστρέψουν εκείνο το βράδυ και να σκοτώσουν όλους τους κατοίκους του σπιτιού. Ωστόσο, η Moργκιάνα έχει δει τον κλέφτη και, πιστή στον αφέντη της, ματαιώνει το σχέδιό του σημαδεύοντας όλα τα σπίτια της γειτονιάς με παρόμοιο τρόπο. Όταν οι 40 κλέφτες επιστρέφουν εκείνο το βράδυ, δεν μπορούν να εντοπίσουν το σωστό σπίτι και ο αρχηγός τους σκοτώνει τον αποτυχημένο κλέφτη με έξαλλη οργή. Την επόμενη μέρα, ένας άλλος κλέφτης επισκέπτεται ξανά τον Μπάμπα Μουσταφά και προσπαθεί ξανά. Μόνο που αυτή τη φορά κόβει ένα μικρό κομμάτι από το πέτρινο σκαλοπάτι στην εξώπορτα του Αλή Μπαμπά. Και πάλι, η Moργκιάνα ματαιώνει το σχέδιο κάνοντας παρόμοιες κοπές σε όλα τα άλλα κατώφλια και ο δεύτερος κλέφτης σκοτώνεται επίσης για την αποτυχία του. Τότε ο αρχηγός των κλεφτών πηγαίνει ο ίδιος. Αυτή τη φορά, απομνημονεύει κάθε λεπτομέρεια που μπορεί από το εξωτερικό του σπιτιού του Αλή Μπαμπά.

Στη συνέχεια ο λήσταρχος προσποιείται ότι είναι ένας λαδέμπορος και ζητεί τη φιλοξενία του Αλή Μπαμπά για μια νύχτα, φέρνοντας μαζί του μουλάρια φορτωμένα με 38 πιθάρια με λάδι. Το πρώτο πιθάρι είναι πράγματι γεμισμένο μέχρι πάνω με λάδι, αλλά μέσα στα υπόλοιπα 37 κρύβονται οι εναπομείναντες κλέφτες. Μόλις ο Αλή Μπαμπά κοιμάται, οι κλέφτες έχουν σχέδιο να τον σκοτώσουν με όλο του το σόι. Και πάλι η Μοργκιάνα ανακαλύπτει (αυτή τη φορά τυχαία) το σχέδιο, όταν το λάδι στη λάμπα της τελειώνει και πάει να πάρει μια μικροποσότητα από τα πιθάρια του εμπόρου. Οι κλέφτες προδίδονται ένας-ένας ακούγοντας την προσέγγισή της και μπερδεύοντάς την με το αφεντικό τους. Αφού ξαναγεμίσει τη λάμπα της, η Μοργκιάνα σκοτώνει τους 37 κλέφτες ρίχνοντας ατα πιθάρια τους καυτό λάδι (προφανώς από το περιεχόμενο του πρώτου πιθαριού). Αργότερα, σταν ο αρχηγός τους έρχεται να ξεσηκώσει τους άνδρες του, ανακαλύπτει ότι είναι όλοι νεκροί και διεφεύγει. Το επόμενο πρωί, η Μοργκιάνα πληροφορεί τον Αλή Μπαμπά για τους κλέφτες στα πιθάρια. Τους θάβουν και ο Αλή Μπαμπά δείχνει την ευγνωμοσύνη του χαρίζοντας στη Μοργκιάνα την ελευθερία της. Ωστόσο, εκείνη συνεχίζει να ζει με τον Αλή Μπαμπά και την οικογένειά του.

Αποφασισμένος να πάρει εκδίκηση, ο αρχηγός των κλεφτών μεταμφιέζεται και πάλι σε έμπορο και, αγνώριστος, συνάπτει γνωριμία με τον γιο του Αλή Μπαμπά (ο οποίος διευθύνει πλέον την επιχείρηση του αείμνηστου θείου του), μέχρι που λίγο καιρό μετά προσκαλείται σε δείπνο στο σπίτι του Αλή Μπαμπά. Ωστόσο αναγνωρίζεται από τη Μοργκιάνα, η οποία εκτελεί έναν χορό με μαχαίρια, δήθεν για τη διασκέδαση των παρισταμένων, και σε μια στιγμή που ο λήσταρχος είναι χαλαρός, τού βυθίζει το μαχαίρι στην καρδιά. Ο Αλή Μπαμπά αρχικώς εξοργίζεται με την πράξη της, αλλά όταν εκείνη του δείχνει ότι και ο καλεσμένος τους ήταν επίσης οπλισμένος και ότι ήταν ο λήσταρχος των «40», αισθάνεται απέραντη ευγνωμοσύνη για τη γυναίκα που τού έσωσε τόσες φορές τη ζωή και την ανταμείβει παντρεύοντάς την με τον γιο του. Στο τέλος του παραμυθιού ο Αλή Μπαμπά μένει ο μόνος που γνωρίζει το μυστικό του θησαυρού στη σπηλιά και τον τρόπο προσπελάσεώς του. Πριν πεθάνει το λέει στον γιο του και έτσι η γενιά του όπως και ο ίδιος έζησε πλούσια και άνετα.

Μεταφορές σε άλλα μέσα και στον λαϊκό πολιτισμό

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι σήμερα το παραμύθι έχει ηχογραφηθεί ή έχει γίνει τραγούδι τουλάχιστον 13 φορές, ενώ έχει μεταφερθεί στο κινηματογράφο, κάποτε με μεγάλη τροποποίηση στην υπόθεση, τουλάχιστον 35 φορές (27 με ηθοποιούς και 8 με κινούμενα σχέδια) και στην τηλεόραση άλλες επτά. Το όνομα του Αλή Μπαμπά ή στοιχεία του μύθου βρίσκονται επίσης σε 6 βιντεοπαιχνίδια.


  1. Goodman, John (17 Dec 2017). «Marvellous Thieves adds a new chapter to Arabian Nights – Paulo Lemos Horta gives 'secret authors' their due in his study of the World Literature classic», North Shore News
  2. Burton, R.F. Supplemental Nights to the Book of the Thousand Nights and a Night with Notes Anthropological and Explanatory. III, fasc. 2. σελ. 369. (n.)
  3. MacDonald, Duncan Black (Απρίλιος 1910). «'Ali Baba and the forty thieves' in Arabic from a Bodleian MS». Journal of the Royal Asiatic Society of Great Britain & Ireland: 327-386. doi:10.1017/S0035869X00039575. https://babel.hathitrust.org/cgi/pt?id=mdp.39015020450691;view=1up;seq=387.
  4. Mahdi, Muhsin (1994). «Galland's Successors». The Thousand and One Nights: From the Earliest Known Sources; Part 3, "Introduction and Indexes".