Οχθοχελίδονο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Οχθοχελίδονο
Οχθοχελίδονο σε πτήση στη Σκωτία
Οχθοχελίδονο σε πτήση στη Σκωτία
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Υποσυνομοταξία: Σπονδυλωτά (Vertebrata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Στρουθιόμορφα (Passeriformes)
Οικογένεια: Χελιδονίδες (Hirundinidae)
Υποοικογένεια: Χελιδονίνες (Hirundininae)
Γένος: Ριπαρία (Riparia)
Είδος: Riparia riparia
Riparia riparia map.svg
Η γεωγραφική κατανομή του R. riparia: πορτοκαλί = αναπαραγωγή, κίτρινο = διαβατάρικο, μπλε = διαχείμανση
Υποείδη
  • R. r. dolgushini
  • R. r. eilata
  • R. r. ijimae
  • R. r. innominata
  • R. r. kolymensis
  • R. r. riparia
  • R. r. shelleyi
  • R. r. taczanowskii
Συνώνυμα
  • Hirundo riparia, Linnaeus, 1758
  • Cotile riparia (Linnaeus)[1]

Το οχθοχελίδονο (επιστημονική-λατινική ονομασία Riparia riparia, αγγλ. ονομασία στις ΗΠΑ bank swallow, στη Μ. Βρετανία collared sand martin, common sand martin), είναι είδος αποδημητικού πτηνού, που ανήκει στην οικογένεια του χελιδονιού, τις χελιδονίδες. Το θέρος του Βόρειου Ημισφαιρίου συναντάται πρακτικώς παντού στην Ευρώπη και τις μεσογειακές χώρες, αλλά και κατά μήκος της Παλαιαρκτικής, μέχρι τις ακτές του Ειρηνικού Ωκεανού, όπως και στη Βόρεια Αμερική. Ξεχειμωνιάζει στη ανατολική και τη νοτίως του ισημερινού Αφρική, τη Νότια Αμερική και την Ινδική υποήπειρο.

Ταξινομική και ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε για πρώτη φορά επιστημονικώς από τον Κάρολο Λινναίο στη 10η έκδοση (1758) του θεμελιώδους έργου του Systema Naturae. Αρχικώς το ονόμασε Hirundo riparia και η περιγραφή του ήταν απλώς «H[irundo] cinerea, gula abdomineque albis», δηλαδή «ένα σταχτί χελιδόνι με λευκό λαιμό και κοιλιά», ενώ η περιοχή όπου κυρίως συναντάται δινόταν απλώς ως «Ευρώπη».[2] Η ονομασία riparia σημαίνει «της όχθης» και προέρχεται από τη λατινική λέξη ripa = όχθη ποταμού.[3]

Το «χλομό οχθοχελίδονο» της βόρειας Ινδίας και της νοτιοανατολικής Κίνας θεωρείται σήμερα συνήθως ως διαφορετικό είδος, το Riparia diluta. Αυτό έχει πιο χλομό άνω μέρος στις ίδιες αποχρώσεις και λιγότερο έντονη/ευδιάκριτη ζώνη στο στήθος. Ξεχειμωνιάζει στο Πακιστάν και τη νότια Ινδία.[4]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οχθοχελίδονο έξω από δύο φωλιές στο χωριό Dziwnówek της Πολωνίας

Το οχθοχελίδονο είναι καφετί στο επάνω μέρος του σώματος και λευκό στο κάτω, με μια στενή καφετί ζώνη στο στήθος. Το ράμφος του είναι μαύρο, ενώ τα πόδια καφετιά. Τα νεαρά οχθοχελίδονα έχουν κεραμιδί χρώμα στις άκρες των καλυπτήριων φτερών των πτερύγων και στο περίγραμμα των δευτερευόντων.

Η καφετιά ράχη του, ο λευκός λαιμός, το μικρότερο μέγεθος και η πιο γρήγορη και ακανόνιστη πτήση του το ξεχωρίζουν εύκολα από τα άλλα παρόμοια χελιδόνια, όπως το λευκοχελίδονο (Delichon urbicum), το αμερικανικό είδος Petrochelidon pyrrhonota ή άλλα είδη του γένους Riparia. Μόνο το είδος Neophedina cincta που ζει μόνο στην υποσαχάρια Αφρική είναι πολύ παρόμοιο, αλλά το οχθοχελίδονο συναντάται εκεί μόνο κατά τον χειμώνα του Βόρειου Ημισφαιρίου.

Διαστάσεις[5]

  • Μήκος: 12 έως 14 cm
  • Άνοιγμα πτερύγων: 25 έως 33 cm
  • Μάζα: 11 έως 20 γραμμάρια

Το τιτίβισμα του οχθοχελίδονου είναι συνεχές όταν τα πουλιά πετούν και αποκτά έναν τόνο «συζητήσεως» αφότου έχουν τακτοποιηθεί στη φωλιά τους ή στο μέρος όπου κουρνιάζουν. Εκπέμπει μια τραχιά κραυγή όταν κάποιο περαστικό γεράκι, κοράκι ή άλλος πιθανός θηρευτής απαιτεί κοινή δράση για να απομακρυνθεί.

Συνήθειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενεργός αποικία φωλεών
Αποικία φωλεών που εγκαταλείφθηκε.

Ο Λινναίος είχε ήδη σχολιάσει τις συνήθειες του φωλιάσματος αυτού του είδους: «ζει στην Ευρώπη, μέσα σε οπές που σκάπτει σε απότομους αμμόλοφους». Τα οχθοχελίδονα προτιμούν τον τύπο εδάφους λες (loess) για το σκάψιμο της φωλιάς τους.[6] Γενικώς συναντώνται κοντά σε κάπως μεγάλα υδάτινα σώματα, όπως ποταμούς, λίμνες ή και τη θάλασσα, είτε στις χώρες φωλιάσματος, είτε στις χώρες όπου απλώς ξεχειμωνιάζει.[2][7]

Σε πολλά μέρη το οχθοχελίδονο εμφανίζεται ως το πρώτο χελιδόνι που επιστρέφει την άνοιξη, ιδίως στους βορειότερους τόπους, όπως στη Βρετανία, αρχίζοντας από τα τέλη Μαρτίου, προηγούμενο του κοινού χελιδονιού (σταβλοχελίδονου). Μόλις φθάσουν, τα οχθοχελίδονα πετούν φευγαλέα πάνω από τα μεγαλύτερα υδάτινα σώματα, αναζητώντας τα πρώτα κουνούπια. Αυτά που έρχονται μετέπειτα συνοδεύουν άλλα είδη χελιδονιών, αλλά για κάποιο διάστημα, που εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες, τα πουλιά παραμένουν σε αυτά τα υδάτινα σώματα και δεν επισκέπτονται τους τόπους φωλιάσματος. Από την άλλη, το ορθοχελίδονο, αναχωρεί επίσης νωρίς για τους τόπους ξεχειμωνιάσματος, τουλάχιστον από τα βορειότερα μέρη. Ουσιαστικά έχουν φύγει από τους τόπους αναπαραγωγής μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου.

Φωλιά με ένα αβγό

Η τροφή του οχθοχελίδονου αποτελείται από μικρά έντομα, ιδίως νηματόκερα δίπτερα, δηλαδή κουνούπια και γένη συγγενικά της μύγας, των οποίων οι προνύμφες είναι επίσης υδρόβιες.

Το οχθοχελίδονο είναι κοινωνικό ως προς το φώλιασμά του: από δέκα μέχρι πολλές εκατοντάδες ζευγάρια φωλιάζουν κοντά-κοντά στην ίδια τοποθεσία, ανάλογα με τον διαθέσιμο χώρο. Οι φωλιές τους βρίσκονται στο τέρμα μικρών σηράγγων, που έχουν μήκος από δέκα περίπου εκατοστόμετρα μέχρι και 1,2 μέτρο, σκαμμένων σε αμμώδες έδαφος. Η πραγματική φωλιά είναι στρωμένη με άχυρα και πούπουλα, σε έναν μικρό θάλαμο στο τέλος της σήραγγας, αλλά σύντομα γίνεται άντρο παρασίτων. Το οχθοχελίδονο γεννά 4 ή 5 λευκά αβγά στα μέσα ή στα τέλη Μαΐου, ενώ μια δεύτερη γέννα στο ίδιο έτος είναι συνηθισμένη σε όλες εκτός από τις βορειότερες περιοχές αναπαραγωγής.

Παγκοσμίως δεν είναι σπάνιο πτηνό και ταξινομείται ως «ελάχιστης ανησυχίας» (αλλά με τη σημείωση ότι ο πληθυσμός του μειώνεται)[8] από τη Διεθνή Ένωση Προστασίας της Φύσεως (IUCN). Προστατεύεται πάντως από ορισμένες χώρες και τοπικές διοικήσεις, καθώς ορισμένοι πληθυσμοί έχουν παρακμάσει ή αντιμετωπίζουν απειλές από την απώλεια ενδιαιτήματος και τον κατακερματισμό τους. Στον Καναδά καταχωρήθηκε ως «απειλούμενο» στο «Schedule 1» της ομοσπονδιακής Species at Risk Act (SARA) εξαιτίας της απώλειας του 98% του καναδικού πληθυσμού του κατά την προηγηθείσα τεσσαρακονταετία.[9] Επίσης θεωρείται απειλούμενο στην Καλιφόρνια, όπου υπάρχουν πληθυσμοί στην κοιλάδα του Σακραμέντο[10] και σε δύο παραλιακές τοποθεσίες.[11]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Bonhote, J. Lewis (1907). Birds of Britain. Λονδίνο: Adam and Charles Black. σελίδες 113/4. OCLC 1451688. 
  2. 2,0 2,1 Linnaeus, Carl (1758). Laurentius Salvius, επιμ. 101.4. Hirundo riparia. Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. 1 (10η έκδοση). Holmius [Stockholm]. σελ. 192. 
  3. Jobling, James A. (2010). The Helm Dictionary of Scientific Bird Names. Λονδίνο: Christopher Helm. σελ. 336. ISBN 978-1-4081-2501-4. 
  4. Turner, Angela· Rose, Chris (1989). Swallows and martins: an identification guide and handbookΑπαιτείται δωρεάν εγγραφή. Houghton Mifflin. ISBN 978-0-395-51174-9. 
  5. «Bank Swallow Identification, All About Birds, Cornell Lab of Ornithology». www.allaboutbirds.org. Ανακτήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2020. 
  6. Smalley, I.J., Smalley, G.J., O'Hara-Dhand, K., Jary, Z.: «Sand martins favour loess: how the properties of loess ground facilitate the nesting of Sand Martins/Bank Swallows/Uferschwalben (Riparia riparia L1758)», Quaternary International, τόμ. 296 (έτος 2013), σσ. 216-219, https://dx.doi.org/10.1016/j.quaint2012.03.059
  7. Accordi & Barcellos (2006)
  8. Η Riparia riparia στη [https://www.iucnredlist.org/en IUCN Red List of Threatened Species από τη BirdLife International
  9. «Species Profile (Bank Swallow) - Species at Risk Public Registry». wildlife-species.canada.ca. Ανακτήθηκε στις 25 Ιουνίου 2021. 
  10. Garrison, B.A. (1998). «Bank Swallow (Riparia riparia. The Riparian Bird Conservation Plan: A Strategy for Reversing the Decline of Riparian-associated Birds in California. http://www.prbo.org/calpif/htmldocs/species/riparian/bank_swallow_acct2.html. 
  11. Fish, Allen (Απρίλιος 2012). «Bank Swallows of Fort Funston». Golden Gate National Parks Conservancy. Ανακτήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 2014. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]