Ουγγρική Νομική Κύρωση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Ουγγρική Νομική Κύρωση του 1723 ήταν συνθήκη της ουγγρικής Εθνοσυνέλευσης με την οποία επικύρωνε την Νομική Κύρωση του 1713 Καρόλου ΣΤ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Με την επικύρωση αυτή η Δίαιτα της Ουγγαρίας αναγνώριζε τις κόρες του βασιλιά (αν δεν είχε: τις ανιψιές και τις αδελφές του) ως κληρονόμους του Θρόνου.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μελλοντική διαδοχή στο θρόνο του βασιλείου της Ουγγαρίας έγινε αμφιλεγόμενη με την άνοδο του άτεκνου Καρόλου Γ΄ (επίσης Αυτοκράτορα της Γερμανίας ως Καρόλου ΣΤ΄), του τελευταίου άνδρα του Οίκου των Αψβούργων, το 1711. Το ουγγρικό στέμμα είχε γίνει κληρονομική ιδιοκτησία των Αψβούργων το 1687, αλλά μόνο άνδρες μπορούσαν να το κληρονομήσουν. Ο Κάρολος ΣΤ΄ είχε συμφωνήσει ιδιωτικά με τον μεγαλύτερο αδελφό και τον προκάτοχό του, βασιλιά Ιωσήφ Α΄, με το Αμοιβαίο Σύμφωνο Διαδοχής το 1703. Αυτό προέβλεπε τη γυναικεία διαδοχή στη μοναρχία των Αψβούργων σε περίπτωση εξαφάνισης της ανδρικής γραμμής, αλλά έδινε προτεραιότητα στις κόρες του μεγαλύτερου -και όχι του επιζώντος- αδελφού. Ο Κάρολος ΣΤ΄ ήθελε να εξασφαλίσει όλα τα κληρονομικά του βασίλεια για τη δική του κόρη, αν είχε. [1]

Ουγγρικές αντιρρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρνούμενος να κάνει συνταγματικές παραχωρήσεις, ο Κάρολος ΣΤ΄ δεν κατάφερε να κερδίσει την ουγγρική έγκριση κατά τις διαπραγματεύσεις του 1712. Η Δίαιτα του βασιλείου της Κροατίας, παρά τη μακροχρόνια σχέση του με την Ουγγαρία, εξέδωσε τη δική του Πραγματική Κύρωση του 1712, εγκρίνοντας μονομερώς την πρόθεση του Καρόλου ΣΤ΄ και προκαλώντας την ουγγρική δυσαρέσκεια. Ο Κάρολος ΣΤ΄ επισημοποίησε την πρόθεσή του εκδίδοντας την πραγματιστική κύρωση του 1713, τονίζοντας το αδιαίρετο των περιοχών των Αψβούργων και τα δικαιώματα των μελλοντικών θυγατέρων του. Στη συνέλευση της Δίαιτας της Ουγγαρίας το 1715 ο Κάρολος ΣΤ΄ συμφώνησε, ότι η Δίαιτα έπρεπε να εκλέξει έναν βασιλιά, εάν απεβίωνε χωρίς άρρενα διάδοχο. Έλπιζε ακόμα για έναν γιο: ένα αρσενικό παιδί γεννήθηκε πράγματι το 1716, αλλά απεβίωσε την ίδια χρονιά. [1]

Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1710, ο Κάρολος ΣΤ΄ είχε μείνει με μόνο δύο παιδιά: τη Μαρία-Θηρεσία (γεννημένη το 1717) και τη Μαρία-Άννα (γεννημένη το 1718). Οι ανιψιές του, Μαρία-Ιωσηφίνα και Μαρία-Αμαλία (κόρες του Ιωσήφ Α΄), συμφώνησαν να παραχωρήσουν την αξίωσή τους στη Μαρία-Θηρεσία και τη Μαρία-Άννα, διευκολύνοντας σημαντικά την αποδοχή της Πραγματικής Κύρωσης του 1713 από τις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης. Ωστόσο οι προθέσεις του Καρόλου ΣΤ΄ δεν έγιναν ακόμη αποδεκτές από όλα τα βασίλειά του: η κομητεία του Τιρόλου και το βασίλειο της Ουγγαρίας αντιτάχθηκαν. Οι Ούγγροι πίστευαν, ότι η συμφωνία του 1687 για κληρονομική διαδοχή από άρρενες Αψβούργους είχε ήδη πάει πολύ μακριά και αντιτάχθηκαν στην επέκτασή της στις γυναίκες των Αψβούργων, προτιμώντας αντ' αυτού να επανέλθουν σε μια εκλεκτική μοναρχία. Το βασίλειο της Κροατίας και το πριγκιπάτο της Τρανσυλβανίας, δύο χωριστά εδάφη του Ουγγρικού Στέμματος που διοικούντο χωριστά, ενέκριναν αυτόνομα τη διαθήκη του βασιλιά το 1721 και το 1722 αντίστοιχα. [1]

Συμφωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1722 ο Κάρολος ΣΤ΄ ηγήθηκε άτυπων συζητήσεων με τους Ούγγρους, καθησυχάζοντάς τους με πολυάριθμες επιχορηγήσεις γης. Όταν η Δίαιτα συγκεντρώθηκε στο Πρέσενμπουργκ εκείνη τη χρονιά, ο Κάρολος ΣΤ΄ επέτυχε να υποβάλει τις προτάσεις του στην Κάτω Βουλή. Οι πιθανότητες αποδοχής των προτάσεών του ήταν ελάχιστες. [1] Ο προκαθήμενος της Ουγγαρίας, Χριστιανός-Αύγουστος της Σαξονίας-Τσάιτς, δεν μπόρεσε να προεδρεύσει στις συζητήσεις της Κάτω Βουλής, λόγω των φόβων ότι η συμπάθειά του για τον Ιωσήφ Α΄ θα τον έτρεπε να αντιταχθεί στο να παραμερίσει τις κόρες του Ιωσήφ Α΄ υπέρ του Καρόλου ΣΤ΄. [2] Ο Φέρεντς Σλούχα, συμβολαιογράφος της κομητείας του Ποζόνυ, έδωσε έναν διεγερτικό λόγο υπέρ του βασιλιά, εξασφαλίζοντας απροσδόκητα την υποστήριξη της Κάτω Βουλής. Η Άνω Βουλή ακολούθησε το παράδειγμά της. [3]

Έτσι η Δίαιτα συμφώνησε το 1723 να επεκτείνει τα δικαιώματα διαδοχής στις κόρες του Καρόλου Γ' (Μαρία-Θηρεσία και Μαρία-Άννα), ακολουθούμενες από τις κόρες του Ιωσήφ Α΄ (Μαρία-Ιωσηφίφα και Μαρία-Αμαλία), και τέλος στις κόρες του Λεοπόλδου Α΄ (Μαρία-Ελισάβετ, Μαρία-Άννα και Μαρία-Μαγδαληνή). [3] Οι βασιλικές εκλογές επρόκειτο να επαναληφθούν, εάν αυτές οι γραμμές επρόκειτο να εξαφανιστούν. Η Δίαιτα συμφώνησε, ότι η Ουγγαρία ήταν αδιαχώριστη από την υπόλοιπη μοναρχία των Αψβούργων και τόνισε την ανάγκη για κοινή δράση, ειδικά όταν επρόκειτο για την άμυνα. Σε αντάλλαγμα, ο Κάρολος Γ΄/ΣΤ΄ επιβεβαίωσε επίσημα τα δικαιώματα των τάξεων του βασιλείου και ιδιαίτερα αυτών των Ούγγρωνν ευγενών. [3]

Η Πραγματική Κύρωση του 1723 είχε μεγάλο αντίκτυπο στον Αυστρο-Ουγγρικό Συμβιβασμό του 1867. [3] Ο Ούγγρος πολιτικός Φέρεντς Ντεάκ υποστήριξε, ότι σύμφωνα με την πραγματιστική κύρωση του 1723, η συνταγματική διακυβέρνηση της Ουγγαρίας ήταν προϋπόθεση της κυριαρχίας των Αψβούργων στην Ουγγαρία. [4] Η εξωτερική πολιτική και η άμυνα, καθώς και η χρηματοδότησή τους, ήταν οι πιο σημαντικές κοινές υποθέσεις της Αυστρο-Ουγγαρίας, της προκύπτουσας δυαδικής μοναρχίας, που θα βασιστεί στην Πραγματιστική Κύρωση του 1723. [5]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Sugar 1994, σελ. 144.
  2. Ingrao 2000, σελ. 134.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Sugar 1994, σελ. 145.
  4. Sugar 1994, σελ. 245.
  5. Sugar 1994, σελ. 252.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]