Ολτζαϊτού
| Ολτζαϊτού | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Προφορά | |
| Γέννηση | 24 Μαρτίου 1280 |
| Θάνατος | 16 Δεκεμβρίου 1316 Σολτανίγιε |
| Τόπος ταφής | Soltaniyeh Dome |
| Χώρα πολιτογράφησης | Ιλχανάτο |
| Θρησκεία | Ισλάμ |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | μονάρχης στρατιωτικός |
| Οικογένεια | |
| Σύζυγος | Hajji Khatun |
| Τέκνα | Abu Sa'id Bahadur Khan, Dowlandî Khatun Sati Beg |
| Γονείς | Αργκούν |
| Αδέλφια | Γκαζάν |
| Οικογένεια | Ilkhanids |
| Στρατιωτική σταδιοδρομία | |
| Πόλεμοι/μάχες | Egyptian-Mongolian war |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | Χαν (1304–1316) |

Ο Ολτζαϊτού, [α] επίσης γνωστός ως Μοχαμέντ-ε Χονταμπαντέχ [β] (24 Μαρτίου 1282 – 16 Δεκεμβρίου 1316), ήταν ο 8ος ηγεμόνας της δυναστείας των Ιλχανιδών από το 1304 έως το 1316 στην Ταμπρίζ του Ιράν. [1] Το όνομά του «Οτζαϊτού» σημαίνει «ευλογημένος» στη μογγολική γλώσσα και το επώνυμό του «Χονταμπαντέχ» σημαίνει «δούλος του Θεού» στην περσική γλώσσα.
Ήταν γιος του ηγεμόνα των Ιλχανιδών, Αργκούν, αδελφός και διάδοχος του Μαχμούντ Γκαζάν (5ου διαδόχου του Τζένγκις Χαν) και δισεγγονός του ιδρυτή του Ιλχανάτου, Χουλεγκού Χαν.
Πρώιμη ζωή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Ολτζαϊτού γεννήθηκε από τον Αργκούν και την 3η σύζυγό του, την Κεραΐτισσα Χριστιανή Ουρούκ Χατούν, στις 24 Μαρτίου 1282, κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας τού πατέρα του στο Χορασάν. [2] Του δόθηκε το όνομα Χαρ-μπαντά (οδηγός μουλαριού) [3] κατά τη γέννησή του, ανατράφηκε ως βουδιστής και αργότερα βαπτίστηκε το 1291, [4] λαμβάνοντας το όνομα Νικολάι ( Νικόλαος) από τον πάπα Νικόλαο Δ΄. Ωστόσο, σύμφωνα με το Tαριχ-ί Ουλτζαϊτού (Ιστορία του Ολτζαϊτού), ο Ολτζαϊτού ήταν αρχικά γνωστός ως "Ολτζέι Μπουκά", στη συνέχεια ως "Τεμουντέρ" και τελικά ως "Καρμπάντα". [5] Διάφορες πηγές αναφέρουν επίσης ότι έβρεξε όταν γεννήθηκε, και οι ενθουσιασμένοι Μογγόλοι τον αποκαλούσαν με το μογγολικό όνομα Ολτζαϊτού (Өлзийт), που σημαίνει ευοίωνος. Αργότερα ασπάστηκε το σουνιτικό Ισλάμ μαζί με τον αδελφό του Γκαζάν. Όπως και ο αδελφός του, άλλαξε το μικρό του όνομα στο ισλαμικό όνομα Μουχαμάντ.
Συμμετείχε σε μάχες που αφορούσαν τον αγώνα του Γκαζάν εναντίον του Μπαϊντού. Μετά την άνοδο στον θρόνο του αδελφού του Γκαζάν, διορίστηκε αντιβασιλιάς του Χορασάν. [6] Παρά το γεγονός ότι είχε διοριστεί κληρονόμος του Γκαζάν από το 1299, αφού άκουσε την είδηση του τέλους του, προσπάθησε να εξαλείψει πιθανούς αντιπάλους του θρόνου. Η πρώτη τέτοια ενέργεια έγινε εναντίον του πρίγκιπα Αλαφράνγκ, γιου του Γκαϊχατού. Σκοτώθηκε από έναν απεσταλμένο του Ολτζαϊτού στις 30 Μαΐου 1304. [7] Ένας άλλος ισχυρός εμίρης, ο Χορκουντάκ, συνελήφθη και εκτελέστηκε επίσης. [8]
Βασιλεία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Έφθασε στην πεδιάδα Ουτζάν στις 9 Ιουλίου 1304 [9] και στέφθηκε στις 19 Ιουλίου 1304. [8] Ο Ρασίντ αλ-Ντιν έγραψε ότι υιοθέτησε το όνομα Ολτζεϊτού μετά την ενθρόνιση του αυτοκράτορα Γιουάν Ολτζεϊτού Τεμούρ στο Νταντού. Ο πλήρης βασιλικός του τίτλος ήταν Γκιγιάθ αλ-Ντιν Μουχαμάντ Χουνταμπαντά Ολτζεϊτού Σουλτάν. Μετά την άνοδό του στο θρόνο, έκανε αρκετούς διορισμούς, όπως τον Κουτλουκσάχ στη θέση του αρχιστράτηγου του στρατού του Ιλχανάτου, τον Ρασίντ αλ-Ντιν και τον Σαάντ αλ-Ντιν Σαβατζί ως βεζίρηδές του στις 22 Ιουλίου 1304. Ένας άλλος διορισμός ήταν ο Ασίλ αλ-Ντιν, γιος του Νασίρ αλ-Ντιν Τουσί, ως διάδοχος του πατέρα του στη θέση του επικεφαλής του αστεροσκοπείου Μαραγκέχ. Μία άλλη πολιτική απόφαση ήταν η ανάκληση του τίτλου του Κερμάν από τον Κουτλουκχανίδη Κουτμπ αλ-Ντιν Σαχ Τζαχάν στις 21 Απριλίου 1304. Ο Ολτζαϊτού διόρισε τον πεθερό του και θείο του Ιριντζίν ως αντιβασιλιά της Μ. Ασίας στις 27 Ιουνίου 1305.
Την ίδια χρονιά δέχθηκε πρεσβευτές από τη δυναστεία Γιουάν (19 Σεπτεμβρίου 1305), το χανάτο Τσαγκατάι (εκ μέρους του Τσαπάρ, γιου του Καϊντού και του Ντουβά, γιου του Μπαράκ) και τη Χρυσή Ορδή (8 Δεκεμβρίου 1305), εγκαθιδρύοντας μία ενδο-μογγολική ειρήνη.[8] Η βασιλεία του είδε επίσης ένα κύμα μετανάστευσης από την Κεντρική Ασία κατά τη διάρκεια του 1306. Ορισμένοι πρίγκιπες Μπορτζίγκιν, όπως ο Μινγκάν Κεούν (εγγονός του Αρίκ Μποκέ και παππούς του μελλοντικού Αρπά Κεούν), ο Σαρμπάν (γιος του Καϊντού ) και ο Τιμούρ (απόγονος του Τζότσι Κασάρ) έφθασαν στο Χορασάν με 30.000 [10] ή 50.000 οπαδούς.
Το 1306 ανέλαβε μία εκστρατεία στη Χεράτ εναντίον του ηγεμόνα των Καρτιδών, Φαχρ αλ-Ντιν, αλλά επέτυχε μόνο για λίγο. Ο εμίρης του, Ντανισμέντ, σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της ενέδρας. Ξεκίνησε τη δεύτερη στρατιωτική του εκστρατεία τον Ιούνιο του 1307 προς το Γκιλάν. Ήταν μία επιτυχία χάρη στις συνδυασμένες δυνάμεις εμίρηδων όπως οι Σουτάι, Εσέν Κουτλούκ, Ιριντζίν, Σεβίντς, Τσουπάν, Τογκάν και Μουμίν. Παρά την αρχική επιτυχία, ο αρχιστράτηγός του, Κουτλούκσαχ, ηττήθηκε και σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της εκστρατείας, γεγονός που άνοιξε το δρόμο για την άνοδο του Τσουπάν στις τάξεις. Στη συνέχεια, διέταξε μία άλλη εκστρατεία εναντίον των Καρτιδών, αυτή τη φορά υπό τη διοίκηση του γιου του εκλιπόντος εμίρη Ντανισμέντ, Μπουτζάι. Ο Μπουτζάι επέτυχε μετά από πολιορκία από τις 5 Φεβρουαρίου έως τις 24 Ιουνίου 1306, καταλαμβάνοντας τελικά την ακρόπολη. Ένα σώμα Φράγκων ειδικών καταπελτών είναι γνωστό ότι συνόδευσε τον στρατό των Ιλχανιδών σε αυτή την κατάκτηση.
Ένα άλλο σημαντικό γεγονός του 1307 ήταν η ολοκλήρωση του Τζαμί αλ-Ταβαρίχ από τον Ρασίντ αλ-Ντιν στις 14 Απριλίου 1307. Αργότερα, το 1307, ξκίνησε μία εξέγερση στο Κουρδιστάν υπό την ηγεσία κάποιου Μουσά, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ήταν ο Μαχντί. Η εξέγερση ηττήθηκε γρήγορα. [11] Μία άλλη θρησκευτική εξέγερση, αυτή τη φορά από 10.000 ισχυρούς Χριστιανούς, ξεκίνησε στο Ιρμπίλ. Παρά τις προσπάθειες του Μαρ Γιαχμπαλαχά να αποτρέψει την επικείμενη καταστροφή, η ακρόπολη τελικά καταλήφθηκε μετά από πολιορκία από στρατεύματα του Ιλχανάτου και κουρδικές φυλές την 1η Ιουλίου 1310, και όλοι οι υπερασπιστές σφαγιάστηκαν, συμπεριλαμβανομένων πολλών Ασσυρίων κατοίκων της κάτω πόλης. [12]

Μία σημαντική αλλαγή στη διοίκηση συνέβη το 1312, όταν ο βεζίρης του Ολτζαϊτού, Σαάντ αλ-Ντιν Σαβατζί, συνελήφθη με την κατηγορία της διαφθοράς, και εκτελέστηκε στις 20 Φεβρουαρίου 1312. Σύντομα αντικαταστάθηκε από τον Τατζ αλ-Ντιν Αλί Σαχ, ο οποίος θα ηγούνταν της πολιτικής διοίκησης του Ιλχανάτου μέχρι το 1323. Ένα άλλο θύμα της εκκαθάρισης ήταν ο Τατζ αλ-Ντιν Αβατζί, οπαδός του Σαάντ αλ-Ντιν. Ο Ολτζαϊτού ξεκίνησε επίσης μία τελευταία εκστρατεία εναντίον των Μαμελούκων, στην οποία δεν κατάφερε, αν και φέρεται να κατέλαβε για λίγο τη Δαμασκό. Ήταν όταν οι Μαμελούκοι εμίρηδες, ο πρώην κυβερνήτης του Χαλεπίου Σαμς αλ-Ντιν Καρά Σονκούρ και ο κυβερνήτης της Τρίπολης αλ-Αφράμ αυτομόλησαν στην Ολτζαϊτού. Παρά τα αιτήματα έκδοσης από την Αίγυπτο, ο Ιλχάν έθεσε τον Καρά Σονκούρ (τώρα με το νέο όνομα Ακ Σονκούρ) στο κυβερνείο της Μαραγκέχ και τον αλ-Αφράμ στο Χαμαντάν.[8] Ο Καρά Σονκούρ αργότερα έλαβε την Ολτζάθ, κόρη του Αμπακά Χαν στις 17 Ιανουαρίου 1314.[5]
Εν τω μεταξύ, οι σχέσεις μεταξύ άλλων μογγολικών βασιλείων οξύνονταν. Ο νέος χαν της Χρυσής Ορδής, ο Οζμπέκ, έστειλε έναν απεσταλμένο στον Ολτζαϊτού, ανανεώνοντας τις αξιώσεις του στο Αζερμπαϊτζάν στις 13 Οκτωβρίου 1312. Ο Ολτζαϊτού υποστήριξε επίσης τον τελευταίο κατά τη διάρκεια του πολέμου Τσαγκατάι-Γιουάν το 1314, προσαρτώντας το Νότιο Αφγανιστάν μετά την εκδίωξη τού Καραουνά.[8] Αφού απέκρουσε τους στρατούς των Τσαγκατάι, διόρισε τον γιο του Αμπού Σαΐντ να κυβερνήσει το Χορασάν και το Μαζανταράν το 1315 με τον Ουιγούρο ευγενή Αμίρ Σεβίντς ως κηδεμόνα του. Ένας άλλος απόγονος του Τζότσι Κασάρ, ο Μπαμπά Ογκούλ, έφθασε από την Κεντρική Ασία την ίδια χρονιά, λεηλατώντας το Χβαράζμ στο δρόμο του, προκαλώντας μεγάλη αναταραχή. Μετά από διαμαρτυρίες απεσταλμένων της Χρυσής Ορδής, ο Ολτζαϊτού αναγκάστηκε να εκτελέσει τον Μπαμπά, ισχυριζόμενος ότι δεν είχε ενημερωθεί για τέτοιες μη εξουσιοδοτημένες πράξεις.[10]
Η βασιλεία του Ολτζαϊτού μνημονεύεται επίσης για μία σύντομη προσπάθεια εισβολής των Ιλχανιδών στο Χιτζάζ. Ο Χουμαϊντά ιμπν Αμπού Νουμαΐ έφθασε στην αυλή του Ιλχανάτου το 1315. Ο Ιλχάν από την πλευρά του παρείχε στον Χουμαϊντά έναν στρατό αρκετών χιλιάδων Μογγόλων και Αράβων, υπό τη διοίκηση του Σαγίντ Ταλίμπ αλ-Ντιλκαντί, για να θέσει το Χιτζάζ υπό τον έλεγχο των Ιλχανιδών. Ωστόσο, λίγο αφότου η εκστρατεία πέρασε από τη Βασόρα, έλαβαν την είδηση του τέλους του Ιλχάν, και ένα μεγάλο μέρος του στρατού λιποτάκτησε. Οι υπόλοιποι -300 Μογγόλοι και 400 Άραβες- συντρίφθηκαν από μία ορδή τεσσάρων χιλιάδων Βεδουίνων με επικεφαλής τον Μουχαμάντ ιμπν Ισά (αδελφό του Μουχανά ιμπν Ισά) τον Μάρτιο του 1317.
Το τέλος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Απεβίωσε στο Σολτανίγιε στις 17 Δεκεμβρίου 1316,[8] έχοντας βασιλεύσει για δώδεκα χρόνια και εννέα μήνες. Στη συνέχεια, ο Ρασίντ αλ-Ντιν Χαμαντανί κατηγορήθηκε ότι προκάλεσε το τέλος του με δηλητηρίαση, και εκτελέστηκε. Τον Ολτζεϊτού διαδέχθηκε ο γιος του Αμπού Σαΐντ.
Θρησκεία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Ολτζαϊτού ασπαζόταν τον Βουδισμό, τον Χριστιανισμό και το Ισλάμ σε όλη του τη ζωή. Αφού διαδέχθηκε τον αδελφό του, ο Ολτζαϊτού επηρεάστηκε από τους Σιίτες θεολόγους Αλ-Χιλί και Μαϊθάμ Αλ Μπαχρανί. [14] [15] Αν και μία άλλη πηγή δείχνει ότι ασπάστηκε το Ισλάμ μέσω της πειθούς της συζύγου του. Μετά το τέλος του Αλ-Χιλί, ο Ολτζαϊτού μετέφερε τα λείψανα τού δασκάλου του από τη Βαγδάτη σε ένα θολωτό ιερό, που έκτισε στο Σολτανίγιε. Αργότερα, αποξενωμένος από τις φατριακές διαμάχες μεταξύ των Σουνιτών, ο Ολτζαϊτού άλλαξε τη σχολή σκέψης του σε Σιιτικό Ισλάμ το 1310. Κάποια στιγμή, σκέφτηκε ακόμη και να ασπαστεί τον Τενγκριισμό στις αρχές του 1310. Ο Μαμελούκος ιστορικός αλ-Σαφαντί ανέφερε στο βιογραφικό του λεξικό, Αγιάν αλ-Ασρ, ότι ο Ολτζαϊτού είχε γίνει ξανά Σουνίτης τα τελευταία χρόνια πριν από τον θάνατό του στο Ραμαζάνι του 716 Έ.Ε. [16]
Υστεροφημία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Επέβλεψε το τέλος της κατασκευής της πόλης Σολτανίγιε στις πεδιάδες Κονγκούρ-Ολένγκ το 1306. Το 1309, ο Ολτζεϊτού ίδρυσε ένα Νταρ αλ-Σαγιεντάχ («το σπίτι του Σαγιέντ») στο Σιράζ του Ιράν, και το προίκισε με εισόδημα 10.000 ντανανεέρ ετησίως. Ο τάφος του στη Σολτανίγιε, 300 χλμ. δυτικά της Τεχεράνης, παραμένει το πιο γνωστό μνημείο της Ιλχανιδικής Περσίας. Σύμφωνα με τον Ρούι Γκονζάλες ντε Κλαβίχο, το σώμα του εκτάφηκε αργότερα από τον Μιράν Σαχ. [17]
Σχέσεις με την Ευρώπη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Δείτε επίσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Χαζαρά
- Ολκαϊτό
Σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Morby, John (18 Σεπτεμβρίου 2014). «Persia, Il-Khans of». Dynasties of the World (στα Αγγλικά). Oxford University Press. ISBN 978-0-19-178007-3.
- ↑ Ryan, James D. (November 1998). «Christian wives of Mongol khans: Tartar queens and missionary expectations in Asia». Journal of the Royal Asiatic Society 8: 411–421. doi:.
- ↑ Dashdondog, Bayarsaikhan (7 Δεκεμβρίου 2010). The Mongols and the Armenians (1220-1335) (στα Αγγλικά). BRILL. σελ. 203. ISBN 978-90-04-18635-4.
- ↑ Jackson, Peter (1 Μαΐου 2014). The Mongols and the West: 1221-1410 (στα Αγγλικά). Routledge. σελ. 177. ISBN 978-1-317-87899-5.
- 1 2 Kāshānī, ʻAbd Allāh ibn ʻAlī.· كاشانى، عبد الله بن على. (2005). Tārīkh-i Ūljāytū (στα Περσικά). Hambalī, Mahīn., همبلى، مهين. (Chāp-i 2 έκδοση). Tehran: Shirkat Intishārat-i ʻIlmī va Farhangī. ISBN 964-445-718-8.
- ↑ Özgüdenli, Osman Gazi. «OLCAYTU HAN - TDV İslâm Ansiklopedisi». islamansiklopedisi.org.tr (στα Τουρκικά). Ανακτήθηκε στις 10 Απριλίου 2020.
- ↑ «ALĀFRANK – Encyclopaedia Iranica». www.iranicaonline.org. Ανακτήθηκε στις 10 Απριλίου 2020.
- 1 2 3 4 5 6 The Cambridge history of Iran. Volume V. Fisher, W. B. (William Bayne). Cambridge: University Press. 1968–1991. σελίδες 397–406. ISBN 0-521-06935-1.
- ↑ Tulibayeva, Zhuldyz M. (2018-06-26). «Mirza Ulugh Beg on the Chinggisids on the Throne of Iran: The Reigns of Öljaitü Khan and Abu Sa'id Bahadur Khan» (στα αγγλικά). Golden Horde Review 6 (2): 422–438. doi:. http://goldhorde.ru/en/stati2018-2-12/. Ανακτήθηκε στις 2020-04-10.
- 1 2 Jackson, Peter, 1948 January 27- (4 Απριλίου 2017). The Mongols & the Islamic world : from conquest to conversion. New Haven. σελίδες 201–206. ISBN 978-0-300-22728-4.
- ↑ Peacock, A. C. S. (17 Οκτωβρίου 2019). Islam, Literature and Society in Mongol Anatolia (στα Αγγλικά). Cambridge University Press. σελ. 249. ISBN 978-1-108-49936-1.
- ↑ Brill Online. Encyclopaedia of Islam. Second edition Second edition (στα Αγγλικά). Leiden: Brill Online.[νεκρός σύνδεσμος]
- ↑ Paskaleva, Elena (9 October 2023). «Samarqand's Congregational Mosque of Bibi Khanum as a Representation of Timurid Legitimacy and Rulership». Manazir Journal 5: 72. doi:. https://www.researchgate.net/publication/374560120.
- ↑ Alizadeh, Saeed· Alireza Pahlavani. Iran: A Chronological History. σελ. 137.
- ↑ Al Oraibi, Ali (2001). «Rationalism in the school of Bahrain: a historical perspective». Στο: Lynda Clarke, επιμ. Shīʻite Heritage: Essays on Classical and Modern Traditions. Global Academic Publishing. σελ. 336.
- ↑ الصفدي, صلاح الدين (1998). أعيان العصر وأعوان النصر. 4. دار الفكر المعاصر. σελ. 314.
- ↑ González de Clavijo, Ruy (2009). Embassy to Tamerlane, 1403-1406. Le Strange, G. (Guy), 1854-1933. Kilkerran: Hardinge Simpole. σελ. 162. ISBN 978-1-84382-198-4.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Atwood, Christopher P. (2004). The Encyclopedia of Mongolia and the Mongol Empire. Facts on File, Inc. (ISBN 0-8160-4671-9).
- ( (ISBN 0-295-98391-4)) page 87
- Foltz, Richard, Religions of the Silk Road, New York: Palgrave Macmillan, 2010, (ISBN 978-0-230-62125-1)
- Jackson, Peter, The Mongols and the West, Pearson Education, (ISBN 0-582-36896-0)
- Roux, Jean-Paul, Histoire de l'Empire Mongol, Fayard, (ISBN 2-213-03164-9)
- Ibn Fahd, Najm al-Din Umar ibn Muḥammad (1983–1984) [Composed before 1481]. Shaltūt, Fahīm Muḥammad, επιμ. Itḥāf al-wará bi-akhbār Umm al-Qurá إتحاف الورى بأخبار أم القرى (στα Αραβικά) (1st έκδοση). Makkah: Jāmi‘at Umm al-Qurá, Markaz al-Baḥth al-‘Ilmī wa-Iḥyā’ al-Turāth al-Islāmī, Kullīyat al-Sharīʻah wa-al-Dirāsāt al-Islāmīyah.
- Hope, Michael (2016). Power, Politics, and Tradition in the Mongol Empire and the Īlkhānate of Iran. Oxford University Press. ISBN 978-0198768593.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πολυμέσα σχετικά με το θέμα Ολτζαϊτού στο Wikimedia Commons