Ολοκληρωτικός καπιταλισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός (αγγλικά: totalitarian capitalism) αποτελεί για αρκετούς μαρξιστές διανοητές,[1][2] αλλά και για ορισμένες δυνάμεις του κομμουνιστικού κινήματος (βλ. ΝΑΡ),[3] ένα νέο στάδιο ανάπτυξης και κρίσης στην σχετικά μακραίωνη ύπαρξη του καπιταλισμού. Κάποιοι από αυτούς τους μαρξιστές διανοητές χρησιμοποιούν τον όρο "ασιατικός" καπιταλισμός" (ο Σλάβοϊ Ζίζεκ για παράδειγμα), ή/και "ύστερος καπιταλισμός".

Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, οι απαρχές της μετάβασης του καπιταλισμού στο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού εντοπίζονται κατά τη διάρκεια έναρξης της παγκόσμιας πετρελαϊκής κρίσης στις αρχές της δεκαετίας του '70, που χαρακτηρίστηκε από έντονα φαινόμενα υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων (τα ονομαζόμενα "λιμνάζοντα" κεφάλαια) σε συνδυασμό με την κλασσική κρίση υπερσυσσώρευσης στο πεδίο της κατανάλωσης (προϊόντα που δεν μπορούν να πωληθούν).

Η κατάσταση αυτή οδήγησε στην απότομη μείωση του "μέσου ποσοστού κέρδους" με αρνητικά αποτελέσματα στην κερδοφορία του κεφαλαίου, συνεπώς και στις επενδύσεις στον παραγωγικό τομέα αφού αυτές κρίθηκαν ασύμφορες. Η προσπάθεια σε παγκόσμιο επίπεδο των ηγετικών κύκλων του κεφαλαίου για την υπέρβαση αυτής της κρίσης, σηματοδότησε και τη μετάβαση στο νέο στάδιο του καπιταλισμού.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός σύμφωνα με τους υποστηρικτές του, χαρακτηρίζεται από σημαντικές μεταβολές σε σχέση με το προηγούμενο ιμπεριαλιστικό στάδιο τόσο στο επίπεδο της κοινωνίας, όσο και στο πεδίο της παραγωγής. Μια πρώτη σημαντική μεταβολή που σηματοδοτεί το πέρασμα του καπιταλισμού στο νέο στάδιο του "ολοκληρωτικού", είναι η είσοδος των νέων τεχνολογιών στην παραγωγή (ηλεκτρονική, βιογενετική κλπ). Η εφαρμογή των νέων τεχνολογιών οδήγησε σε μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, συνεπώς σε δραματική αύξηση απόσπασης της σχετικής υπεραξίας κάτι που δεν υπήρχε προηγουμένως.

Σε συνδυασμό με την παραπάνω μεταβολή, παρατηρούμε και μια δεύτερη εξίσου σημαντική: Είναι η επιβολή του νεοφιλελευθερισμού ως ηγεμονικής αντίληψης στην οικονομία και συνολικά στην κοινωνία. Η επιβολή αυτή επέτρεψε την σταδιακή -και μακρόχρονη- συρρίκνωση των εργασιακών δικαιωμάτων, την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και τις ιδιωτικοποιήσεις. Ως αποτέλεσμα παρατηρήθηκε η αύξηση απόσπασης και της ονομαζόμενης απόλυτης υπεραξίας η οποία προήρθε από την αύξηση των ωρών εργασίας, των ημερών εργασίας και την συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας.

Η διπλή διαδικασία της αύξησης στην απόσπαση της σχετικής και της απόλυτης υπεραξίας εντός της παραγωγής, είναι το πρώτο χαρακτηριστικό γνώρισμα της μετάβασης του καπιταλισμού στο νέο στάδιο.

Με αυτόν τον τρόπο έγινε κατορθωτή η προσωρινή ανάταξη του μέσου ποσοστού κέρδους, επιτρέποντας στο κεφάλαιο να αντιμετωπίσει την πρώτη εμφάνιση της κρίσης (κρίση των πετρελαίων), στις αρχές της δεκαετίας του '70. Για να γίνει κατορθωτή η εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στις χώρες όπου πρωτοεφαρμόστηκαν (Χιλή, ΗΠΑ, Μ. Βρετανία) οι τότε κυβερνήσεις του δικτάτορα Αουγούστο Πινοσέτ, του Ρόναλντ Ρήγκαν και της Μάργκαρετ Θάτσερ αντίστοιχα, ήρθαν σε σφοδρή σύγκρουση με τα συνδικάτα προχωρώντας σε σκληρή καταστολή πολλών απεργιακών αγώνων. Κάτι που σήμερα ως μοντέλο άσκησης πολιτικής γενικεύεται σε όλες σχεδόν τις καπιταλιστικές χώρες.[4]

Το δεύτερο βασικό γνώρισμα του νέου σταδίου ανάπτυξης μα και κρίσης του καπιταλισμού, είναι η τάση γενίκευσης της ουσιαστικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο και μέσω αυτής όλης της ανθρώπινης δραστηριότητας. Αυτό εξηγείται ως εξής: Μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, τμήματα της εργασίας (χειρωνακτικές εργασίες στην ύπαιθρο αλλά και στην πόλη) όπως και πλήθος άλλων ανθρώπινων δραστηριοτήτων (ψυχαγωγία, διασκέδαση, καλλιτεχνικές δραστηριότητες κλπ) παρέμενε εκτός της εμπορευματικής σφαίρας.

Εξαιτίας όμως της ραγδαίας τεχνολογικής ανάπτυξης των τελευταίων δεκαετιών, ο καπιταλισμός απέκτησε την δυνατότητα να εμπορευματοποιήσει σχεδόν το σύνολο της ανθρώπινης δραστηριότητας, εντάσσοντάς το στην εμπορευματική σφαίρα παραγωγής και κυκλοφορίας προϊόντων. Τούτο το χαρακτηριστικό του σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, είναι το πλέον επικίνδυνο όσον αφορά το μέλλον του πλανήτη και του ανθρώπου!

Η επέκταση της πίστωσης είναι το τρίτο χαρακτηριστικό γνώρισμα της μετάβασης του καπιταλισμού στο νέο στάδιο. Αποτέλεσε μια επίσης παγκόσμια επιλογή των ηγετικών κύκλων του κεφαλαίου για την αντιμετώπιση της πετρελαϊκής κρίσης. Ως αποτέλεσμα είχε, την υπερεπέκταση και ηγεμονία της χρηματοπιστωτικής μερίδας του κεφαλαίου σε βάρος του παραγωγικού και εμπορικού κεφαλαίου που επιτεύχθηκε δια μέσω των εξαγορών και των συγχωνεύσεων (διαδικασία που είχε ήδη ξεκινήσει από τις αρχές του 20ου αιώνα).

Η επέκταση όμως της πίστωσης ενώ έδωσε προσωρινή διέξοδο στα λιμνάζοντα κεφάλαια, διαμόρφωσε σε βάθος χρόνου τις περιβόητες "φούσκες" που βλέπουμε σήμερα να καταρρέουν, βαθαίνοντας τελικά ολοένα και περισσότερο την κρίση του καπιταλισμού.

Στο πολιτικό επίπεδο ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός, υπερβαίνει δομικά την αστική/φιλελεύθερη αντίληψη για τη δημοκρατία, προς όφελος ενός πολύ πιο αυταρχικού πολιτικού συστήματος, διαμορφώνοντας το τέταρτο χαρακτηριστικό γνώρισμα που σηματοδοτεί την μετάβαση του καπιταλισμού στο νέο στάδιο. Τούτο εξηγείται ως εξής: Ενώ για παράδειγμα, τα φασιστικά καθεστώτα του μεσοπολέμου θεωρήθηκαν "εκτροπή" από την πάγια αρχή της κοινοβουλευτικής/αστικής δημοκρατίας, σήμερα μεταλλάσσεται δομικά η ίδια η αστική/κοινοβουλευτική δημοκρατία σε πολύ πιο αυταρχικό/ολιγαρχικό μοντέλο διακυβέρνησης (κοινοβουλευτικός ολοκληρωτισμός).[5][6] [7]

Τέλος, ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός ενσωματώνει σε νέο επίπεδο ορισμένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του προηγούμενου ιμπεριαλιστικού σταδίου (ενδοϊμπεριαλιστικές/ενδοαστικές αντιθέσεις, σχέση υπεροχής ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα και την περιφέρεια προς όφελος των πρώτων, συγκέντρωση/συγκεντροποίηση του κεφαλαίου με τη μορφή των πολυεθνικών/πολυκλαδικών μονοπωλίων (κλάστερ), πόλεμοι).[8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]