Οι πόλεμοι κατά των αποστατών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χάρτης που απεικονίζει τις τοποθεσίες των μαχών που διεξήχθησαν

Με τον όρο πόλεμοι της Αποστασίας ή πόλεμοι της Ρίντα αναφέρονται στη μουσουλμανική ιστοριογραφία οι εμφύλιες συγκρούσεις, σε διάφορες περιοχές της Αραβίας, μετά το θάνατο του Μωάμεθ και κατά τη διάρκεια της χαλιφείας του διαδόχου του Μωάμεθ Αμπού Μπακρ. Αντιπροσωπεύουν το αποκορύφωμα μιας γενικότερης διαδικασίας πολιτικής ενοποίησης που ξεκίνησε από τον Μωάμεθ, μέσα από την οποία μία μουσουλμανική άρχουσα τάξη απέκτησε πλήρη έλεγχο σε όλη την έκταση της αραβικής χερσονήσου. Συγχρόνως θεωρείται πως διαμόρφωσαν τις προϋποθέσεις για το επεκτατικό κίνημα και τις μεγάλες ισλαμικές κατακτήσεις που ακολούθησαν.[1]

Προοίμιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το θάνατο του Μωάμεθ το 632, οι περισσότερες αραβικές φυλές με είτε με το καλό είτε με τη βία είχαν ασπαστεί τον ισλαμισμό, άρχισαν να εξεγείρονται, αμφισβητώντας την εξουσία των μουσουλμάνων πάνω τους. Οι εξεγερμένοι αμφισβητούσαν την εξουσία της Μεδίνας, των Κουραϊσιτών και των Μουσουλμάνων επάνω τους, είτε ανακηρύσσοντας δικούς τους (της φυλής) προφήτες είτε αρνούμενοι κατ’ ευθείαν να πληρώσουν το φόρο αλληλοβοήθειας (ζακαάτ) που είχε επιβληθεί σε όλους τους μουσουλμάνους από τον Μωάμεθ. Οι μόνοι που έμειναν πιστοί ήταν το στενότερο περιβάλλον των μουσουλμάνων, η Μεδίνα, η Μέκκα και η Ταϊφ. Οι εξεγέρσεις, αν και είχαν αρχίσει λίγο πριν το θάνατο του Μωάμεθ, εντάθηκαν κατά τη διάρκεια της χαλιφείας του διαδόχου του Μωάμεθ, Αμπού Μπακρ αναγκάζοντάς τον να χωρίσει τους ένοπλους μουσουλμάνους σε 11 στρατιωτικά σώματα και να τους στείλει σε όλες τις περιοχές της αραβικής χερσονήσου, όπου κατάφεραν μέσα σε σχεδόν έξι μήνες (Αύγουστος 632- Μάρτης 633) να συντρίψουν κάθε αντίσταση και να ενώσουν όλες τις φυλές πλέον στη καινούρια κοινωνική οργάνωση και θρησκεία, τον ισλαμισμό.

Κατά τη διάρκεια των χρόνων από την Εγίρα και μετά, ο Μωάμεθ είχε στείλει πολλούς απεσταλμένους του, να φωτίσουν τους υπόλοιπους Άραβες στη θρησκεία του Αλλάχ, και μέσω αυτών αρκετές φυλές είχαν αναγνωρίσει τον Αλλάχ σα μοναδικό Θεό και τον Μωάμεθ σαν προφήτη του, είτε ειλικρινά είτε υπολογίζοντας στα οφέλη των νέων συμμαχιών που έκαναν.Μετά το θάνατο του Μωάμεθ όμως, πολλές φυλές άρχισαν να αποστατούν από το Ισλάμ, και τον όρκο υποταγής που είχαν δώσει στο Προφήτη, για διάφορους λόγους. Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότερες αραβικές φυλές είχαν ασπαστεί το Ισλάμ, τη περίοδο που η στρατιωτική δύναμη του Μωάμεθ ήταν ακμαία, και γι’ αυτό πειστική. Οι περισσότεροι ήθελαν έναν τόσο ισχυρό σύμμαχο γι’ αυτό και συμφωνούσαν να ασπαστούν τον Ισλαμισμό. Άλλοι πάλι, όταν ο αρχηγός της φυλής γινόταν Μουσουλμάνος ακολουθούσαν και αυτοί, από πίστη στη φυλή καθαρά και όχι λόγω θρησκευτικής αναγέννησης. Οι περισσότεροι θεωρούσαν ότι είχαν συμμαχία με το συγκεκριμένο άτομο και όχι με το Ισλάμ. Ο Αμπού Μπακρ ήταν αυτός που θα τους έκανε να καταλάβουν την πραγματικότητα.

Σύμφωνα με τη κατηγοριοποίηση του Al Khatabee υπήρχαν δυο ειδών αποστασίες και αποστάτες. Οι πρώτοι εγκατέλειψαν το Ισλάμ για να προτιμήσουν «προφήτες» της φυλής τους όπως τον Μουσαϊμαλάχ (η φυλή των Μπανού Χανείφα και άλλες μικρότερες πατριές της φυλής αυτής) ή τον Αλ Ασουάν αλ Ανσεί (Υεμενίτες). Η δεύτερη κύρια κατηγορία αποστατών είχε ενστάσεις με τη πληρωμή του φόρου αλληλεγγύης (zakaat, ο οποίος συνήθως πληρωνόταν σε είδος, πρόβατα και καμήλες) που ο Μωάμεθ τον είχε εισαγάγει στη μουσουλμανική κοινότητα γύρω στο 630. Δεν ήταν συνηθισμένοι σε τέτοιου είδους πρακτικές, δεν εννοούσαν την ουσία του φόρου, ούτε τη χρησιμότητά του, και πίστευαν πως αυτά ήταν απλώς χρήματα που γέμιζαν τα ταμεία του Μωάμεθ για να μπορεί να εξασκεί περισσότερη καταπίεση πάνω τους.[2] Είτε με τη μία είτε με την άλλη αφορμή όμως, στη ουσία αμφισβητούσαν το δικαίωμα των μουσουλμάνων Κουραϊσιτών να κυριαρχήσουν πάνω στις άλλες αραβικές φυλές. Αυτό το πνεύμα αποστασίας εκφράζει ένας από τους σοβαρότερους αντιπάλους των μουσουλμάνων, ο Μουσαϊλαμάχ λέγοντας: «μπορείτε να μου πείτε για ποιο λόγο οι Κουραϊσίτες είναι πιο άξιοι να γίνουν Προφήτες και αρχηγοί, από εσάς; Μάρτυράς μου ο Θεός, δεν είναι περισσότεροι από εσάς, ούτε έχουν πιο πολλούς συμμάχους από εσάς. Αλλά αντίθετα, η γη σας είναι πιο μεγάλη από τη δική τους, και εσείς είστε πιο πλούσιοι από αυτούς».[3]

Τον καιρό του Μωάμεθ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 631 δειλά και το 632, όταν πλέον η εξουσία του Μωάμεθ είχε κυριαρχήσει σε όλη σχεδόν την αραβική χερσόνησο, άρχισαν οι φωνές διαμαρτυρίας και εξέγερσης. Κύριοι εκφραστές αυτής της δυσαρέσκειας ήταν οι «προφήτες» Αλ Ασουάντ αλ Ανσί της Υεμένης, Μουσαϊλαμάχ της κοιλάδας Γιαμαμάχ και Τουλάιχα αλ Ασντί στα εδάφη της φυλής του, των Μπανού Ασάντ.

Ασουάντ αλ Ανσί και Υεμένη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο μεγάλο γεγονός αποστασίας συνέβη στην Υεμένη. Οι κάτοικοι αυτής της περιοχής είχαν προσηλυτιστεί στο Ισλάμ πρόσφατα, γύρω στο 632 από τους απεσταλμένους του Μωάμεθ. Ωστόσο όπως ήταν φυσικό για νέο-προσήλυτους η πίστης τους δεν ήταν σταθερή, ούτε καλά τεκμηριωμένη, ούτε δοκιμασμένη. Τότε βρήκε ευκαιρία ο Ασουάντ αλ Ανσί – αρχηγός της φυλής των Ανς (φυλή που κατοικούσε στα δυτικό μέρος της Υεμένης) να κηρύξει τον εαυτό του προφήτη, επίσης απεσταλμένο του Θεού. Η φυλή του καθώς και μικρότερες πατριές της περιοχής τον πίστεψαν και σύντομα ο Ασουάντ οδηγούσε ένα σώμα από 700 καβαλάρηδες στη Νατζράν. Κυρίευσε τη πόλη και μετά – αφήνοντας έναν άνθρωπό του να τη διοικεί – προχώρησε προς τη Σά’να την οποία επίσης κυρίευσε με μάχη εναντίον των μουσουλμάνων. Σύντομα και άλλες πατριές της περιοχής υποτάχτηκαν σε αυτόν και τελικά κατάφερε να κυριαρχήσει σε μια σχετικά μεγάλη περιοχή. Ο Μωάμεθ τελικά, τον εξολόθρευσε υποκινώντας εξέγερση εναντίον του, που κορυφώθηκε με τη δολοφονία του. Οι ευχάριστες ειδήσεις έφτασαν στη Μεδίνα μετά το θάνατο του Προφήτη.[4]

πίνακας ζωγραφικής του Γκουστάβ Μπουλανζέ

Μουσαϊλαμάχ - κεντρική Αραβία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μουσαϊλαμάχ, ο επονομαζόμενος και ‘’Ψεύτης’’, ήταν ο αρχηγός της φυλής των Χανείφα, που ήταν από τις πολυπληθέστερες της Αραβίας, στη βορειοκεντρική Αραβία. Αν και το 631 πήγε στη Μεδίνα, σαν απεσταλμένος της φυλής του, να συνάψει συμμαχία με τον Μωάμεθ μετά από μερικούς μήνες άρχισε να διακηρύττει ότι και εκείνος διέθετε προφητική ικανότητα και όλη η φυλή του τον πίστεψε και τον ακολούθησε. Όταν το φαινόμενο Μουσαϊλαμάχ άρχισε να αυξάνει σε δημοτικότητα, ο Μωάμεθ έστειλε έναν άλλο πιστό οπαδό του Ισλάμ και μέλος της φυλής των Χανείφα, να εξευτελίσει και να δείξει το ψεύτικο των επαγγελιών του Μουσάιλαμαχ. Όμως αυτός συμμάχησε με τον ψευτο-Προφήτη και μόλις ο Μωάμεθ πέθανε, ο αναβρασμός έγινε τρικυμία.

Τουλάιχα αλ Άσντι- βόρεια και κεντρική Αραβία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τουλάιχα της φυλής των Ασάντ ήταν ο τρίτος άνθρωπος που ανακήρυξε τον εαυτό του προφήτη, το 630. Πριν από αυτό είχε επισκεφτεί τον Μωάμεθ στη Μεδίνα ως μέρος της αντιπροσωπείας της φυλής του που επισκέφτηκε περισσότερο για να υποβάλλει τα σέβη της στον Μωάμεθ παρά για να δηλώσει την υποταγή της στο Ισλάμ. Χάρη στην εύρεση μιας πηγής νερού ύστερα από θεϊκή υπόδειξη προς τον Τουλάιχα τα μέλη της φυλής καθώς και μικρότερες γειτονικές πατριές τον αναγνώρισαν ως προφήτη. Ο Μωάμεθ έστειλε έναν στρατιωτικό του να τον πολεμήσει, αλλά ο μεγαλύτερος στρατός του Τουλάιχα κατάφερε να τον νικήσει. Όταν ο Αμπού Μπακρ έγινε χαλίφης έστειλε τον Χαλίντ να τον υποτάξει.

Τον καιρό του Αμπού Μπακρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν έγινε χαλίφης ο Αμπού Μπακρ σε έναν από τους πρώτους λόγους του μπροστά στους πολίτες της Μεδίνας δήλωσε ότι δεν μπορούσε παρά να πατάξει με κάθε τρόπο τους άπιστους και ψεύτες, μια που ήταν το θέλημα του Αλλάχ και του προφήτη του. Το Κοράνι ήταν σαφές για το τι έπρεπε να γίνει εναντίον των απίστων[5]. Ο συγγραφέας του βιβλίου, Μωχάμμαντ ας Σαλλαμπεί τονίζει ότι η σταθερότητα της απόφασης του Αμπού Μπακρ, αν και ήταν τότε αντιδημοτική, έσωσε και διατήρησε τη θρησκεία του Μωάμεθ, που διαφορετικά θα είχε καταρρεύσει και οι Άραβες θα γύριζαν στη συνηθισμένη πρακτική τους: κάθε φυλή θα ακολουθούσε τον δικό της προφήτη.[6]

Ο Αμπού Μπακρ διέκρινε σωστά ότι η θρησκεία του Μωάμεθ, στηριζόταν στους 5 στύλους: την προσευχή, το προσκύνημα, την ομολογία της πίστης, τη νηστεία, και τον φόρο ελεημοσύνης. Αν ένας από αυτούς τους στύλους έπεφτε, το οικοδόμημα θα κατέρρεε.

Εξάλλου, η θρησκεία τους δεν είναι μια ατομική επαφή του πιστού με τον Θεό, είναι δημόσιο γεγονός και σύνδεση μιας ολόκληρης κοινότητας ανθρώπων με το Θεό και κατά συνέπεια το άτομο είναι υπεύθυνο και αλληλέγγυο απέναντι στη μουσουλμανική κοινότητα.[7] Ταυτόχρονα ετοίμαζε και το γράμμα που μοιράστηκε σε όλες τις φυλές της αραβικής χερσονήσου από τους αγγελιαφόρους του, που σταματούσαν όποτε έβρισκαν συγκεντρωμένους ανθρώπους για να το διαβάσουν, και ζητήσουν από αυτούς να το μεταφέρουν και σε άλλους.

το γράμμα του Αμπού Μπακρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μήνυμα έλεγε τα εξής:

«….….πληροφορήθηκα ότι μερικοί από εσάς γύρισαν τη πλάτη στη θρησκεία μας, αφότου πριν την είχαν αναγνωρίσει και είχαν πιστέψει στις διδασκαλίες μας. Αυτό συνέβη, γιατί δεν είχαν καταλάβει την αληθινή φύση του Θεού, γιατί δεν άκουσαν το Θεό, αλλά αντίθετα, άκουσαν το κάλεσμα του Σατανά. Σας βεβαιώνω, ότι έχω στείλει ένα στρατό από Μουχατζιρούν και Ανσάρ, με διαταγές να σκοτώσουν οποιονδήποτε αρνηθεί την υπακοή στο Θεό. Όποιος ανταποκριθεί στο κάλεσμα του Θεού, και τον υπακούσει, όποιος αποκηρύξει τις εξεγέρσεις και τους εξεγερτές, όποιος κάνει καλές πράξεις, θα τον αποδεχτούμε και δεν φερθούμε βίαια εναντίον του, αντίθετα θα τον βοηθήσουμε να καταλάβει εντελώς τη θρησκεία του.

Όσο για αυτόν που αρνηθεί να αποδεχτεί το κάλεσμά μας, έχω διατάξει να τον πολεμήσουν και να μην τον αφήσουν ζωντανό. Ακόμα περισσότερο, έχω διατάξει να κάψουν στη φωτιά τέτοιους ανθρώπους, και να τους σκοτώσουν έναν προς έναν. Το μόνο πράγμα που θα ανεχτώ πλέον από τους ανθρώπους είναι η υποταγή στο Ισλάμ. Βεβαιώνω, επίσης ότι έχω διατάξει τους αγγελιαφόρους μου να διαβάζουν αυτό το μήνυμα σε όλες τις συγκεντρώσεις….» [8]

H επίθεση κατά της Μεδίνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι φυλές των Γαταφάν, Άσαντ, Ντιμπιγιάν και Μπακρ,που είχαν αποφασίσει να σταματήσουν να πληρώνουν τον ζακαάτ, ζήτησαν να συναντηθούν παρ'όλα αυτά, με τον Αμπού Μπακρ για να έρθουν σε κάποια συμφωνία. Όταν οι συναντήσεις έγιναν κατέληξαν σε αδιέξοδο εξαιτίας της σταθερής απόφασης του Αμπού Μπακρ να επιμείνει στη πληρωμή του φόρου. Οι φυλές τότε αποφάσισαν ότι ο μόνος δρόμος που τους είχε απομείνει, ήταν να επιτεθούν με τα όπλα στη Μεδίνα, που εκτός των άλλων δεν είχε και το κυρίως σώμα του στρατού της στη διάθεσή της, και να προσπαθήσουν με τα όπλα να κατακτήσουν ότι δεν μπόρεσαν με τη συζήτηση. Η επίθεση εν τέλει απέτυχε, η Μεδίνα δεν κατακτήθηκε, και ο φόρος άρχισε να πληρώνεται. Για παράδειγμα, μέσα σε μια ημέρα έφτασε στη Μεδίνα ο φόρος των φυλών Σαφουάν, Αζ Ζαμπαργκάν και Αντεί,[9] ενώ μέσα σε ένα απόγευμα έφτασε ο φόρος 6 διαφορετικών αραβικών φυλών.

Δουλ Κισσάχ -Dhul Qissah[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ίδιος ο Αμπού Μπακρ ηγήθηκε του αποσπάσματος που εξεστράτευσε κατά των φυλών των Γαταφάν, Hawazin και Tayy. Τους νίκησε στις 30 Ιούλη του 630 και ήρθε σε συμφωνία μαζί τους αλλά δεν επέστρεψε τα εδάφη στη φυλή των Μπανού Ντιμπιγιαάν και πολύ περισσότερο τους εξόρισε από τη περιοχή. Σύμφωνα με τα λόγια του « είναι απαγορευμένο πλεόν, στους Ντιμπιγιάν να πάρουν εδάφη σε αυτή τη γη, γιατί ο Αλλάχ τα έδωσε σε εμάς σαν λάφυρα πολέμου».[10]

Εξάπλωση των συγκρούσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Δουλ Κισσάχ, ο Μπακρ οργάνωσε τον στρατό του, τον χώρισε σε διάφορα σώματα και τμήματα,11 στρατοί, το καθένα με τον δικό του διοικητή, οι οποίοι θα επιχειρούσαν, αν ήταν ανάγκη, ξεχωριστά κάτω από τη γενική αρχηγία του χαλίφη. Το σχέδιο της εκστρατείας εκπονήθηκε τη τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου του 632 [11]. το σημαντικότερο τμήμα του στρατού του τέθηκε υπό τη διοίκηση του Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ. Θα ήταν το κύριο σώμα που θα αντιμετώπιζε τους «σκληρότερους» αντιπάλους και δυο μικρότερα τμήματα, θα το ακολουθούσαν σαν εφεδρείες. Πρώτη του προτεραιότητα, έβαλε την υποταγή των φυλών που βρίσκονταν κοντινότερα στη Μεδίνα, δηλ. στη βορειο-κεντρική Αραβία, μετά την αντιμετώπιση του Μαλίκ μπιν Νουάιρα και τέλος την αντιμετώπιση του ισχυρότερου εχθρού, του ψευτο- προφήτη Μουσαϊλαμάχ.

Στρατηγοί και οι στόχοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • 1. Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ: πρώτα τον Tουλάιχα στη Buzakha, μετά τον Μαλίκ ιμπν Νουάιρα, στο Butah.(πρώτα στους μπανού Ασάντ, μετά στους Ταμιίμ και μετά στη Γιαμαμάχ)
  • 2. Ikrimah bin Abi Jahl: Επαφή με Mουσαλαϊμάχ στη Γιαμαμάχ (και τους οπαδούς του ανάμεσα στους μπανού Χανείφα) αλλά χωρίς να εμπλακεί σε μάχη πριν του

διατεθούν ενισχύσεις.(μετά στο Αμαάν, την Αλ Μάχρα, Χαντραμούτ και Υεμένη)

  • 3. Amr bin Al Aas: εναντίον των φυλών Quza'ah και Wadi'a στη περιοχή του Ταμπούκ και του

Νταουμάτ ουλ Ζαντάλ.[που επαναστάτησαν ξανά μετά την αποχώρηση του Ουσάμα ιμπν Ζαγίντ]

  • 4. Shurahbil bin Hasanah: παρακολούθηση του Ikrimah και αναμονή των οδηγιών του χαλίφη.
  • 5. Khalid bin Saeed:(αδερφός του Αμρ ιμπν Αλ Ας) φυλές αποστατών στα σύνορα με τη Συρία.
  • 6. Turaifa bin Hajiz: τις φυλές των Χαγουαζίν και Μπανί Σουλαϊμ στην περιοχή ανατολικά της Μεδίνας και της Μέκκας.
  • 7. Ala bin Al Hadhrami: τους αποστάτες στο Μπαχρέιν.
  • 8. Hudhaifa bin Mihsan: τους αποστάτες στο Oμμάν.
  • 9. Arfaja bin Harsama: τους αποστάτες στην Μάχρα.
  • 10. Muhajir bin Abi Umayyah: τους αποστάτες στην Υεμένη, μετά αυτούς στην Κίντα και στο Χαντραμούτ.
  • 11. Suwaid bin Muqaran: τους αποστάτες στην ακτογραμμή βόρεια της Υεμένης.[12].

Οδηγίες του Χαλίφη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Αμπού Μπακρ κάθε μέρα είχε γνώση για το τι γινόταν, που ήταν το κάθε στράτευμα και τι έκανε, και τι θα έκανε την επόμενη μέρα, και αυτό χάρη στους αγγελιαφόρους που ταξίδευαν μέρα και νύχτα μεταφέροντας μηνύματα. στα λάβαρα των στρατευμάτων, ήταν η γνωστή δήλωση του ισλαμικού μονοθεϊσμού ότι «ένας ήταν ο Θεός και προφήτης του ο Μωάμεθ».

Οι οδηγίες που έδωσε στους στρατηγούς του ήταν οι εξής: το πρώτο βήμα τους θα ήταν να καλούν τις φυλές να επιβεβαιώσουν ή να δώσουν πρώτη φορά τον όρκο υποταγής στο Ισλάμ. Αυτό θα γινόταν με το κάλεσμα σε προσευχή (Αζάμ). Ο Μουσουλμανικός στρατός θα προσευχόταν κάνοντας τη συνηθισμένη επίκληση στον Θεό και στον Προφήτη του, και ο αντίπαλος στρατός έπρεπε να απαντήσει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Σε όσους το πράξουν θα φύγουν από τα εδάφη τους ειρηνικά, σε όσους το αρνηθούν θα τους πολεμήσουν μέχρι να συμφωνήσουν να δώσουν τον όρκο. [13] Μόλις δώσουν το όρκο θα τους πληροφορήσουν για τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που τους δίνει η συμμετοχή τους στη μουσουλμανική κοινότητα πλέον και θα πάρουν από αυτούς ότι το Κοράνι ορίζει, και θα δώσουν σε αυτούς ότι το Κοράνι ορίζει.

Αφού τελειώσει ο πόλεμος νικηφόρα για τους μουσουλμάνους θα μαζέψουν τα λάφυρα και θα τα μοιράσουν εξίσου σε όλους τους στρατιώτες της μάχης, στέλνοντας μόνο το 1/5 στη Μεδίνα. Ο στρατηγός πρέπει να είναι προσεκτικός και σε επιφυλακή να μην δεχτεί στο στράτευμα ανθρώπους που δεν είναι σίγουρος για το ποιόν τους, γιατί μπορεί να είναι κατάσκοποι.

Τέλος, πρέπει να είναι συμπονετικός και να νοιάζεται για τους στρατιώτες του και να φροντίζει όσο μπορεί γι’ αυτούς. Το πιο σημαντικό από όλα όμως ήταν η υπόδειξη του Αμπού Μπακρ ότι μετά το τέλος μιας μάχης δεν μπορούσε να υπάρξει οποιουδήποτε είδους συμφωνία, διαπραγμάτευση ή ανακωχή όπως θα μπορούσε να συμβεί σε μια μάχη με τους οπαδούς άλλων θρησκειών. Οι Άραβες ή έπρεπε να υποταχτούν στο Ισλάμ ή να εξοντωθούν. Δεν τους άφησε άλλη επιλογή. Αν αρνηθούν να υποταγούν, οι άντρες θα σφαγούν μέχρι ενός, τα γυναικόπαιδα θα αιχμαλωτιστούν.[14]

Σύνορα με τη Συρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ουσία, οι πόλεμοι στη παραμεθόρια ήταν μια, επιχείρηση που την είχε διατάξει ο ίδιος ο Μωάμεθ, τον Μάη του 632. Ο αρχηγός των πολεμιστών ο Οσάμα ιμπν Ζαγιντ με τελικό προορισμό το Ταμπούκ, υπέταξε όλες τις φυλές που ζούσαν εκεί, φτάνοντας μέχρι το Νταουμάτ αλ Ζαντάλ. Επιστρέφοντας πίσω, η φυλή των Κουζά’αχ στο Νταουμάτ εξεγέρθηκαν ξανά και ο Μπακρ τώρα, έστειλε τον Αμρ ιμπν Αλ Ας.

οι μάχες του Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ

Βόρεια και Κεντρική Αραβία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο στρατός του Τουλάιχα ήταν αξιόλογος και σε μέγεθος και σε μαχητικότητα και περιλάμβανε τις φυλές των Ασαντ, των Γκαταφάν, και τις μικρότερες των Μπανού Αμπς και Ντιμπιγιάν.

Ο Χαλίντ ξεκινώντας πέρασε από τα μέρη της φυλής Ταγί στη περιοχή της Μπουζάκα στην οποία έμεινε για έναν μήνα (για να πάρει τους όρκους υποταγής των γύρω φυλών και πατριών). Επακολούθησε και μάχη με τον Τουλάιχα –αυτή της Μπουζάκα -κατά την οποία εκείνος καβάλα στο άλογό του το έσκασε ενώ οι δυο από τις δυνατότερες φυλές της αραβικής χερσονήσου, οι Ασαντ και οι Γκαταφάν έδωσαν τον όρκο προσηλυτισμού στο Ισλάμ. Ο Τουλάιχα βρήκε καταφύγιο στη φυλή των Κάλμπ, και αργότερα επέστρεψε στους κόλπους του Ισλάμ.

Ο Χαλίντ τον Νοέμβρη του 632 προχώρησε μετά ανατολικότερα για να υποτάξει τους Ταμείμ, που τα εδάφη τους βρίσκονταν στο οροπέδιο που οδηγούσε στο Περσικό κόλπο. Αυτή η πολυάριθμη φυλή, της οποίας αρκετός πληθυσμός είχε εκχριστιανιστεί, κατείχε τα βοσκοτόπια μέχρι τον Ευφράτη. Παρόλο που είχε υποταχτεί τον καιρό του Μωάμεθ, μόλις έμαθαν το θάνατό του επαναστάτησαν, και με αρχηγό τον Μαλίκ ιμπν Νουέιρα, της πατριάς των Γιανμπού, ξεσηκώθηκαν. Τότε ενώθηκε μαζί του και η ‘’προφήτισσα’’, Σάλμα. Κάποιοι από τους πιστούς του Τουλάιχα, προσελκύστηκαν από μια προφήτισσα, τη Σάλμα μπιν Μααλίκ που ζούσε στο Νταφάρ, πάνω στο δρόμο από Βασόρα προς Μεδίνα. υπήρξε κόρη της ευγενούς αρχηγού της φυλής, της Ουμ Φιρκάχ των Μπανού Χουντάιφα. Η Σάλμα, λοιπόν ξεσήκωνε τους ομοφύλους της εναντίον του Χαλίντ και κατόρθωσε να φτιάξει έναν αξιόλογο στρατό από μέλη των φυλών Ασάντ, Γκαταφάν,Σουλαϊμ, Ταγί, και Χαγαουζίν. Στη μάχη που ακολούθησε με τον στρατό του Χαλίντ, η Σάλμα σκοτώθηκε.[15]

Ο Μαλίκ έμεινε εκτειθειμένος απέναντι στον Χαλίντ, ο οποίος διέταξε επίθεση εναντίον του, τον έπιασε αιχμάλωτο και τον σκότωσε.

Προς το τέλος του 632 ο Χαλίντ προχώρησε ανατολικότερα προς τη κοιλάδα της Αλ Γιαμαμάχ, που την κατοικούσαν οι πατριά των Χανείφα, ένα από τα πολλά παρακλάδια της φυλής των Μπακρ. Τη φυλή αποτελούσαν και ειδωλολάτρες και χριστιανοί Άραβες και τώρα που πέθανε ο Μωάμεθ, 40.000 καλά εξοπλισμένοι στρατιώτες εξεγέρθηκαν και συγκεντρώθηκαν γύρω από τον προφήτη Μουσάιλαμαχ. Ο Μουσάιλαμαχ είχε διακηρύξει τη προφητική ιδιότητά του, ζώντος του Προφήτη, που παρόλο ότι έστειλε ανθρώπους του να τον συνετίσουν δεν τα κατάφερε και τελικά, τα περισσότερα μέλη της φυλής του, τον ακολούθησαν περισσότερο από υποταγή στη φυλή –νόμος στη κοινωνία των Αράβων – παρά για θεολογικούς λόγους.[16]

Την ίδια περίοδο ο Αμπού Μπακρ διατάζει τον Ικριμάχ να προωθηθεί στο Ομμάν, ενώ ο Σουχραμπίλ περιμένει, παραμονεύοντας τον Μουσάιλαμαχ και περιμένοντας τον Χαλίντ.

Οι δυο στρατοί συναντούνται στην αμμώδη πεδιάδα στη Άκραμπα, όπου ήταν το στρατόπεδο του Μουσάιλαμαχ, συγκρούονται με δύναμη, η μάχη είναι ισοδύναμη και πολύ θανατηφόρα και για τις δυο πλευρές. Κάποια στιγμή η πατριά των Χανίφα, οπισθοχωρεί στη τοποθεσία που έμεινε γνωστή από το αποτέλεσμα της μάχης ως Κήποι του Θανάτου και εκεί αρχίζει η μαζική σφαγή τους από τους μουσουλμάνους. Αυτή η μάχη ήταν μακρά η πιο θανατηφόρα που δόθηκε ανάμεσα σε Άραβες. οι μουσουλμάνοι νίκησαν μεν, αλλά με τόσες απώλειες που θρήνοι συνόδευσαν την είδηση της νίκης και στη Μεδίνα και στη Μέκκα.[17] 1200 μουσουλμάνοι σκοτώθηκαν και 2400 τραυματίστηκαν σε σύνολο 5000 πολεμιστών. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στη μάχη του Ουχούντ σκοτώθηκαν μόνο 70 από τους 700 μουσουλμάνους που πολέμησαν.[18] 10.000 άντρες από τη πλευρά των αποστατών, σκοτώθηκαν.

Μπαχρέιν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αρχηγός των φυλών στο Μπαχρέιν, ήταν ένας πρώην χριστιανός που τον καιρό του Μωάμεθ, είχε ασπαστεί τον Ισλαμισμό. Αλλά πέθανε λίγο καιρό μετά τον Μωάμεθ, και οι ομόφυλοί του επαναστάτησαν, αρνούμενοι να πληρώσουν τον ζακάτ.

Αμέσως μετά τη Γιαμαμάχ, ο Άλα ιμπν Αλ Χαντραμί διατάχτηκε από τον Αμπού Μπακρ να βάδισει κατά του Μπαχρέιν. Οι επιτυχίες του Χαλίντ είχαν τρομοκρατήσει του κατοίκους, και πολλές πατριές της περιοχής βιάστηκαν να ενωθούν με τον μουσουλμανικό στρατό και να δηλώσουν την υποταγή τους σε αυτόν. Μπαίνοντας στη περιοχή ο Άλα βρήκε τους Άραβες που δεν είχαν υποταχτεί, συγκεντρωμένους σε ένα οχυρό σημείο, στη πόλη Χατζρ. Το στρατόπεδο είχε οχυρωθεί από τους ίδιους τους στρατιώτες του, με ένα πλατύ χαντάκι – το μόνο τρόπο οχυρώσεων που χρησιμοποιούσαν οι Άραβες εκείνης της εποχής. Η πόλη ήταν δύσκολο να κατακτηθεί και για ένα μήνα οι δυο πλευρές ήταν καθηλωμένες σε αψιμαχίες μόνο.

Μια νύχτα, οι μουσουλμάνοι επιχείρησαν μια αιφνιδιαστική επίθεση, και κατέλαβαν το στρατόπεδο των αποστατών που εκείνοι τη νύχτα είχαν γιορτή και είχαν εφησυχάσει, σκότωσαν τον αρχηγό τους αλλά και τους υπόλοιπους στρατιώτες, μοιράστηκαν τα λάφυρα του στρατοπέδου καθώς και ρούχα καινούρια που είχαν πάρει από το στρατόπεδο. Η επιχείρηση αυτή έληξε τον Γενάρη του 633.[19] όσοι κατάφεραν να ξεφύγουν έτρεξαν προ το νησί Νταρίν για να βρουν καταφύγιο αλλά τους κυνήγησαν και εκεί οι μουσουλμάνοι του Άλα ιμπν αλ Χαντραμί, περνώντας τα ρηχά νερά του κόλπου με τα άλογα και τις καμήλες τους. Η μάχη ήταν σφοδρή και κατά συνέπεια τα λάφυρα και οι αιχμάλωτοι που πήραν οι μουσουλμάνοι ήταν πλουσιοπάροχα.[20]

Ομάν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ομάν κατοικούνταν από την φυλή των Αζντ και είχαν πρόσφατα και αυτοί προσηλυτιστεί στον Ισλαμισμό. Μόλις έμαθαν το θάνατο του Μωάμεθ, ο δικός τους αρχηγός, ο Λακίτ μπιν Μαλίκ, ανέλαβε να γίνει αυτός προφήτης. Ανακήρυξε το Ομάν δικό του κράτος, τον εαυτό του Βασιλιά, και έκανε πρωτεύουσά του, τη Ντάμπα.

Ο Αμπού Μπακρ επιφόρτισε τον Χουντάιφα ιμπν Μιχσάν (έναν προσήλυτο από εκείνες τις φυλές) να καταστρέψει αυτό το βασίλειο. Επειδή δεν είχε επαρκείς δυνάμεις, αναγκάστηκε να περιμένει την άφιξη του Ικριμάχ, που μετά τη μάχη της Γιαμαμάχ, έφυγε για το Ομάν. Τον Νοέμβρη του 632 έγινε η αποφασιστική μάχη έξω από τη Ντάμπα. Στη πρώτη σύγκρουση η ζυγαριά έκλινε υπέρ των αποστατών αλλά η ξαφνική εμφάνιση ντόπιων μουσουλμάνων που ήταν αντίθετοι με τον βασιλιά του Ομάν, οδήγησε τους μουσουλμάνους σε ακόμα μια νίκη. Ο Λακίτ μπιν Μαλίκ σκοτώθηκε στη μάχη.[21] Τα λάφυρα που κερδήθηκαν σε αυτή τη μάχη ήταν από τα πιο πλούσια όλης της εκστρατείας. Η Ντάμπα ήταν λιμάνι που εμπορευόταν με τις Ινδίες οπότε ήταν γεμάτη από αγαθά αλλά και είδη πολυτελείας. Το 1/5 των αγαθών και όλων των σκλάβων στάλθηκε στη Μεδίνα, το άλλα 4/5 μοιράστηκαν, όπως πάντα, ανάμεσα στους στρατιώτες.

Ο Χουντάιφα διορίστηκε κυβερνήτης του Ομάν.

Ο Ικριμάχ αντίθετα ακολουθώντας τις εντολές του Αμπού Μπακρ έφυγε για την Μάχρα. (η Μάχρα ή Μαχάρα βρισκόταν στα νοτιοανατολικά της αραβικής χερσονήσου, πάνω στον Ινδικό ωκεανό, μεταξύ Χαντραμούτ και Ομάν.) Αν και η Μάχρα είχε οριστεί περιοχή ευθύνης του στρατηγού Αρφάγια μπιν Χαρσάμα, ο Ικριμάχ αποφάσισε να μην τον περιμένει και να ξεκινήσει μόνος του, τον πόλεμο.

Έφτασε στην Τζαϊρούτ τον Γενάρη του 633 και καλώντας στην κοινή προσευχή (σημάδι υποταγής στο Ισλάμ) ανταποκρίθηκαν μικρότερες πατριές που ωστόσο τον βοήθησαν να κατακτήσει τη νίκη. Στη μάχη που ακολούθησε το έπαθλο ήταν 2000 βακτριανές καμήλες, και άφθονος οπλισμός.[22] Αφού τέλειωσε με τη Μάχρα, προχωράει προς το Αμπιγιάν και εκεί στρατοπεδεύει περιμένοντας καινούριες εντολές.[19]

Υεμένη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι τοπικοί άρχοντες της Υεμένης της φυλής των Ανς, απαρνήθηκαν τον ισλαμισμό ξανά, αμέσως μόλις έμαθε ότι ο Μωάμεθ είχε πεθάνει.

Αρχηγός των Υεμενιτών, ήταν ο Κουάις ιμπν αμπντ Γιακούθ ο οποίος αποφάσισε να απαλλάξει την Υεμένη από τους Μουσουλμάνους σκοτώνοντας κατ’αρχήν τους μουσουλμάνους κυβερνήτες που είχε επιβάλλει ο Μωάμεθ στη περιοχή. Έτσι σχεδίαζε να δολοφονήσει τον Φαϊρούζ, τον Πέρση μουσουλμάνο κυβερνήτη της πρωτεύουσας της Σάανα. Καλώντας σε δείπνο την ανώτρη ηγεσία κατάφερε να τους δηλητηριάσει όλους, εκτός από τον Φαϊρούζ που καταλαβαίνοντας τι συνέβαινε το έσκασε με τη φρουρά του, στα βουνά της περιοχής όπου και παρέμενε κρυβόμενος. Αυτά έγιναν ακριβώς τον μήνα που πέθανε ο Προφήτης. Για τους επόμενους 6 μήνες ο Φαϊρούζ παρέμενε στα βουνά, ενισχυόμενος καθημερινά από μουσουλμάνους που ήθελαν να διώξουν τον Κουάις. Και πράγματι προς τα τέλη του Γενάρη του 633 βάδισε με το στρατό του κατά της Σάανα για να διώξει τον Κουάις. Ο Φαϊρούζ νίκησε, μπήκε στη πόλη αποκαθιστώντας ξανά τη μουσουλμανική κυριαρχία ενώ ο Κουάις το έσκασε για να ενωθεί με κάποιες μικρές φυλές στη περιοχή της Αμπιγιάν, που ύστερα από συζητήσεις αποφάσισαν να παραδοθούν.[23]

Δυτική Αραβία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από τη Μέκκα και την Ατ Ταϊφ που είχαν παραμείνει ήσυχες όλες οι άλλες φυλές γύρω τους και προς τα νότια είχαν επαναστατήσει και η κατάσταση είχε φτάσει στα όρια του χάους. Όλος ο δρόμος μέχρι την Υεμένη ήταν γεμάτος με ληστές, και τα υπολείμματα της στρατιάς του Τουλάιχα, τρομοκρατούσαν όλους τους κατοίκους. Η παραλιακή ζώνη είχε γεμίσει με Βεδουίνους ληστές, που είχαν παγώσει τη κυκλοφορία στον δρόμο των καραβανιών που ένωνε το Βορρά με το Νότο. Ο Τουράιχα ιμπν Ζαζίζ ανέλαβε να καθαρίσει τους δρόμους και τελικά τα κατάφερε, σκοτώνοντας οποιονδήποτε απείθαρχο συναντούσε.

Νατζράν, Χαντραμότ, ανατολική Υεμένη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τελευταία φυλή που έπρεπε να υποταχτεί ήταν η μεγάλη φυλή των Κιντάχ που ζούσε στη περιοχή του Νατζράν, στο Χαντραμούτ [24] στην Υεμένη. Η φυλή τους είχε ασπαστεί το Ισλάμ κατά το 632, το έτος που οι περισσότερες αραβικές φυλές ασπάστηκαν τον ισλαμισμό. Ο αρχηγός της φυλής αν και ήταν πιστός μουσουλμάνος και πρόθυμος συλλέκτης των φόρων του Ζακάατ, ωστόσο δεν κατάφερε να πείσει και τους ομοφύλους του ότι αυτό έπρεπε να συνεχιστεί. Σύντομα οι πατριές επαναστάτησαν και τον Γενάρη του 633 αυτή η επανάσταση είχε φτάσει στο ζενίθ της. Ολόκληρη η επαρχία οργανώθηκε για να πολεμήσει τους μουσουλμάνους με τα όπλα, και να αποτάξει τη κυριαρχία της Μεδίνας από πάνω τους.

Ο Αλ Μουχατζίρ μπιν αμπί Ουμαγιά που βρισκόταν στη Νατζράν εκείνη τη περίοδο, διατάχτηκε να προωθηθεί προς την Υεμένη και το Χαντραμούτ. Τα στρατεύματα συναντήθηκαν στο Τζαφάρ, οι μουσουλμάνοι νίκησαν αλλά όχι με τελειωτικό τρόπο. Οι περισσότεροι εξεγερμένοι ξέφυγαν, πήγαν μέχρι τη πόλη του Νουζαϊρ και ετοιμάστηκαν για πολιορκία.

Κατά τα μέσα του Φλεβάρη του 633 όταν φαινόταν ότι η πόλη δεν μπορούσε να αντέξει άλλο, ο αρχηγός της, ο Άσα Κουάις αποφάσισε να διαπραγματευθεί. Άνοιξε τελικά μια από τις πύλες της πόλης, σε αντάλλαγμα τη σωτηρία της ζωής του και άλλων δέκα ακόμη δικών του ανθρώπων! Οι ομόφυλοι και συναγωνιστές του σφαγιάστηκαν όλοι!, εκείνος αιχμαλωτίστηκε μαζί με άλλες νεαρές γυναίκες που κρατήθηκαν για σκλάβες και όλοι μαζί πήγαν στη Μεδίνα.

Τελικά όχι μόνο συγχωρέθηκε από τον Αμπού Μπακρ που κατά και τη παραμονή του στη Μεδίνα το 632, είχε παντρευτεί και την αδερφή του, αλλά μάλιστα, τη περίοδο του Οθμάν, επιβραβεύτηκε κιόλας με τη διοίκηση της επαρχίας του Αζερμπαϊτζάν. Πάντως, σύμφωνα με τη μουσουλμανική παράδοση, ο Αμπού Μπακρ, λίγο πριν πεθάνει, εξομολογήθηκε ότι η συγχώρεση του Άσα ήταν ένα μεγάλο λάθος του, και ότι κανονικά έπρεπε να τον είχε αποκεφαλίσει.[25]

Επίλογος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 18 Μαρτίου του 633 η ενωμένη πλέον Αραβία διαιρέθηκε διοικητικά σε 12 περιφέρειες, με ισάριθμους μουσουλμάνους κυβερνήτες, οι οποίες συστήθηκαν αμέσως μετά των τέλος των πολέμων: Μέκκα, Ταΐφ, Σαναά, Χαντραμούτ, Χαουλάν (περιοχή της Υεμένης), Ζουμπαΐντ και Ραφ (επίσης περιοχή της Υεμένης), Νατζράν, Γιουρς (περιοχή νότια της Μέκκας), Μπαχρέιν, Ομμάν και Αλ Ζαντάλ (βορειοκεντρική Αραβία).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Fred McGraw Donner, The Early Islamic Conquets, Princeton University Press, 1981, σελ. 89-90
  2. σελ. 354 The Biography of Abu Bakr as Siddeeq, του Μωχάμαντ ας Σαλαμπεί.
  3. Μουχάμαντ ας Σαλαμπεί, σελ.543
  4. σελ.92-96 από το βιβλίο Khalid ibn Walids-Seerah_en.pdf από τον Α.Ι.Akram
  5. Qu’ran 24:55, 3:144
  6. σελ.360 The Biography of Abu Bakr as Siddeeq, του Μωχάμαντ ας Σαλαμπεί.
  7. Hodgson Marshall, The Venture of Islam,τόμος Α’, 1974 σελ.197
  8. απόσπασμα του γράμματος, που πρωτοδημοσίευσε ο Άραβας ιστορικός Ταρίκ Ατ Ταμπαρί, βιβλίο 10ο σελ.55 http://www.sunypress.edu/p-1411-the-history-of-al-tabari-vol-10.aspx
  9. το αναφέρει ο Ταρίκ αλ Ταμπαρί τόμος 10ος /σελ. 66
  10. σελ.371 The Biography of Abu Bakr as Siddeeq, του Μωχάμαντ ας Σαλαμπεί.
  11. σελ. 106 από το βιβλίο Khalid ibn Walids-Seerah_en.pdf από τον Α.Ι.Akram
  12. σελ. 108 από το βιβλίο Khalid ibn Walids-Seerah_en.pdf από τον Α.Ι.Akram
  13. σελ. 17, Το Χαλιφάτο, του Γουίλλιαμ Μουίρ
  14. σελ.394 The Biography of Abu Bakr as Siddeeq, του Μωχάμαντ ας Σαλαμπεί.
  15. Μουίρ, σελ.24
  16. σελ.28, Μουίρ
  17. σελ. 32 Μουίρ
  18. Ντέιβιντ Σιντάρτα Πατέλ:The Institutional Foundations of Islam,2001 σελ.5 http://www.stanford.edu/class/polisci313/papers/rise_of_islam.pdf
  19. 19,0 19,1 Άκραμ, σελ.151
  20. Μοχάμεντ Ρέντχα, σελ.78
  21. Ακραμ, σελ.150
  22. Μουιρ, σελ.35
  23. Άκραμ, σελ.152
  24. σύμφωνα με τον Μοχάμεντ Ρέντχα, το αρχικό όνομα της περιοχής ήταν HADARA MOT που σημαίνει ο θάνατος έρχεται. Αυτό το προσωνύμιο είχε δοθεί σε έναν τοπικό Άραβα αρχηγό που σε μια μάχη στην περιοχή κατάφερε να σκοτώσει πάρα πολλούς. Από τότε ονομάστηκε έτσι η περιοχή που κατοικούσε αυτή η φυλή.
  25. Αυτή την πληροφορία είναι αλήθεια ότι τη δίνει μόνο ο Άκραμ, και δεν απαντάται στους μουσουλμάνους ιστορικούς Ας Σαλαμπεί και Μοχάμεντ Ρέντχα