Οι Επτά του Σικάγο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Οι Επτά του Σικάγο (Chicago Seven) (αρχικά οι Οκτώ του Σικάγο, επίσης Συνωμοσία των Οκτώ/Συνωμοσία των Επτά) ήταν επτά κατηγορούμενοι -Άμπι Χόφμαν, Τζέρι Ρούμπιν, Ντέιβιντ Ντέλιντζερ, Τομ Χέιντεν, Ρένι Ντέιβις, Τζον Φρόινς και Λι Ουάινερ- στους οποίους απαγγέλθηκαν κατηγορίες από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση των Η.Π.Α. για συνωμοσία, υποκίνηση σε ταραχές και άλλες κατηγορίες σχετικές με τις διαμαρτυρίες κατά του Πολέμου στο Βιετνάμ, κατά την αντικουλτούρα της δεκαετίας του 1960, που έλαβαν χώρα στο Σικάγο του Ιλινόι με την ευκαιρία του συνεδρίου του Δημοκρατικού Κόμματος. Η δίκη του Μπόμπι Σιλ, του όγδοου άντρα που κατηγορήθηκε, διακόπηκε και διαχωρίστηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, μειώνοντας τον αριθμό των κατηγορουμένων από οκτώ σε επτά.

Ο Μπόμπι Σιλ τελικά καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκισης για προσβολή του δικαστηρίου, αν και αυτή η απόφαση ανατράπηκε αργότερα.

Μετά από μία ομοσπονδιακή δίκη που είχε ως αποτέλεσμα τόσο αθωώσεις όσο και καταδίκες, ακολουθούμενες από προσφυγές και ανατροπές, ορισμένοι από τους επτά κατηγορούμενους καταδικάστηκαν τελικά, αν και όλες οι καταδίκες αναιρέθηκαν.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1970 ήταν μια χρονιά-ορόσημο στην προσπάθεια του Ρίτσαρντ Νίξον να αποκαταστήσει "το κράτος του νόμου και της τάξης" που είχε υποστεί σοβαρές ρωγμές από την εμφάνιση ενός νέου, ανατρεπτικού και απρόβλεπτου πρωταγωνιστή στο αμερικανικό πολιτικό σκηνικό: του ριζοσπαστικού κινήματος της νεανικής αμφισβήτησης ("The Movement"), που επηρεαζόταν καθοριστικά από τις επαναστατικές ιδέες της Νέας Αριστεράς και αναπτυσσόταν με αυξανόμενη μαζικότητα και δυναμιτισμό, από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, με κυριότερες αιχμές τον πόλεμο του Βιετνάμ και τις φυλετικές διακρίσεις.

Ο Άμπι Χόφμαν (στο κέντρο) επισκεπτόμενος το Πανεπιστήμιο της Οκλαχόμα για να διαμαρτυθεί ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ.

Ο Νίξον υπολόγιζε πολύ σοβαρά στην αμερικανική δικαιοσύνη για να συντρίψει την αμφισβήτηση και οι ελπίδες του αυτές δεν διαψεύστηκαν. Οι πρώτες εβδομάδες του 1970 βρήκαν τις Ηνωμένες Πολιτείες να παρακολουθούν με αδιάλειπτο ενδιαφέρον την εξέλιξη ενός χωρίς προηγούμενο πολιτικού-δικαστικού θρίλερ, που εξελίχθηκε από τις 24 Σεπτεμβρίου στο κακουργιοδικείο του Σικάγου. Στα εδώλια των κατηγορουμένων βρέθηκαν ορισμένοι από τους πλέον διάσημους ηγέτες της Νέας Αριστεράς, όπως ο πρόεδρος του επαναστατικού κόμματος των Μαύρων Πανθήρων, Μπόμπι Σιλ, οι ιδρυτές του κόμματος της "άγριας νεολαίας" ("Γίπις") Τζέρι Ρούμπιν και Άμπι Χόφμαν, μέλη της Πανεθνικής Επιτροπής κατά του πολέμου του Βιετνάμ, φοιτητές και πανεπιστημιακοί. Στην ουσία, δικαζόταν η ηγεσία των πιο δυναμικών οργανώσεων της Νέας Αριστεράς που κατηγορούνταν για "συνωμοσία και πρόκληση ταραχών", με αφορμή τα αιματηρά γεγονότα του Αυγούστου του 1968 έξω από την αίθουσα του Συνεδρίου του Δημοκρατικού Κόμματος στο Σικάγο[1].

Η πολύκροτη δίκη αποτέλεσε δικαστικό σκάνδαλο πρώτου μεγέθους πριν ακόμα ξεκινήσει, καθώς το αμερικανικό κράτος δίκασε τους ηγέτες μιας ειρηνικής κατά βάση διαδήλωσης, απαλλάσσοντας από κάθε κατηγορία τους πραγματικούς πρωταίτιους των επεισοδίων, δηλαδή τους αξιωματικούς της αστυνομίας και της εθνοφρουράς, που προκάλεσαν τον Αύγουστο του 1968 αναίτια αιματοχυσία, βιαιοπραγώντας ακόμα και εναντίον βουλευτών και γερουσιαστών του Δημοκρατικού Κόμματος[2]. Άλλωστε τη σχεδόν αποκλειστική ευθύνη των δυνάμεων καταστολής ομολόγησε και η έκθεση της επίσημης, εκ 212 μελών, επιτροπής που είχε συστήσει ο τότε πρόεδρος Λύντον Τζόνσον και της οποίας προϊστατο ο αδελφός ενός άλλου πρώην προέδρου, του στρατηγού Ντουάιτ Αϊζενχάουερ[3].

Ο διαβόητος για τη σκληρότητά του δικαστής Τζούλιους Χόφμαν (καμία σχέση με τον κατηγορούμενο συνονόματό του) όχι μόνο αρνήθηκε στον ηγέτη τών υπό απηνή διωγμό Μαύρων Πανθήρων, Μπόμπι Σιλ, το δικαίωμα να υπερασπιστεί μόνος του τον εαυτό του, αλλά, επικαλούμενος τις διαρκείες διαμαρτυρίες του κατηγορουμένου, διέταξε να τον δέσουν χειροπόδαρα στο εδώλιο και να τον φιμώσουν με ένα μαντήλι[4]. Επιπλέον, καταδίκασε τον Σιλ σε ποινή κάθειρξης 4 χρόνων χωρίς αναστολή για προσβολή του δικαστηρίου -ήταν η αυστηρότερη ανάλογη ποινή που έχει καταγραφεί στα αμερικανικά δικαστικά χρονικά[5][6].

Στα τέλη Ιανουαρίου και ενώ είχαν ήδη εξεταστεί 193 μάρτυρες, ο δικαστής Χόφμαν αρνήθηκε να επιτρέψει να καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης ο υπουργός Δικαιοσύνης των Η.Π.Α. την εποχή των επεισοδίων και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων του Σικάγου, Ράμσεϊ Κλαρκ, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε να προσφέρει τίποτα στη διαλεύκανση της υπόθεσης. Για πρώτη φορά στην ιστορία των Η.Π.Α. δικαστήριο αρνήθηκε να ακούσει μάρτυρα υπεράσπισης, γεγονός που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων ακόμα και από την πλευρά του συντηρητικού Τύπου. Τελικά ο δικαστής "υπαναχώρησε" επιτρέποντας στον Κλαρκ να καταθέσει απουσία των ενόρκων, αν και του απαγορεύτηκε να απαντήσει σε 14 από τις 38 ερωτήσεις που του υπέβαλε η υπεράσπιση, αποδεχόμενος όλες τις ενστάσεις της πολιτικής αγωγής. Λίγες μέρες αργότερα, στις 2 Φεβρουαρίου, ο Χόφμαν αρνήθηκε να δεχτεί ως μάρτυρα υπεράσπισης τον αιδεσιμότατο Ραλφ Αμπερνάθι, διάδοχο του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στο κίνημα χειραφέτησης των μαύρων, που ταξίδεψε από την καρδιά του αμερικανικού Νότου, την Αλαμπάμα, στα βόρεια σύνορα της χώρας για να καταθέσει, με το αιτιολογικό ότι καθυστέρησε λίγα λεπτά να προσέλθει κι έτσι "δυστυχώς, πέρασε η σειρά του".

Ο Μπόμπι Σιλ σε δίκη το 1970.

Η προκλητική μεροληψία του δικαστή προκάλεσε επανειλημμένα πανδαιμόνιο στο ηλεκτρισμένο ακροατήριο, που μετατράπηκε συχνά σε θέατρο συμπλοκών μεταξύ νεαρών ριζοσπαστών και οργάνων της τάξης. Μετά την άρνηση του Χόφμαν να δεχτεί τον Αμπερνάθι και μέσα σε θύελλα συνθημάτων, χειρονομιών, κραυγών και χειροκροτημάτων, ο βασικός συνήγορος των κατηγορουμένων Γουίλιαμ Κάνστλερ δήλωσε: "Δεν υπάρχει δικαιοσύνη σ' αυτή την αίθουσα. Αυτό που παρακολουθούμε τόσες μέρες είναι ένα ανήκουστο δικαστικό λιντσάρισμα, για το οποίο, αξιότιμε κύριε δικαστά, είσθε προσωπικά υπόλογος".

Στις 14 Φεβρουαρίου κι ενώ οι ένορκοι είχαν αποσυρθεί για να αποφασίσουν, ο δικαστής καταδίκασε όλους τους κατηγορούμενους και τους συνηγόρους τους σε πολύμηνες ποινές φυλάκισης για προσβολή του δικαστηρίου. Ο ίδιος ο Κάνστλερ, ένας από τους πιο γνωστούς υπερασπιστές των αγωνιστών των πολιτικών δικαιωμάτων στις Η.Π.Α., καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 4 χρόνων και 13 ημερών χωρίς αναστολή, τη μεγαλύτερη ποινή που έχει επιβληθεί ποτέ σε Αμερικανό δικηγόρο για αδίκημα κατά τη διάρκεια ακροαματικής διαδικασίας, για την φράση του περί "δικαστικού λιντσαρίσματος". Στη συνέχεια οι ένορκοι έκριναν όλους τους κατηγορούμενους αθώους για την κατηγορία της συνωμοσίας και ένοχους μόνο για μικρότερα αδικήματα, για τα οποία ο δικαστής επέβαλε τις ανώτατες προβλεπόμενες ποινές, που έφταναν τα πέντε χρόνια φυλάκιση (συν άλλα τέσσερα για προσβολή του δικαστηρίου, συνολικά εννιά), συνοδευόμενες από βαριά χρηματικά πρόστιμα. Η δίκη πυροδότησε μαζικές διαδηλώσεις μαύρων και φοιτητών, συνοδευόμενες από αιματηρές συγκρούσεις με την αστυνομία σε Σικάγο, Βοστώνη, Ουάσινγκτον και Νέα Υόρκη, ενώ ο Κάνστλερ, σχολιάζοντας την προσωπική του καταδίκη, δήλωσε: "Ελπίζω ότι η δική μου μοίρα δεν αποθαρρύνει τους συναδέλφους μου σε όλη τη χώρα, οι οποίοι, στις δύσκολες μέρες που βρίσκονται μπροστά μας, θα κληθούν να υπερασπιστούν κατηγορούμενους απέναντι σε μια διαρκώς εντεινόμενη καταπάτηση των πιο θεμελιωδών ελευθεριών από την πλευρά της κυβέρνησης"[7].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Brief History Of Chicago's 1968 Democratic Convention All Politics
  2. John Schultz, No One Was Killed: The Democratic National Convention, August 1968, σελ. 2-5, The University of Chicago Press, ISBN 978-0-226-74078-2
  3. U.S. Study scores Chicago violence as "a police riot"" The New York Times
  4. A Special Supplement: The Trial of Bobby Seale The New York Review Of Books
  5. Illinois v. Allen US Supreme Court
  6. Trials: Contempt in Chicago Time
  7. Η σκοτεινή εποχή Νίξον, Ιστορικό Λεύκωμα 1970, σελ. 64-67, Καθημερινή (1998)