Οικονομική κρίση στη Λευκορωσία (2011)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η χρηματοοικονομική (οικονομική) κρίση του 2011 στη Λευκορωσία είναι συγκρότημα από φαινόμενα στην οικονομία της Λευκορωσίας, τα οποία προκλήθηκαν από το πολυχρόνιο αρνητικό ισοζύγιο στο εμπορικό ισοζύγιο και τα στοιχεία κόστους του συστήματος διοίκησης στην οικονομία, ενώ επιδεινώθηκε από την υπερβολική ζήτηση για ξένο νόμισμα και την αύξηση των μισθών πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2010.

Η κρίση εκδηλώθηκε με την έλλειψη νομίσματος, την πτώση της αποδοτικότητας των εισαγωγών, την αύξηση των τιμών και την πτώση της αγοραστικής δύναμης του πληθυσμού λόγω της υποτίμησης του λευκορωσικού ρουβλίου κατά πάνω από 50%. Παρά την υποτίμηση και την εισαγωγή ρυθμίσεων κατά της κρίσης της οικονομίας, τα φαινόμενα κρίσης δεν εξαφανίστηκαν και ο πληθωρισμός υπερέβαινε πολλές φορές τα προβλεπόμενα στοιχεία. Οι περισσότεροι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες πιστεύουν ότι χωρίς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, η κατάσταση θα συνεχίσει να επιδεινώνεται. Επιπλέον, λόγω της πορείας που διεξήγαγε η ηγεσία της χώρας, υπήρξαν προβλήματα στην απόκτηση ξένων δανείων.

Ως αποτέλεσμα της κρίσης, το επιτόκιο δολαρίου που καθόρισε η Εθνική Τράπεζα το 2011 αυξήθηκε από 3.000 σε 8.500 λευκορωσικά ρούβλια. Έτσι το νόμισμα υποτιμήθηκε κατά 189% σε ένα δεκάμηνο[1]. Λόγω της έλλειψης νομίσματος στα γραφεία συναλλάγματος τον Μάρτιο-Απρίλιο, διαμορφώθηκε μια μαύρη αγορά, όπου το δολάριο έφτασε την ισοτιμία 1 δολάριο = 8.000-9.000 ρούβλια μέχρι τον Σεπτέμβριο. Αργότερα, σύμφωνα με προεδρικό διάταγμα της Λευκορωσίας της 6ης Οκτωβρίου 2011, εισήχθη την απαίτηση να προσκομιστεί ένα έγγραφο ταυτότητας κατά την αγορά ξένου νομίσματος (το διάταγμα ακυρώθηκε τον Μάιο του 2017).

Ο πληθωρισμός το 2011 ανήλθε σε 108.7%, ενώ ο πυρήνας του πληθωρισμού (εξαιρουμένων των τιμών για αγαθά και υπηρεσίες που ρυθμίζονται από το κράτος και από εποχιακές μεταβολές) για τον Ιανουάριο-Οκτώβριο ανήλθε στο 118.1%. Αυτό είναι το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη και την ΚΑΚ[2]. Οι τιμές των τροφίμων (συμπεριλαμβανομένων αυτών που ελέγχονταν από το κράτος) αυξήθηκαν κατά μέσο όρο κατά 125% το 2011, οι τιμές για τα μη εδώδιμα προϊόντα αυξήθηκαν κατά 112%, οι τιμές για της υπηρεσίες αυξήθηκαν κατά 64.9% και οι τιμές για την επιβατική κίνηση αυξήθηκαν κατά 105.6%. Μέχρι τον Νοέμβριο, τα επιτόκια για καταναλωτικά δάνεια αυξήθηκαν σε 120% ετησίως[3]. Την ίδια στιγμή, ο μισθός (οι τιμές δίνονται σε δολάρια) μειώθηκε από 500 δολάρια σε 170-220 δολάρια, δηλαδή κάτω από το επίπεδο του Κιργιζιστάν, της Μολδαβίας, της Αρμενίας, της Ουκρανίας και του Αζερμπαϊτζάν[4] (σύμφωνα με άλλες πηγές, μέχρι 260 δολάρια[5]). Το επίπεδο εισοδήματος του πληθυσμού μειώθηκε περίπου στο επίπεδο του 2005[6]. Για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό, ξεκίνησαν απεργίες εργαζομένων από διάφορους τομείς της οικονομίας και οι εργαζόμενοι μετακόμισαν από τις κρατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις σε ανεξάρτητες.

Ορισμένοι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι (συγκεκριμένα, ο Πρόεδρος Αλεξάντερ Λουκασένκο, ο πρωθυπουργός Μιχαήλ Μυασνίκοβιτς, ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Ανατόλι Τόζιτς) αρνήθηκαν την ύπαρξη οποιασδήποτε κρίσης, αναγνωρίζοντας μόνο την ύπαρξη ορισμένων προβλημάτων[7][8][9][10]. Επιπλέον, υπάρχουν διαφωνίες σε κυβερνητικά όργανα σχετικά με το θέμα του τρόπου που θα επιλεχθεί για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]