Ξύπνα Βασίλη (ταινία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ξύπνα Βασίλη
Ξύπνα Βασίλη (ταινία, αφίσα).jpg
Κινηματογραφική αφίσα.
Σκηνοθεσία Γιάννης Δαλιανίδης
Παραγωγή Φίνος Φιλμ
Σενάριο Γιάννης Δαλιανίδης
Ιστορία Δημήτρη Ψαθά
Βασισμένο σε Ξύπνα Βασίλη (θεατρικό)
Πρωταγωνιστές Γιώργος Κωνσταντίνου
Έλενα Ναθαναήλ
Αλέκος Αλεξανδράκης
Ελένη Ζαφειρίου
Γιώργος Τσιτσόπουλος
Τασσώ Καββαδία
Χρήστος Δοξαράς
Γιώργος Μιχαλακόπουλος
Μουσική Μίμης Πλέσσας
Φωτογραφία Νίκος Γαρδέλης
Μοντάζ Πέτρος Λύκας
Σκηνογραφία Μάρκος Ζέρβας
Διανομή Finos Film
Πρώτη προβολή 13 Απριλίου 1969 (Ελλάδα)
Κυκλοφορία 10 Οκτωβρίου 2006 (DVD)
Διάρκεια 81΄
Προέλευση Ελλάδα
Γλώσσα Ελληνική
δεδομέναπ  σ  ε )

Το Ξύπνα Βασίλη είναι ελληνική κωμική, σατιρική ταινία του 1969, σε παραγωγή Φίνος Φιλμ και σε σκηνοθεσία - σενάριο Γιάννη Δαλιανίδη. Το σενάριο διασκευάστηκε από το ομώνυμο θεατρικό έργο του Δημήτρη Ψαθά.

Πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βασίλης Βασιλάκης (Γιώργος Κωνσταντίνου) είναι ένας χαμηλόμισθος υπάλληλος ενός εκδοτικού οίκου. Εντούτοις, οι πεποιθήσεις του είναι ιδιαίτερα συντηρητικές και δείχνει υπερβολικό σεβασμό στην προϊστάμενό του, κα Φαρλάκου. Για το λόγο αυτό, έρχεται συχνά σε αντιπαράθεση με το συνάδελφό του Μάνο Αποστόλου, ο οποίος έχει εκ διαμέτρου αντίθετες αντιλήψεις. Εξάλλου, ο Βασίλης προσπαθεί να λύσει το οικονομικό του πρόβλημα αγοράζοντας λαχεία, όμως δεν έχει τύχη. Ο ποιητής Τιμολέων Φανφάρας συνεργάζεται με τον εκδοτικό οίκο και χαίρει της εκτίμησης της κας Φαρλάκου και του Βασίλη, όχι όμως και του Μάνου. Έτσι ο Μάνος, ο οποίος αρθρογραφεί σε μια φιλοαριστερή εφημερίδα, καταφέρεται εναντίον του ποιητή με περιφρονητικούς χαρακτηρισμούς. Αυτό έχει ως συνέπεια την απόλυσή του. Η Ντίνα, αδερφή του Βασίλη, μαζί με τη μητέρα τους, καταφθάνουν από το χωριό στην Αθήνα μετά από ένα επεισόδιο που είχε η Ντίνα με τον κοινοτάρχη. Με αφορμή αυτό το περιστατικό, ο Βασίλης ανακαλύπτει προς φρίκη του ότι η αδελφή του έχει αριστερή δραστηριότητα. Εξοργίζεται, δε, ακόμα περισσότερο όταν μαθαίνει ότι η Ντίνα έχει συνάψει δεσμό με το Μάνο και σκοπεύει να τον παντρευτεί.

Τελικά, ο Μάνος όχι μόνο γίνεται γαμπρός του Βασίλη, αλλά καταφέρνει να κάμψει τις συντηρητικές του πεποιθήσεις και να τερματίσει τη μανία του με την αγορά λαχείων. Έτσι, ο Βασίλης αποφασίζει να ζητήσει επιτακτικά αύξηση από την προϊστάμενό του, η οποία όμως αρνείται και στη συνέχεια τον απολύει.

Στο μεταξύ, ο Μάνος αγοράζει ένα λαχείο από έναν επίμονο λαχειοπώλη τον οποίο έδιωξε ο Βασίλης, και το λαχείο αυτό κερδίζει ένα μεγάλο ποσό. Αυτή η ειρωνεία της τύχης επιδρά πολύ άσχημα στην ψυχολογία του Βασίλη, που καταλήγει στο φρενοκομείο, νομίζοντας ότι είναι κόκορας (έτσι λέγανε το πρακτορείο που αγόραζε τα λαχεία). Από την άλλη, ο απότομος πλουτισμός μεταβάλλει τις αντιλήψεις του Μάνου και της Ντίνας, που αποκτούν νοοτροπία και συμπεριφορά πλουσίων.

Ο Βασίλης μένει στο φρενοκομείο για καποια χρόνια, με μοναδικό επισκέπτη έναν φίλο του καθώς η αδερφή του και ο γαμπρός του πλέον ασχολούνται με επενδύσεις και απλά του στέλνουν χρήματα για τα έξοδά του. Στον κόσμο έχουν πει οτι μετανάστευσε στην Αργεντινή γιατι κληρονόμησε κάποιον πλούσιο θείο του, καθώς θέλουν να αποκρύψουν πού βρίσκεται στην πραγματικοτητα.

Μετά την αποθεραπεία του, ο Βασίλης επισκέπτεται την αδερφή του και το γαμπρό του, που έχουν αλλάξει εντελώς τρόπο ζωής. Τους πετυχαίνει να διοργανώνουν μια δεξίωση, και μετά τις ανεπιτυχείς προσπάθειές τους να τον απομακρύνουν με προσχήματα από το χώρο της εκδήλωσης που θα συγκεντρωθούν οι καλεσμένοι, μαθαίνει πως η γιορτή γίνεται προς τιμή του ποιητή Φανφάρα επειδή μεσολάβησε για τη σύναψη της συνεργασίας, καθώς και ότι ο Μάνος έχει γίνει συνέταιρος πλέον με την κυρία Φαρλάκου. Το σοκ που παθαίνει είναι τόσο ισχυρό που επαναφέρει μέσα του την ταυτοπροσωπία με τον κόκκορα.

Ιστορική και κοινωνική ερμηνεία της ταινίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το συγκεκριμένο έργο αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα Θεάτρου του Κέντρου και έκφραση προσωπικής ιδεολογικής πίστης του συγγραφέα του. Έχει σαν στόχο του τα δύο άκρα, την Δεξιά και την Αριστερά, χωρίς όμως να είναι και δίκαιος στην μοιρασιά της κριτικής του. Έτσι από τη μια είναι ο εθνικόφρων, συντηρητικός και υποταγμένος Βασίλης, κι από την άλλη ο σοσιαλιστής, κομμουνιστής, επαναστάτης Μάνος. Ο κεντρικός προβληματισμός της ταινίας είναι «αν η αλλαγή της οικονομικής και κοινωνικής θέσης ενός ατόμου συνεπάγεται αναγκαστικά και την ιδεολογική του μετατόπιση.»[1] Η οικονομική ανάπτυξη της δεκαετίας του 60' προκαλεί κοινωνικούς μετασχηματισμούς, κοινωνική κινητικότητα, που δεν αφήνει ανεπηρέαστους και αρκετούς οπαδούς της αριστεράς, «οι οποίοι προσπαθούν να συμβιβάσουν, με διάφορα ιδεολογήματα, τα προνόμια της νέας ταξικής τους θέσης με τη διακηρυγμένη πολιτική τους ταυτότητα». Έτσι αν και ο Δημήτρης Ψαθάς θέλει να κρατήσει ίσες αποστάσεις και ενώ ειρωνεύεται τον αντικομμουνισμό του ατάλαντου και υπερτιμημένου ποιητή Φανφάρα-μέσα από τους στίχους του ποιήματός του Το κόκκινο τυρί- αποκτά αντικομμουνιστική χροιά το έργο του με την πλοκή και την αφηγηματική έκβαση που δίνει.[2]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Παρασκευάς Μουρατίδης, «Το θέατρο του Κέντρου: τα Ιουλιανά στις εμπορικές θεατρικές/κινηματοραφικές κωμωδιες», Τα Ιστορικά, τομ.27,τ/χ.52 (Ιούνιος 2010), σελ.117
  2. Παρασκευάς Μουρατίδης, «Το θέατρο του Κέντρου: τα Ιουλιανά στις εμπορικές θεατρικές/κινηματοραφικές κωμωδιες», Τα Ιστορικά, τομ.27,τ/χ.52 (Ιούνιος 2010), σελ.117. Ειρωνεύεται τη δημοτική γλώσσα της αριστεράς, παραφράζει την Η Αυγή σε Κραυγή,την κομμουνιστική χειραγώγηση του συνδικαλισμού

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Παρασκευάς Μουρατίδης, «Το θέατρο του Κέντρου: τα Ιουλιανά στις εμπορικές θεατρικές/κινηματοραφικές κωμωδιες», Τα Ιστορικά, τομ.27,τ/χ.52 (Ιούνιος 2010), σελ.101-132