Ξυλουλόζη
Εμφάνιση
|
| |||
| Ονόματα | |||
|---|---|---|---|
| ΟνοματολογίαIUPAC
L-θρεο-Πεντ-2-ουλόζη | |||
| ΣυστηματικήΟνοματολογίαIUPAC
(3R,4S)-1,3,4,5-Τετραϋδροξυπενταν-2-όνη | |||
| ΆλλαΟνόματα
θρεο-πεντουλόζη θρεο-2-πεντουλόζηL-Ξυλουλόζη | |||
| Αναγνωριστικά | |||
| 5962-29-8 (D/L) 551-84-8 (D)= 527-50-4 (L) | |||
| ChEBI | CHEBI:17399 | ||
| ChemSpider | 20892 | ||
InChI=1S/C5H10O5/c6-1-3(8)5(10)4(9)2-7/h3,5-8,10H,1-2H2/t3-,5+/m0/s1 Key: ZAQJHHRNXZUBTE-WVZVXSGGSA-N InChI=1S/C5H10O5/c6-1-3(8)5(10)4(9)2-7/h3,5-8,10H,1-2H2/t3-,5+/m0/s1 Key: ZAQJHHRNXZUBTE-WVZVXSGGSA-N | |||
| Jmol 3Δ Πρότυπο | Image | ||
| PubChem | 22253 | ||
C([C@@H]([C@H](C(=O)CO)O)O)O | |||
| UNII | 9N4LZL67SA YSC9WAF8X1 (D) DL1M07LQ7A (L) | ||
CompTox Dashboard (EPA) |
|||
| Ιδιότητες | |||
| C5H10O5 | |||
| Μοριακή μάζα | 150,13 g·mol−1 | ||
| Εμφάνιση | άχρωμο σιρόπι | ||
Εκτός αν σημειώνεται διαφορετικά, τα δεδομένα αφορούν υλικά υπό κανονικές συνθήκες (25°C, 100 kPa). | |||
| | |||
| Infobox references | |||
Η Ξυλουλόζη (Xylulose) είναι μια κετοπεντόζη, ένας μονοσακχαρίτης που περιέχει πέντε άτομα άνθρακα και περιλαμβάνει μια χαρακτηριστική ομάδα κετόνης. Έχει τον χημικό τύπο C5H10O5. Στη φύση, εμφανίζεται τόσο στο L- όσο και στο D-εναντιομερές.[1] Η 1-δεοξυξυλουλόζη είναι πρόδρομη των τερπενίων μέσω της οδού DOXP (1-δεοξυ-5-φωσφο-D-ξυλουλόζη).[2]
Παθολογία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η L-ξυλουλόζη συσσωρεύεται στα ούρα σε ασθενείς με πεντοζουρία (pentosuria), λόγω ανεπάρκειας στην αναγωγάση της L-ξυλουλόζης. Δεδομένου ότι η L-ξυλουλόζη είναι ένα αναγωγικό σάκχαρο όπως η D-γλυκόζη, οι ασθενείς με πεντοζουρία έχουν διαγνωστεί λανθασμένα στο παρελθόν ότι είναι διαβητικοί.
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Winkelhausen, Eleonora; Kuzmanova, Slobodanka (1998). «Microbial conversion of d-xylose to xylitol». Journal of Fermentation and Bioengineering 86: 1–14. doi:.
- ↑ Rohdich, F.; Bacher, A.; Eisenreich, W. (2005). «Isoprenoid biosynthetic pathways as anti-infective drug targets». Biochemical Society Transactions 33 (4): 785–791. doi:. PMID 16042599.

