Ξέπλυμα μαύρου χρήματος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Με τον όρο βρώμικο χρήμα, ή μαύρο χρήμα και ευρύτερα μαύρα, καθιερώθηκε να χαρακτηρίζεται οποιοδήποτε είδος εσόδου από παράνομη πράξη, ή ακόμη και έσοδο από νόμιμη πράξη το οποίο στη συνέχεια δεν δηλώνεται, κατά παράβαση της υφιστάμενης φορολογικής νομοθεσίας. Και στις δύο περιπτώσεις ανάγεται σε οικονομικό έγκλημα.[1]

Στην μεν πρώτη περίπτωση το προϊόν της παράνομης πράξης δεν δηλώνεται προκειμένου να μην αποκαλυφθεί αυτή και οι δράστες της, στη δε δεύτερη περίπτωση για να μην υποστεί φορολογική επιβάρυνση, που επίσημα χαρακτηρίζεται αδήλωτο έσοδο.
Συνέπεια αυτού του χαρακτηρισμού είναι κατ΄ αντίθεση η διάκριση του χρήματος σε «καθαρό χρήμα» που προέρχεται από νόμιμες δραστηριότητες και το οποίο στη συνέχεια δεν αποκρύπτεται και το «βρώμικο χρήμα», ή «μαύρο χρήμα» που αποκρύπτεται.

Γενικότερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνέχεια των παραπάνω «ξέπλυμα χρήματος», ή «ξέπλυμα μαύρου χρήματος», (που λέγεται κατ΄ έμφαση, ή πλεονασμό), καθιερώθηκε ομοίως να χαρακτηρίζεται οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή που γίνεται με διάθεση μαύρου χρήματος, επί νόμιμης πράξης που επιφέρει οικονομικό αγαθό το οποίο στη συνέχεια δεν αποκρύπτεται, μεταβαλλόμενο έτσι σε καθαρό χρήμα. Απλούστερα παραδείγματα είναι η κατάθεση μαύρου χρήματος σε τράπεζα και στην συνέχεια η ανάληψη για κάλυψη οικονομικών αναγκών, ή η απ΄ ευθείας αγορά μετοχών από χρηματιστήριο κ.α.

Φορείς μαύρου χρήματος ή ξεπλύματος χρήματος μπορεί να είναι τόσο φυσικά πρόσωπα όσο και νομικά πρόσωπα (ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου), ή ακόμα και κυβερνήσεις χωρών. Γενικά το μαύρο χρήμα και οι όποιες δραστηριότητες επ΄ αυτού συνιστούν ευρύτερα την έννοια της παραοικονομίας. Αναφορά σε πολύ μεγάλα ποσά μαύρου χρήματος τότε αυτή ανάγεται σε εκδήλωση οργανωμένου εγκλήματος

Η καταπολέμηση του ξεπλύματος μαύρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (AML) αναφέρεται σε ένα σύνολο διαδικασιών, νόμων και κανονισμών που αποσκοπούν στην παύση της δημιουργίας εισοδήματος μέσω παράνομων ενεργειών. Αν και οι νόμοι για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες καλύπτουν σχετικά περιορισμένο αριθμό συναλλαγών και εγκληματικές συμπεριφορές, οι επιπτώσεις τους είναι εκτεταμένες. Για παράδειγμα, οι κανονισμοί AML απαιτούν από τα ιδρύματα που εκδίδουν πίστωση ή επιτρέπουν στους πελάτες να ανοίξουν λογαριασμούς για να ολοκληρώσουν τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας ώστε να διασφαλίσουν ότι δεν βοηθούν σε δραστηριότητες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Το βάρος εκτέλεσης αυτών των διαδικασιών είναι στα θεσμικά όργανα, όχι στους εγκληματίες ή στην κυβέρνηση.[2]

Τα διάφορα κράτη προκειμένου ν΄ αντιμετωπίσουν φαινόμενα παραγωγής μαύρου χρήματος θεσπίζουν κατάλληλες νομοθεσίες για την πάταξή τους, μεταξύ των οποίων μπορεί να είναι ειδικές ελεγκτικές υπηρεσίες, περιορισμοί ελεύθερης διακίνησης χρήματος, κ.λπ.. O Ο.Η.Ε. συνέστησε ειδική επιτροπή, διαδικασίες αλλά και λίστα υπόπτων για την αποτροπή και την πάταξη ενεργειών σχετικών με το "Ξέπλυμα χρήματος" [3] ενώ διεθνώς υπάρχει η αναγνώριση της Ομάδα ςΧρηματοπιστωτικής Δράσης (Financial Action Task Force-FATF) απο περισσότερες από 190 χώρες [4].

Ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Τράπεζα της Ελλάδος αποτελεί την αρμόδια εποπτική αρχή για την εφαρμογή από τα εποπτευόμενα από αυτήν ιδρύματα του νομοθετικού πλαισίου πρόληψης και καταστολής της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος) και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, από τα εποπτευόμενα από αυτήν ιδρύματα. [5]

Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο έχει, κυρίως, διαμορφωθεί από την ενσωμάτωση της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας, η οποία είναι εναρμονισμένη με τις «Σαράντα (40) Συστάσεις για την καταπολέμηση του Ξεπλύματος Χρήματος, της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και της Διασποράς Όπλων Μαζικής Καταστροφής (ΟΜΚ)», όπως υιοθετήθηκαν το Φεβρουάριο του 2012 από την Ομάδα Χρηματοπιστωτικής Δράσης (Financial Action Task Force-FATF) ως διεθνής φορέας θέσπισης των σχετικών προτύπων και οδηγιών.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, στο πλαίσιο των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, ελέγχει τη συμμόρφωση των εποπτευόμενων ιδρυμάτων με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και αξιολογεί την επάρκεια και αποτελεσματικότητα των διαδικασιών αντιμετώπισης του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που εφαρμόζουν.

Βάση του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου αποτελεί ο ν. 3691/05.08.2008, ο οποίος αναβαθμίζει σημαντικά τους μηχανισμούς πρόληψης του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας της χώρας μας και ενσωματώνει τις διατάξεις της Οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, καθώς και της Οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αποτελεί εφαρμοστικό μέτρο της Οδηγίας 2005/60/ΕΚ.

Σημαντικές τροποποιήσεις του ν. 3691/2008 πραγματοποιήθηκαν μεταγενέστερα με το ν. 3875/2010 (αφορούν κυρίως στο ποινικό αδίκημα της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας), το ν. 3932/2011 (αφορούν στη διάρθρωση της Αρχής Καταπολέμησης του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και τις διαδικασίες δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων των υποκείμενων σε συγκεκριμένες οικονομικές κυρώσεις προσώπων, ομάδων ή οντοτήτων), το άρθρο 74 του ν. 4170/2013 (αναφορικά με την εφαρμογή μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας στα Πολιτικώς Εκτεθειμένα Πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα) και το ν. 4174/2013 (αναφορικά με την υποχρέωση επαλήθευσης των εισοδημάτων των πελατών από τα εποπτευόμενα ιδρύματα, βάσει του εκκαθαριστικού σημειώματος).[6]

  1. Staff, Investopedia (2005-07-21). «Anti Money Laundering - AML» (στα αγγλικά). Investopedia. http://www.investopedia.com/terms/a/aml.asp. Ανακτήθηκε στις 2017-10-26. 
  2. Natech S.A. (2016-07-19), PoseidonAML, https://www.youtube.com/watch?v=ZuDRVIpsXI0, ανακτήθηκε στις 2017-10-26 
  3. christopher.elkhazen. «UNODC and Money-Laundering/Countering the Financing of Terrorism». www.unodc.org. https://www.unodc.org/unodc/en/money-laundering/index.html. Ανακτήθηκε στις 2017-10-26. 
  4. «Countries - Financial Action Task Force (FATF)» (στα αγγλικά). www.fatf-gafi.org. http://www.fatf-gafi.org/countries/. Ανακτήθηκε στις 2017-10-26. 
  5. «Η Τράπεζα της Ελλάδος» (στα αγγλικά). www.bankofgreece.gr. http://www.bankofgreece.gr/Pages/el/Supervision/moneyl/default.aspx. Ανακτήθηκε στις 2017-10-26. 
  6. «Η Τράπεζα της Ελλάδος». www.bankofgreece.gr. http://www.bankofgreece.gr/Pages/el/Supervision/moneyl/legislation.aspx. Ανακτήθηκε στις 2017-10-26.