Ντεοντόρο ντα Φονσέκα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Deodoro da Fonseca (1889).jpg
Ο Ντεοντόρο ντα Φονσέκα το 1889.
Πρόεδρος της Βραζιλίας
Περίοδος
15 Νοεμβρίου 1889 – 23 Νοεμβρίου 1891
Προκάτοχος Πέτρος Β΄
(ως Αυτοκράτορας)
Διάδοχος Φλοριάνο Πεϊσότο
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 5 Αυγούστου 1827 (1827-08-05)
Θάνατος 23 Αυγούστου 1892 (65 ετών)
Πολιτικό κόμμα Ανεξάρτητος
Σύζυγος Μαριάνα ντα Φονσέκα

Ο Μανουέλ Ντεοντόρο ντα Φονσέκα (πορτογαλικά: Manuel Deodoro da Fonseca) ήταν ένας Βραζιλιάνος στρατιωτικός και πολιτικός, που υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος της Βραζιλίας. Ανέλαβε καθήκοντα μετά από το στρατιωτικό πραξικόπημα που εκθρόνισε τον αυτοκράτορα Πέτρο Β΄ και ανακήρυξε τη Δημοκρατία το 1889, καταλύοντας την Αυτοκρατορία, και αποχώρησε λίγο μετά από τη συμπλήρωση των δύο χρόνων από την εκλογή του, το 1891, βρισκόμενος κάτω από μεγάλη πολιτική πίεση.[1][2]

Ο Φονσέκα γεννήθηκε στις 5 Αυγούστου 1827 και ήταν το τρίτο παιδί μιας μεγάλης στρατιωτικής οικογένειας από τη Βίλα Μανταλένα της Αλαγκόας, μια πόλη που σήμερα ονομάζεται Μαρεσάλ Ντεοντόρο προς τιμήν του Ντεοντόρο ντα Φονσέκα. Ήταν γιος του Μανουέλ Μέντες ντα Φονσέκα Γκαλβάο (1785-1859) και της συζύγου του Ρόσα Μαρία Παουλίνα ντε Μπάρος Καβαλκάντι (1802-1873). Την εποχή της Βραζιλιάνικης Αυτοκρατορίας, ο μεγαλύτερος αδελφός του Σεβερίνο Μαρτίνς ντα Φονσέκα διορίστηκε ως πρώτος βαρώνος της Αλαγκόας. Ένας άλλος αξιοσημείωτος συγγενής του ήταν ο Πορτογάλος ανθρωπιστής Φρανσίσκο ντε Ολάντα (1517-1585), ένας μακρινός θείος του.

Ο Φονσέκα ακολούθησε μια στρατιωτική σταδιοδρομία, με σημαντικό της σημείο να είναι η καταστολή της εξέγερσης Πραϊέιρα στο Περναμπούκο το 1848, που θεωρείται ως η απάντηση της Βραζιλίας στις αποτυχημένες ευρωπαϊκές φιλελεύθερες επαναστάσεις εκείνου του έτους.[3] Έλαβε, επίσης, μέρος στον Πόλεμο της Παραγουάης (1864-1870), φτάνοντας το βαθμό του λοχαγού. Το 1884 προήχθη στο βαθμό του στρατάρχη και αργότερα έφτασε στο βαθμό του αρχιστρατήγου. Το προσωπικό του θάρρος, η στρατιωτική του ικανότητα και το ανδροπρεπές προσωπικό του ύφος τον μετέτρεψε σε μια εθνική φιγούρα. Ως κυβερνήτης του Ρίο Γκράντε ντο Σουλ, ο Φονσέκα περιστοιχίστηκε από δημοκρατικούς διανοούμενους, όπως ο Μπένζαμεν Κονστάν και ο Ρουί Μπαρμπόσα. Το 1886, έχοντας την πληροφορία ότι η αυτοκρατορική κυβέρνηση διέταξε τη σύλληψη επιφανών δημοκρατικών, ο Φονσέκα μετέβη στο Ρίο ντε Τζανέιρο και ανέλαβε την ηγεσία της στρατιωτικής φατρίας που ήταν υπέρ της κατάργησης της δουλείας.

Ο αυτοκράτορας Πέτρος Β΄ υποστήριζε την κατάργηση της δουλείας για δεκαετίες, απελευθερώνοντας τους δικούς του δούλους το 1840, όμως θεωρούσε ότι η δουλεία έπρεπε να καταργηθεί σταδιακά, ώστε να μην βλάψει τη βραζιλιάνικη οικονομία. Η κόρη του, πριγκίπισσα Ισαβέλλα, κατάργησε τελικώς τη δουλεία ολοκληρωτικά το 1888, κατά τη διάρκεια της τρίτης αντιβασιλείας της (όταν ο πατέρας της απουσίαζε από τη χώρα). Το κύρος του Φονσέκα τον έθεσε επικεφαλής του στρατιωτικού πραξικοπήματος που εκθρόνισε τον αυτοκράτορα Πέτρο στις 15 Νοεμβρίου 1889, στο οποίο διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο οργισμένοι ολιγάρχες που είχαν πληγεί από την κατάργηση της δουλείας. Ο Ντεοντόρο ντα Φονσέκα υπήρξε για ένα σύντομο διάστημα επικεφαλής της προσωρινής κυβέρνησης που προχώρησε στη σύσταση συντακτικής εθνοσυνέλευσης για την εκπόνηση ενός νέου συντάγματος για τη Δημοκρατία των Ηνωμένων Πολιτειών της Βραζιλίας. Ωστόσο, βρέθηκε σε σύγκρουση με τους πολιτικούς δημοκρατικούς ηγέτες. Η εκλογή του ως προέδρου της δημοκρατίας, στις 25 Φεβρουαρίου 1891, με μικρή πλειοψηφία, υποστηρίχθηκε μέσω στρατιωτικής πίεσης στο Κογκρέσο.

Η διοίκηση του Φονσέκα, διαιρεμένη από την πολιτική και προσωπική εχθρότητα μεταξύ του προέδρου και του αντιπροέδρου Φλοριάνο Πεϊσότο, γνώρισε έντονη αντιπολίτευση στο Κογκρέσο, το οποίο επέλεξε μια πολιτική αντιπαράθεσης. Κατά τους πρώτους μήνες της προεδρίας του, επέτρεψε στους υπουργούς του να ελέγχουν σχεδόν απεριόριστα τα υπουργεία τους.[4] Αυθαίρετα προεδρικά διατάγματα (όπως η παραχώρηση του λιμένα του Τόρες σε ιδιωτική επιχείρηση και το διάταγμα 528 που άνοιξε τη χώρα σε νέο κύμα μετανάστευσης πέρα των Αφρικανών) και η καταστροφική διεξαγωγή της οικονομικής πολιτικής κατά τη διάρκεια της φούσκας του Ενσιλιαμέντο ενίσχυσαν την πολεμική στο Κογκρέσο και μείωσαν δραστικά τη δημοτικότητα της κυβέρνησης στην κοινή γνώμη. Ταυτόχρονα τα γεγονότα ώθησαν τους δημοκράτες του νότου να αποσύρουν την υποστήριξή τους προς την κυβέρνηση.[5] Η κατάσταση έφθασε σε τέλμα, όταν ο Φονσέκα διέλυσε το Κογκρέσο και κήρυξε «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» στις 3 Νοεμβρίου 1891. Μια ομάδα βουλευτών αντιτάχθηκε σε αυτή την απόφαση και βρήκε υποστήριξη σε υψηλόβαθμους αξιωματικούς του ναυτικού, συμπεριλαμβανομένου του ναυάρχου Κουστόντιο Ζοζέ ντε Μέλο.[6] Ο Ντεοντόρο ντα Φονσέκα διαπίστωσε ότι η χώρα βρισκόταν στο χείλος του εμφυλίου πολέμου και, έτσι, στις 23 Νοεμβρίου 1891 υπέγραψε την παραίτησή του και παρέδωσε την προεδρία στον Φλοριάνο Πεϊσότο.[7]

Απεβίωσε στις 23 Αυγούστου 1892 στο Ρίο ντε Τζανέιρο, όντας σε ηλικία 65 ετών.[8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]