Νορικόν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Η επαρχία τού Νορικού ως μέρος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Το Νορικόν, λατιν.: Noricum, είναι το όνομα για το κελτικό βασίλειο ή την ομοσπονδία φυλών [1], που περιλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης Αυστρίας και μέρος της Σλοβενίας. Τον 1ο αι. μ.Χ. έγινε επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Τα σύνορά της ήταν ο Δούναβης στα βόρεια, η Ραιτία και οι Βινδέλικοι στα δυτικά, η Παννονία στα ανατολικά και νοτιοανατολικά και η Ιταλία (Venetia et Histria) στα νότια. Το βασίλειο ιδρύθηκε γύρω στο 400 π.Χ. και είχε πρωτεύουσα, όπου η βασιλική κατοικία, στο Virunum στο Mαγκντάλενσμπεργκ. [2] [3]

Έκταση και πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γύρω στο 800 π.Χ. η περιοχή κατοικήθηκε κυρίως από ανθρώπους της τοπικής κελτικής κουλτούρας Χάλστατ. Γύρω στο 450 π.Χ. συγχωνεύτηκαν με τους ανθρώπους των άλλων βασικών κελτικών περιοχών στις νοτιοδυτικές περιοχές της Γερμανίας και της ανατολικής Γαλλίας.

Η χώρα είναι ορεινή και πλούσια σε σίδηρο και αλάτι. Παρείχε υλικό για την κατασκευή όπλων στην Παννονία, τη Μοισία και τη βόρεια Ιταλία. Ο περίφημος νορικός χάλυβας χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό στην κατασκευή ρωμαϊκών όπλων (π.χ. Οράτιος, Ωδές, ι.16.9-10: Noricus ensis, «ένα νορικό σπαθί»). Χρυσός [4] και αλάτι  βρέθηκαν σε σημαντικές ποσότητες. Το φυτό που ονομάζεται saliunca (η άγρια ή κελτική νάρδος, συγγενής της λεβάντας) αναπτύχθηκε σε αφθονία και χρησιμοποιήθηκε ως άρωμα σύμφωνα με τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο. [5]

Οι Κέλτες κάτοικοι είχαν αναπτύξει έναν πολιτισμό πλούσιο σε τέχνη, εξόρυξη αλατιού, κτηνοτροφία και γεωργία. Όταν μέρος της περιοχής έγινε ρωμαϊκή επαρχία, οι Ρωμαίοι εισήγαγαν τη διαχείριση των υδάτων και ενισχύθηκαν οι ήδη έντονες εμπορικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων βόρεια και νότια των Άλπεων.

Η αρχαιολογική έρευνα, ιδιαίτερα στα νεκροταφεία του Χάλστατ, έδειξε ότι ένας έντονος κελτικός πολιτισμός βρισκόταν στην περιοχή αιώνες πριν από την καταγεγραμμένη ιστορία, αλλά ο κελτικός πολιτισμός Χάλστατ ήταν μία πολιτιστική εκδήλωση πριν από τις άλλες επιδρομές των Κελτών. Οι τάφοι τού Χάλστατ περιείχαν όπλα και στολίδια από την Εποχή τού Χαλκού, μέσω της μεταβατικής περιόδου, μέχρι τον πολιτισμό τού Χάλστατ, δηλαδή την πλήρως ανεπτυγμένη παλαιότερη περίοδο της Εποχής τού Σιδήρου

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νορική γλώσσα μαρτυρείται μόνο σε αποσπασματικές επιγραφές, μία από το Πτούι [6] [7] και δύο από το Γκράφενσταϊν, [8] [9] καμία από τις οποίες δεν παρέχει αρκετές πληροφορίες για τυχόν συμπεράσματα σχετικά με τη φύση της γλώσσας. [6] [8]

Χάλυβας για τα ρωμαϊκά όπλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αργυρό τετράδραχμο των Κελτών τού Νορικού. Εμπρός όψη: κεφαλή με στεφάνι και διάδημα. Πίσω όψη: ιππέας φέρει πίλο με τρεις σφαίρες. 21 χλστ,. 12,09 γραμ., π. 160 π.Χ.

Το βασίλειο τού Noρικού ήταν ένας σημαντικός προμηθευτής όπλων για τον ρωμαϊκό στρατό από τα μέσα της Δημοκρατίας και μετά. Τα ρωμαϊκά ξίφη κατασκευάζονταν από το καλύτερης ποιότητας ατσάλι, που υπήρχε τότε σε αυτή την περιοχή, τον chalybs Noricus. Η αντοχή του χάλυβα καθορίζεται από τη σύνθεση και τη θερμική επεξεργασία. Το σφυρήλατο σίδερο που παραγόταν στον ελληνορωμαϊκό κόσμο ήταν πολύ μαλακό για εργαλεία και όπλα. Αντίθετα το μετάλλευμα από το Noρικόν θα μπορούσε να αποδώσει ένα ανώτερο προϊόν. Το μετάλλευμα έπρεπε να είναι πλούσιο σε μαγγάνιο (ένα στοιχείο που παραμένει απαραίτητο στις σύγχρονες διεργασίες παραγωγής χάλυβα) και να περιέχει λίγο ή καθόλου φώσφορο, ο οποίος αποδυναμώνει τον χάλυβα. [10] Το μετάλλευμα που εξορυσσόταν στην Καρινθία (Νότιο Νορικό) πληρούσε ιδιαίτερα καλά και τα δύο κριτήρια. [11] Οι Κέλτες του Noρικού ανακάλυψαν το μετάλλευμά τους, που κατασκεύαζε ανώτερο χάλυβα γύρω στο 500 π.Χ. και δημιούργησαν μία μεγάλη βιομηχανία χάλυβα. [12]

Στο Virunum (Mαγκντάλενσμπεργκ), ένα σημαντικό κέντρο παραγωγής και εμπορίας, εξειδικευμένοι σιδηρουργοί κατασκεύαζαν μεταλλικά προϊόντα και όπλα. Τα τελειωμένα όπλα εξήχθησαν στην Aκυληία, μια ρωμαϊκή αποικία που ιδρύθηκε το 180 π.Χ.

Από το 200 π.Χ. οι φυλές τού Νορικού ενώθηκαν σταδιακά σε ένα βασίλειο, γνωστό ως Regnum Noricum, με πρωτεύουσα τη θέση που ονομάζεται Nορεία. Το Noρικόν έγινε βασικός σύμμαχος της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, παρέχοντας όπλα και εργαλεία υψηλής ποιότητας σε αντάλλαγμα για στρατιωτική προστασία. Αυτό αποδείχθηκε το 113 π.Χ., όταν οι Τεύτονες εισέβαλαν στο Noρικόν. Σε απάντηση, ο Ρωμαίος ύπατος Γναίος Παπίριος Κάρβο οδήγησε έναν στρατό επάνω από τις Άλπεις για να επιτεθεί στις γερμανικές φυλές στη Noρεία.

Ρωμαϊκή κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Noρικόν ενσωματώθηκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το 16 π.Χ. Για πολύ καιρό προηγουμένως, οι Νορικανοί απολάμβαναν την ανεξαρτησία τους έχοντας δικούς τους πρίγκιπες και συνέχιζαν το εμπόριο με τους Ρωμαίους. Το 48 π.Χ πήραν το μέρος του Ιουλίου Καίσαρα στον εμφύλιο πόλεμο κατά του Γναίου Πομπήιου. Το 16 π.Χ., αφού ενώθηκαν με τους Παννόνιους στην εισβολή στην Ιστρία, ηττήθηκαν από τον Πόπλιο Σίλιο Νέρβα, ανθύπατο τού Ιλλυρικού. Στη συνέχεια, το Noρικόν ονομάστηκε επαρχία, αν και δεν ήταν οργανωμένη ως τέτοια και παρέμεινε ένα βασίλειο με τον τίτλο του regnum Noricum, αλλά υπό τον έλεγχο ενός αυτοκρατορικού επιτρόπου (procurator). Υπό τη βασιλεία του αυτοκράτορα Κλαύδιου (41–54) το βασίλειο τού Νορικού ενσωματώθηκε τελικά στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, προφανώς χωρίς να προβάλει αντίσταση. Μόλις κατά τη βασιλεία τού Aντωνίνου Πίου, η Λεγεώνα ΙΙ Pia (αργότερα μετονομάστηκε Italica) τοποθετήθηκε στο Noρικόν και ο διοικητής της λεγεώνας έγινε ο κυβερνήτης της επαρχίας. 

Επί Διοκλητιανού (245–313), το Noρικόν χωρίστηκε σε Noricum ripense ("Noρικόν [κατά μήκος] των οχθών [τού ποταμού]", το βόρειο τμήμα του, νότια από τον Δούναβη) και Noricum mediterraneum ("Νορικόν μεσόγειο, που έχει γη γύρω του", η νότια, πιο ορεινή περιοχή). Η διαχωριστική γραμμή διέτρεχε το κεντρικό τμήμα των ανατολικών Άλπεων. Κάθε τμήμα βρισκόταν υπό έναν επόπτη (praeses), και οι δύο ανήκαν στην επισκοπή του Ιλλυρικού στον πραιτοριανό νομό της Ιταλίας. Ήταν εκείνη την εποχή (304), όταν ένας Χριστιανός που υπηρετούσε ως στρατιωτικός στην επαρχία, υπέστη μαρτύριο για χάρη της πίστης του, ο οποίος αργότερα αγιοποιήθηκε ως Άγιος Φλοριάν. [13]

Οι ρωμαϊκές αποικίες και οι κύριες πόλεις ήταν το Virunum (κοντά στη Mαρία Ζάαλ στα βόρεια του Kλάγκενφουρτ), η Teurnia (κοντά στο Σπίτταλ αν ντερ Ντράου), η Flavia Solva (κοντά στο Λάιμπνιτς), η Celeia (Τσέλιε) στη σημερινή Σλοβενία, η Juvavum (Σάλτσμπουργκ), η Ovilava (Βελς), Lauriacum (Λορχ στις εκβολές των Eννς, η αρχαία Anisus).

Η γνώση τού Ρωμαϊκού Νορικού έχει διευρυνθεί αποφασιστικά από το έργο του Ρίχαρντ Κναμπλ, ενός Αυστριακού επιγραφολόγου τού 19ου αι.

Η μετάβαση από τη ρωμαϊκή στη βάρβαρη κυριαρχία στο Noρικόν τεκμηριώνεται καλά στο έργο "Βίος τού Αγίου Σεβερίνου" τού Ευγιππίου, παρέχοντας υλικό για αναλογία αυτής της διαδικασίας σε άλλες περιοχές, όπου λείπουν οι πρωτογενείς πηγές της περιόδου. [14]

Στη σύγχρονη πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1919, ο Χάινριχ Λάμμας, ο τελευταίος πρωθυπουργός της αυτοκρατορικής Αυστρίας, πρότεινε να δοθεί στη νέα δημοκρατία το όνομα Norische Republik ή Noric Republic, [15] επειδή τα αρχαία σύνορα ήταν παρόμοια με εκείνα του νέου κράτους, το οποίο –εκείνη την εποχή– δεν ήθελε να θεωρηθεί κληρονόμος της μοναρχίας των Αψβούργων, αλλά ανεξάρτητο, ουδέτερο και ειρηνικό κράτος. [16]

Επισκοπικές έδρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι επισκοπικές έδρες του Noρικού, που τώρα καταγράφονται στο Annuario Pontificio ως τιμητικές έδρες περιλαμβάνουν: [17]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Mackensen, Michael (1975). «The state of research on the 'Norican' silver coinage». World Archaeology 6 (3): 249–275. doi:10.1080/00438243.1975.9979607. 
  2. Heather, Peter (2010). The Fall of the Roman Empire: A New History. Macmillan. σελ. 407. 
  3. Cunliffe, Barry (1997). The Ancient Celts. Oxford, England: Oxford University Press. σελ. 218. ISBN 978-0-19-815010-7. 
  4. From a statement of Polybius, in his own time in consequence of the great output of gold from a mine in Noricum, gold lost one-third of its value. Ridgeway, William (1892). The Origin of Metallic Currency and Weight Standards. Oxford, England: Oxford University Press. σελ. 139. 
  5. Naturalis Historia xxi. 20.43)
  6. 6,0 6,1 Eichner, Heiner; Istenič, Janka; Lovenjak, Milan (1994). «Ein römerzeitlisches Keramikgefäs au Ptuj (Pettau, Poetovio) in Slowien mit Inschrift in unbekanntem Alphabet und epichorischer (vermutlich keltischer) Sprache» (στα γερμανικά). Arheološki Vestnik 45: 131–142. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 December 2015. https://web.archive.org/web/20151222143217/http://av.zrc-sazu.si/pdf/45/AV_45_1994_Eichner_et_al.pdf. 
  7. «Vase de Ptuj». Encyclopédie de l'arbre celtique. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Ιουνίου 2008. 
  8. 8,0 8,1 Eska, Joseph F.· Evans, D. Ellis (2009). «Continental Celtic». Στο: Ball, Martin J. The Celtic languages (second έκδοση). London: Routledge. σελ. 42. ISBN 978-0-415-42279-6. 
  9. «Tuile de Grafenstein». Encyclopédie de l'arbre celtique. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Ιουνίου 2008. 
  10. Buchwald (2005) 124
  11. Buchwald (2005) 115
  12. Healy (1978) 236
  13. Stülz, Jodok (1835). Geschichte des regulirten Chorherrn-Stiftes St. Florian: ein Beitrag zur Geschichte des Landes Österreich ob der Enns (στα Γερμανικά). Linz: Haslinger. σελίδες 2–3. 
  14. Heather, Peter (2005). The Fall of the Roman Empire. Oxford: Oxford University Press. ISBN 978-0195159547. 
  15. Anna Maria Drabek, Der Österreichbegriff und sein Wandel im Lauf der Geschichte, in: Marktgemeinde Neuhofen/Ybbs (ed.): Ostarrichi Gedenkstätte Neuhofen/Ybbs, no date (1980), pp. 32–41
  16. Dieter Köberl, Zum Wohle Österreichs. Vor 90 Jahren starb Heinrich Lammasch, in: Die Furche, 18 February 2010
  17. Annuario Pontificio 2013 (Libreria Editrice Vaticana 2013 (ISBN 978-88-209-9070-1)), "Sedi titolari", pp. 819-1013

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]