Νομοθετικό σώμα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το νομοθετικό σώμα είναι είδος συνέλευσης με την εξουσία να θέτει, επεκτείνει και να καταργεί νόμους για μια πολιτική οντότητα (π.χ. για μια χώρα ή για μια πόλη). Στο σύστημα της διάκρισης των εξουσιών, η εξουσία των νομοθετικών σωμάτων είναι γνωστή ως νομοθετική εξουσία, η οποία ασκεί τη νομοθετική λειτουργία του κράτους. Στα περισσότερα κράτη, τα νομοθετικά σώματα παίζουν σπουδαίο ρόλο στην διακυβέρνησή τους.

Σε αρκετά κράτη η νομοθετική λειτουργία ασκείται από δύο ή σπανιότατα από περισσότερα ανεξάρτητα νομοθετικά σώματα. Όταν το κοινοβούλιο διαθέτει ένα σώμα λέγεται μονοθάλαμο, ενώ όταν αποτελείται από δύο σώματα (την άνω βουλή και τη κάτω βουλή), λέγεται διθάλαμο. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα διθάλαμων κοινοβουλίων είναι αυτό των Η.Π.Α., όπου το Κογκρέσο αποτελείται από δύο σώματα: τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία. Διθάλαμα είναι επίσης τα κοινοβούλια της Ισπανίας και της Ιταλίας και κατά κανόνα τα κοινοβούλια των ομοσπονδιακών κρατών, όπως αυτά της Γερμανίας, της Αυστρίας, της Ρωσίας, του Μεξικού, της Αργεντινής, της Βραζιλίας και άλλων. Ο θεσμός της Γερουσίας στην Ελλάδα ως δεύτερου νομοθετικού σώματος λειτούργησε μεταξύ των ετών 1844-1864 και 1927-1935.

Ο όρος πρωτογενές δίκαιο αναφέρεται συνήθως στους νόμους που θεσπίζονται από τα νομοθετικά σώματα. Επιπλέον, τα νομοθετικά σώματα έχουν τη δυνατότητα να παρατηρούν και να κατευθύνουν τις πράξεις της κυβέρνησης. Για παράδειγμα, έχουν το δικαίωμα να τροποποιήσουν το ποσό του κρατικού προϋπολογισμού.

Τα μέλη ενός νομοθετικού σώματος ονομάζονται νομοθέτες, αντιπρόσωποι, βουλευτές ή γερουσιαστές (ανάλογα με τη χώρα). Σε κράτη με αντιπροσωπευτική δημοκρατία, οι βουλευτές συνήθως εκλέγονται με λαϊκή ψήφο. Ωστόσο χρησιμοποιούνται επίσης οι μέθοδοι της έμμεσης εκλογής και του διορισμού από την εκτελεστική εξουσία. Αυτός ο τρόπος διορισμού των βουλευτών (ή γερουσιαστών) είναι πιο κοινός στα διθάλαμα νομοθετικά σώματα, που διαθέτουν άνω βουλή.

Νομοθέτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νομικός όρος κοινός νομοθέτης αναφέρεται απρόσωπα και διαχρονικά στο σύνολο των μελών του νομοθετικού σώματος. Έτσι, ο κοινός νομοθέτης δύναται να συζητεί και να νομοθετεί για οποιοδήποτε ζήτημα κανονίζεται με νόμο. Ειδικά, όταν το σώμα ψηφίζει έναν εκλογικό νόμο, τότε χρησιμοποιείται ο εξειδικευμένος όρος εκλογικός νομοθέτης.

Επιπλέον, όταν το νομοθετικό σώμα έχει συντακτική εξουσία (δηλ. να θεσμοθετεί νέο Σύνταγμα), αναφέρεται ως συντακτικός νομοθέτης, ενώ όταν το σώμα ασκεί την αναθεωρητική λειτουργία (δηλ. να αναθεωρεί υπάρχον Σύνταγμα) λέγεται αναθεωρητικός νομοθέτης. Ο όρος συνταγματικός νομοθέτης ως συνώνυμο του αναθεωρητικού ή του συντακτικού νομοθέτη θεωρείται αδόκιμος, καθώς συνταγματικός χαρακτηρίζεται κάθε νομοθέτης (νομοθετικό σώμα), που προβλέπεται από το Σύνταγμα.[1]


  1. βλ. Α. Παντελής Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου.