Νομισματικό Μουσείο Αθηνών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το Μέγαρον Σλήμαν που στεγάζει το Νομισματικό Μουσείο Αθηνών

Το Νομισματικό Μουσείο Αθηνών στεγάζεται σήμερα στο Ιλίου Μέλαθρον, την αρχοντική κατοικία του αρχαιολόγου Ερίκου Σλήμαν, έργο του αρχιτέκτονα Ερνστ Τσίλλερ.

Η μόνιμη έκθεσή του παρουσιάζει την ιστορία του νομίσματος καθώς και την κατασκευή, διάδοση, χρήση, ως και την εικονογραφία των νομισμάτων, στην εποχή της κοπής των, του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Η έκθεση συνεχίζεται στο 2ο όροφο που εκθέτονται νομίσματα της Ελληνιστικής περιόδου, Ρωμαϊκής, Βυζαντινής, Μεσαιωνικής αλλά και νεότερης εποχής.

Το Νομισματικό Μουσείο Αθηνών θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα τους είδους του στον κόσμο. Η συλλογή των εκθεμάτων του περιλαμβάνει περισσότερα από 500.000 αρχαία νομίσματα, μολυβδόβουλα, μετάλλια, σφραγιδόλιθους, αρχαία σταθμία και άλλα σχετικά αντικείμενα που ανάγονται από τον 14ο αιώνα π.Χ. μέχρι και σήμερα.

Ιστορικό ίδρυσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην νεότερη Ελλάδα πρώτη ιδέα συγκρότησης και σύστασης νομισματικής συλλογής φαίνεται να χρονολογείται το 1829 σε προσπάθεια του Α. Μουστοξύδη στον οποίο και ανατέθηκε η επίσημη συλλογή νομισμάτων στην Αίγινα. Η πρώτη όμως ιδέα παρουσίασης και έκθεσης νομισμάτων οφείλεται στο βασιλιά Όθωνα, όπου το 1833, από εποχής αντιβασιλείας, προσκλήθηκε ειδικά επί τούτου από τη Σουηδία ο νομισματολόγος Γκέντεν.
Το 1835 η συλλογή Μουστοξύδη μεταφέρθηκε από την Αίγινα στη νέα πρωτεύουσα του νεοσύστατου Βασιλείου την Αθήνα και η επιμέλειά της ανατέθηκε στον επιφανή καθηγητή αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Λουδοβίκο Ρος και στη συνέχεια στον Γεννάδιο και από εκείνον στον Γ. Πιττάκη.

Το 1843 η εθνική συλλογή νομισμάτων μεταφέρεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη υπό τη διεύθυνση του Γ. Τυπάλδου.

Το 1856 τη διεύθυνση της εθνικής συλλογής ανέλαβε ο πρώτος Έλληνας επιστήμων νομισματολόγος Ποστολάκας όπου και αρχίζει η επιστημονική κατάταξη καταλογοποίηση, παρουσίαση και πλουτισμός. Στην αρχή της Βασιλείας Γεωργίου του Α΄ η ελληνική εθνική συλλογή νομισμάτων περιελάμβανε ήδη 24.000 νομίσματα.

Το εσωτερικό του Μουσείου

Το 1887 σημειώθηκε μία μεγάλη κλοπή νομισμάτων από υπάλληλο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, τα οποία βρέθηκαν αργότερα στο Παρίσι και τη Γενεύη τα οποία και επιστράφηκαν. Ένεκα όμως του γεγονότος αυτού, στη συνέχεια η εθνική συλλογή τοποθετήθηκε και σφραγίστηκε σε μεταλλικούς φοριαμούς, (κιβώτια), τα οποία δόθηκαν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο προς φύλαξη. Την ίδια εποχή η εθνική συλλογή υπάχθηκε διοικητικά στην Εφορεία Αρχαιοτήτων

Το 1890 κατόπιν έγκρισης του Βασιλέως ο καθηγητής Ιωάννης Σβορώνος παρέλαβε την εθνική συλλογή και την τοποθέτησε στη δεξιά πτέρυγα της Ακαδημίας Αθηνών προς έκθεση αυτής. Την εποχή εκείνη η Ακαδημία ως μουσειακός χώρος, λόγω και της αρχιτεκτονικής του θεωρούνταν ένα από τα πολυτελέστερα μουσεία του κόσμου περιλαμβάνοντας πλέον 250.000 νομίσματα διαφόρων εποχών και γεωγραφικών τόπων του ελληνικού χώρου. Βέβαια η συγκέντρωση όλων αυτών προέρχονταν και από πολλές δωρεές ιδιωτικών συλλογών όπως και από την εκτεταμένη αρχαιολογική έρευνα. Στο χώρο αυτό παρέμεινε η εθνική συλλογή μέχρι τη κήρυξη του πολέμου του 1940 οπότε και μεταφέρθηκε σε κρύπτη εντός της Αθήνας υπό την επιμέλεια της Τράπεζας της Ελλάδος.

Το 1893 επί πρωθυπουργίας Χαρ. Τρικούπη η εθνική συλλογή αποκτά δια νόμου αυτοτελή οργανισμό μουσείου υπαγόμενου στη Πρυτανεία του Πανεπιστημίου υπό την εποπτεία όμως του γενικού εφόρου αρχαιοτήτων.
Το 1922 μετά το θάνατο του Σβορώνου τη διεύθυνση ανέλαβε ο καθηγητής αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γ. Οικονόμου μέχρι το 1928 όπου τον διαδέχτηκε ο νομισματολόγος Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος μέχρι τον θάνατό του, το 1940. Τότε για μικρό διάστημα τη θέση του ανέλαβε ο Ιωάννης Μηλιάδης που παρέδωσε στη νομισματολόγο Ειρήνη Βαρουχά η οποία με ιδιαίτερη ευαισθησία ανέλαβε τη μεταφορά και απόκρυψή του. Το 1942 με νομοθετικό διάταγμα της κατοχικής κυβέρνησης η «Νομισματική συλλογή» αποτελεί τμήμα του αρχαιολογικού μουσείου και μετά την απελευθέρωση μεταφέρεται στα υπόγεια του αρχαιολογικού μουσείου Η επανέκθεση των νομισμάτων ξεκίνησε το 1956 στον α΄ όροφο του μουσείου που είχε διαμορφωθεί ανάλογα.
Το 1964 την διεύθυνση αναλαμβάνει η έφορος αρχαιοτήτων Μάντω Οικονομίδου ή οποία τον επόμενο χρόνο πέτυχε δια νόμου την διοικητική αυτοτέλεια με τον τίτλο «Νομισματικό Μουσείο». Το 1994 την διαδέχθηκε ο Ιωάννης Τουράτσογλου ο οποίος και ξεκίνησε τις προσπάθειες μεταστέγασης του Μουσείο στο Ιλίου Μέλαθρον. Πράγματι οι προσπάθειες τελεσφόρησαν και στις 11 Δεκεμβρίου του 1998 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του Νομισματικού Μουσείου στο διώροφο ιστορικό νεοκλασικό μέγαρο που υφίσταται σήμερα.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ.ΙΗ΄, σελ.376.
  • "Σημειώσεις ξενάγησης" 2010.

Συντεταγμένες: 37°58′40.08″N 23°44′07.44″E / 37.9778000°N 23.7354000°E / 37.9778000; 23.7354000