Νικόλαος Μαύρος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νικόλαος Μαύρος
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση13ος αιώνας
ΘάνατοςΔεκαετία του 1310[1]
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμαφεουδάρχης

Ο Νικόλαος Μαύρος (Nicolas le Noir) ήταν Ανδεγαυός ευγενής του Πριγκιπάτου της Αχαΐας, βαρώνος της Αρκαδιάς και βάιλος από το 1313 έως το 1317. Η οικογένειά του ήταν κάτοχος φέουδων στην Μεσσηνία άγνωστο πού, και κατείχε, άγνωστο σήμερα, κάστρο στα Κοντοβούνια που το είχαν ονομάσει "Σαιν-Σωβέρ" (Saint-Sauveur, Άγιος Σωτήρ)[2]. Ο τίτλος τους ήταν "Κύριοι του Σαιν-Σωβέρ".[3]

Διορίσθηκε βάιλος του Πριγκιπάτου, δηλαδή επίτροπος-διοικητής, από την πριγκίπισσα Ματθίλδη του Αινώ, στη θέση της πριγκίπισσας που δεν έμενε εκεί.[3] Ήταν αυτός που μαζί με τον Λατίνο επίσκοπο και βαρώνο Ωλένης Ιάκωβο συνέλαβαν την Μαργαρίτα Βιλλεαρδουίνου και τη φυλάκισαν στη Γλαρέντζα, όπου και πέθανε το 1315.[3]

Το 1315 μαζί με τον Νικολό Ορσίνη προσπάθησαν να εμποδίσουν τον Φερδινάνδο της Μαγιόρκας να αποβιβαστεί στο Πριγκιπάτο χωρίς να τα καταφέρουν. Έπειτα ο Νικόλαος Μαύρος υποχώρησε στην Καλαμάτα, όπου προσπάθησε από εκεί να οργανώσει την άμυνα. Συναντήθηκε με τον στρατό του Φερδινάνδου στο Κάστρο Μποβουάρ ή Μπελβεντέρε (το σημερινό Ποντικόκαστρο του Κατάκωλου) και στην Μάχη που ακολούθησε, ο Μαύρος υπέστη μεγάλη ήττα. Μετά την ήττα του αναγνώρισε τον Φερδινάνδο πρίγκιπα της Αχαΐας και υπέβαλε σε αυτόν την παραίτησή του, πράγματα που αργότερα αποδείχθηκαν κινήσεις τακτικής: όταν το 1316 έφτασε στο Πριγκιπάτο η νόμιμη πριγκίπισσα Ματθίλδη του Αινώ, ο Μαύρος την υποδέχτηκε δημόσια, αναγνωρίζοντάς την σαν νόμιμη πριγκίπισσα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ανακτήθηκε στις 27  Νοεμβρίου 2018.
  2. Δήμος Πύλου-Νέστορος, Ιστορία, Φραγκοκρατία Αρχειοθετήθηκε 2017-03-08 στο Wayback Machine., ανακτήθηκε 254 Μαρτίου 2013
  3. 3,0 3,1 3,2 Στέφανος Θωμόπουλος, Ιστορία της πόλεως Πατρών από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του 1821, Εκ της βασιλικής τυπογραφίας Νικολάου Γ. Ιγγλέση, Εν Αθήναις 1888