Νικόλαος Επισκοπόπουλος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Νικόλαος Επισκοπόπουλος
Γέννηση
Θάνατος
Υπηκοότητα / Χώρα πολιτογράφησης Ελλάδα και Γαλλία
Ιδιότητα συγγραφέας, ποιητής και δημοσιογράφος

Ο Νικόλαος Επισκοπόπουλος (187422 Μαρτίου 1944) ήταν Έλληνας πεζογράφος και κριτικός, που ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στην Ελλάδα και συνέχισε στη Γαλλία, γράφοντας στα γαλλικά, με το ψευδώνυμο Νικολά Σεγκύρ (Nicolas Ségur).

Πίνακας περιεχομένων

Βίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Ζάκυνθο. Ο πατέρας του λεγόταν Διονύσιος Επισκοπόπουλος και η μητέρα του Αδριανή Σιγούρου (ήταν ξαδέλφη του ποιητή Μαρίνου Σιγούρου). Υπήρξε αυτοδίδακτος, επειδή διέκοψε τη φοίτηση στο σχολείο μετά τη δεύτερη τάξη. Ήταν μανιώδης αναγνώστης από παιδί και ήδη στα δεκαπέντε του εργαζόταν ως βοηθός φαρμακοποιού, ενώ σε ηλικία δεκαέξι ετών εξέδωσε ένα φιλολογικό ημερολόγιο για να δημοσιεύει εκεί τα λογοτεχνικά γραπτά του.

Το Μάιο του 1892 εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του στην Αθήνα, όπου ο συμπατριώτης του Γρηγόριος Ξενόπουλος τον έθεσε υπό την προστασία του και προσπαθούσε να τον εισαγάγει στους λογοτεχνικούς κύκλους. Τον πρώτο χρόνο οι προσπάθειές του δεν καρποφορούσαν και ο Επισκοπόπουλος εργαζόταν ως διεκπεραιωτής στο περιοδικό Διάπλασις των Παίδων και έγραφε άρθρα εκλαϊκευμένης ιατρικής για την εφημερίδα Το Άστυ. Εκεί έγινε και η πρώτη του λογοτεχνική δημοσίευση στις 7 Δεκεμβρίου του 1893, με το διήγημα «Ut diese mineur». Η επιτυχία του ήταν μεγάλη και τον καθιέρωσε απότομα στο αναγνωστικό κοινό και τους κύκλους των λογοτεχνών. Ο Ξενόπουλος είχε επισημάνει χαρακτηριστικά ότι «αφ’ εσπέρας εκοιμήθη άγνωστος και την επομένην εξύπνησε προσωπικότης». Αμέσως μετά την πρώτη δημοσίευση προσελήφθη ως αρθρογράφος στο Άστυ με τις στήλες «Εδώ κι Εκεί» και «Από ημέρας εις ημέραν». Μέχρι το 1904 συνεργάστηκε με ημερολόγια και φιλολογικά περιοδικά γράφοντας διηγήματα, μεταφράσεις, κριτικά δοκίμια και χρονογραφήματα και σύχναζε στους φιλολογικούς κύκλους του Παλαμά, του Δροσίνη (την ξαδέρφη του οποίου παντρεύτηκε), του Σουρή και της Παρρέν.

Το 1904 έφυγε από την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Παρίσι και δραστηριοποιήθηκε ως λογοτέχνης με το ψευδώνυμο Nicolas Ségur (Ségur ήταν το όνομα της νορμανδικής οικογένειας κλάδος της οποίας εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο και από την οποία προέρχονταν οι Σιγούροι). Εκεί είχε την υποστήριξη του Ανατόλ Φρανς, τον οποίο είχε γνωρίσει σε ένα ταξίδι του στην Αθήνα και ο οποίος τον σύστησε στα σημαντικότερα φιλολογικά περιοδικά. Έγραψε μυθιστορήματα και κριτικά δοκίμια για λογοτεχνικά και φιλοσοφικά θέματα.

Πέθανε στο Παρίσι στις 22 Μαρτίου του 1944.

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λογοτεχνική παιδεία του Επισκοπόπουλου υπερέβαινε την ελληνική παραγωγή και τα ενδιαφέροντά του στρέφονταν προς την ξένη λογοτεχνία. Ιδιαιτέρως εκτιμούσε τους Σαρλ Μπωντλαίρ, Ανατόλ Φρανς, Έντγκαρ Άλλαν Πόε και Γκαμπριέλε ντ’ Ανούντσιο. Οι αισθητικές προτιμήσεις του στρέφονταν προς το ρεύμα του αισθητισμού, του οποίου υπήρξε ο πρώτος Έλληνας εκπρόσωπος, σε μια περίοδο που στην ελληνική πεζογραφία κυριαρχούσαν οι ηθογραφικές και οι νατουραλιστικές τάσεις. Ο κοσμοπολιτισμός του, που εκδηλωνόταν και στις επιδράσεις στο λογοτεχνικό του έργο αλλά και στα κριτικά του κείμενα, είχε ως αποτέλεσμα να δεχτεί συχνά κατηγορίες για ξενομανία και αντιγραφή των ξένων (χαρακτηριστικές ήταν οι επιθέσεις από τον Περικλή Γιαννόπουλο και τον Ηλία Βουτιερίδη).

Ως πεζογράφος στην Ελλάδα έγραψε αποκλειστικά διηγήματα. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της λογοτεχνικής γραφής του είναι η πληθωρική έως και επιτηδευμένη έκφραση, με κυριαρχία του λυρισμού και του αισθησιασμού (λυρικά και όχι ρεαλιστικά παρουσιασμένου), και η ιδιότυπη αφήγηση, με περιορισμένη πλοκή και δράση και την απουσία διαλόγων. Στη Γαλλία έγραψε πάνω από τριάντα μυθιστορήματα που έγιναν δημοφιλή στο ευρύ κοινό

Το κριτικό του έργο είναι πλούσιο, τόσο στην ελληνική όσο και στη γαλλική γλώσσα. Η ελληνόγλωσση αρθρογραφία του καλύπτει πλήθος θεμάτων, όπως ζητήματα της επικαιρότητας, χρονογραφήματα, λογοτεχνικά θέματα, συνεντεύξεις, κριτικές θεάτρου, ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Η στάση του απέναντι στην ελληνική λογοτεχνική πραγματικότητα ήταν πολύ κριτική και για λίγους λογοτέχνες εξέφρασε θετική άποψη (όπως για το Σολωμό, τον Πολυλά, το Βιζυηνό, τον Ροΐδη, τον Νιρβάνα. Ενδιαφέρθηκε πολύ για την προβολή του αισθητισμού και των συγγραφέων που τον επηρέασαν. Στη Γαλλία έγραψε μελέτες για πολλούς συγγραφείς και διανοητές (τον Μωρίς Μπαρές, τον Μπωντλαίρ, τον Ταιν, τον Μπερξόν, τον Ίψεν και κυρίως για τον Φρανς. Το σημαντικότερο έργο του είναι η πεντάτομη Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας που κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του.

Έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Le rideau rouge (Η κόκκινη κουρτίνα) ― ελλην.μετάφρ.Β.Λιάσκας ("Δορυφόρος")
  • Τα δεσμά της σάρκαςΤο μυστικό της Πηνελόπης - ελλην.μετάφρ.Β.Λιάσκας ("Δορυφόρος")
  • Τρελλά διηγήματα, "Νεφέλη", Αθήνα 1989

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γιάννης Δάλλας, «Νικόλαος Επισκοπόπουλος», Η παλαιότερη πεζογραφία μας• Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τόμος Θ΄, σ. 24-50. Σοκόλης, Αθήνα1997.
  • Βαγγέλης Αθανασόπουλος, «Νικόλαος Επισκοπόπουλος. Ο αισθησιασμός και η ασκητική του ωραίου», στο: Οι μάσκες του ρεαλισμού, τ. Β΄, Καστανιώτης, Αθήνα 2003