Νικόλαος Ανδρουλάκης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτό το λήμμα αφορά τον καθηγητή ποινικού δικαίου. Για τον Έλληνα ευρωβουλευτή, δείτε: Νίκος Ανδρουλάκης.
Νικόλαος Ανδρουλάκης
Γέννηση25  Φεβρουαρίου 1933[1]
Αθήνα
Θάνατος2  Νοεμβρίου 2019
ΥπηκοότηταΕλλάδα
ΣπουδέςΕθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Πανεπιστήμιο του Μονάχου
Επιστημονική σταδιοδρομία
Αξίωμαμέλος της Ακαδημίας Αθηνών (2013)
Ιδιότητακαθηγητής πανεπιστημίου και νομικός

Ο Νικόλαος Ανδρουλάκης (25 Φεβρουαρίου 1933 - 2 Νοεμβρίου 2019) ήταν Έλληνας νομικός και πανεπιστημιακός, ομότιμος καθηγητής Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών[2][3] και τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.[2][4]

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1933. Τελείωσε το Τρίτο Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών και εισήχθη το 1950 στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ' όπου αποφοίτησε με άριστα και πρώτο χρηματικό βραβείο. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία ως ανθυπολοχαγός πεζικού (διερμηνέας) μέχρι την άνοιξη του 1958. Το 1962 αναγορεύθηκε διδάκτωρ του Ποινικού Δικαίου του Πανεπιστημίου του Μονάχου,[2] στο οποίο σπούδαζε ως υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ).[5] Το 1963 έγινε βοηθός στη Νομική Σχολή Αθηνών και την επόμενη χρονιά έλαβε υποτροφία του γερμανικού Ιδρύματος Αλεξάντερ φον Χούμπολτ (Alexander von Humboldt-Stiftung).[5] Στις αρχές του έτους 1966 δημοσίευσε την εργασία του «Περί συρροής εγκλημάτων», τεύχος Α΄, με την οποία, κατόπιν εισηγήσεως του Καθηγητή Νικολάου Χωραφά, ανεκηρύχθη Υφηγητής στην Έδρα του Ποινικού Δικαίου. Στις αρχές του έτους 1967, μετά την ανακήρυξή του ως Υφηγητή στην Αθήνα, εκλήθη από τον Καθηγητή, ποινικολόγο και φιλόσοφο του Δικαίου Arthur Kaufmann να διδάξει στο Πανεπιστήμιο του Ζάαρ (Saarbrücken)[2] με την ιδιότητα του «επιστημονικού συμβούλου» (wissenschaftlicher Rat). Εδίδαξε κατά τα έτη 1967-1969 Ειδικό Ποινικό Δίκαιο, Ποινική Δικονομία, Οργανισμό των Δικαστηρίων και διεξήγαγε τη «μεγάλη άσκηση στο ποινικό δίκαιο». Παράλληλα, συνέχισε το ερευνητικό και συγγραφικό του έργο και δημοσίευσε σειρά βιβλίων και μελετών στην ελληνική και τη γερμανική γλώσσα.

Το 1969 προκηρύχθηκε προς πλήρωση η πρώτη έδρα Ποινικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οποία εξελέγη έκτακτος Καθηγητής και αργότερα (το 1973) τακτικός καθηγητής, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι και το 2000, οπότε συνταξιοδοτήθηκε λαμβάνοντας τον τίτλο του ομότιμου καθηγητή.[3]

Διετέλεσε Κοσμήτωρ της Νομικής Σχολής (1977 - 1978)[2] και μέλος της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Αθηνών. Επίσης, διετέλεσε διευθυντής του Τομέα Ποινικών Επιστημών σχεδόν ανελλιπώς από το 1982 και εξής, υπό την ιδιότητα δε αυτή οργάνωσε κύκλο διετών εντατικών μεταπτυχιακών σπουδών, με υποχρεωτική καθημερινή παρακολούθηση και απόληξη την απονομή μεταπτυχιακού διπλώματος (ύστερα και από τη συγγραφή διπλωματικής εργασίας), πολύ πριν νομοθετηθούν οι σπουδές αυτού του επιπέδου. Εξάλλου επέβλεψε ή έλαβε μέρος στην κρίση πολυάριθμων διδακτορικών διατριβών. Από το 1972 μέχρι το 2015, ήτοι επί 43 έτη, ήταν εκλεγμένος Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Ποινικού Δικαίου.[2] Ίδρυσε μαζί με τον Καθηγητή Γεώργιο-Αλέξανδρο Μαγκάκη την επιστημονική σειρά δημοσιεύσεων «Ποινικά». Ανάμεσα στα έτη 1975 και 1980 αντιπροσώπευε την Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα προβλήματα του εγκλήματος (CEPC) του Συμβουλίου της Ευρώπης, ενώ το έτος 2005 διορίστηκε Πρόεδρος της επιτροπής για τη σύνταξη του νέου Ελληνικού ποινικού κώδικα.[5] Άσκησε από το έτος 1958 ποινική δικηγορία, ιδίως επί κακουργηματικής φύσεως υποθέσεων σε ποινικά εφετεία, ορκωτά δικαστήρια και στον Άρειο Πάγο, και συνέγραψε πλήθος νομικών έργων.[6]

Ο Νικόλαος Ανδρουλάκης υπήρξε η ηγετική φυσιογνωμία των ποινικών επιστημών για ήμισυ και πλέον αιώνα. Έχαιρε ευρύτατης αναγνώρισης στην Ελλάδα και το εξωτερικό, το έργο του δε μνημονεύεται κατ’ επανάληψη σε αποφάσεις των ανώτερων δικαστηρίων της Γερμανίας. Το 2011 τιμήθηκε από την Ένωση Ελλήνων Ποινικολόγων, σε ειδική τελετή στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, για την μέγιστη προσφορά του, ενώ το 2013 εξελέγη Τακτικό Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.[4][5]

Ήταν νυμφευμένος και απέκτησε δύο παιδιά: τον Κωνσταντίνο, διδάκτορα του Πανεπιστημίου του Tübingen, και τον Ιωάννη, Επ. Καθηγητή στη Νομική Σχολή Αθηνών.

Από το πλουσιότατο συγγραφικό έργο του αναφέρονται ενδεικτικά οι παρακάτω μελέτες: Studien zur Problematik der unechten Unterlassungsdelikte, 1963 (εκδ. οίκος C. H. Beck, Μόναχο-Βερολίνο)∙ Zur Frage der Zuhälterei, Zeitschrift für die gesamte Strafrechtwissenshaft (ZStW) τ. 78 (1966), σ. 432-489∙ Περί συρροής εγκλημάτων τευχ. Α΄ 1966, τευχ. Β΄ 1968∙ Objekt und Grenzen der Zueignüng im Strafrecht, Juristische Schulung 1968, σελ. 409 επ.∙ Κλοπή χρήσεως μεταφορικού μέσου (άρθρο 374Α ΠΚ), 1969∙ Die Sammelbeleidigung, 1970 (εκδ. οίκος Luchterhand, Neuwied-Βερολίνο)∙ Ποινικόν Δίκαιον, Ειδικό Μέρος Α΄, 1974∙ Επανάστασις, Πραξικόπημα και Ποινικόν Δίκαιον, Νομικό Βήμα 23 (1975) σελ. 833 επ.∙ Αυθεντία και περιύβριση, «Ποινικά» αριθ. 1, 1978∙ Η αλήθεια στον ανακριτή - ένα παράδειγμα ποινικής ερμηνευτικής, «Αφιέρωμα στον Κωνσταντίνο Τσάτσο», 1980, σελ. 615-651∙ Η παράλειψη ως μορφή αξιόποινης συμπεριφοράς, 1983, «Ποινικά» αριθ. 6∙ Το «κράτος των δικαστών»-ένα ανύπαρκτο σκιάχτρο;, Νομικό Βήμα 33 (1985) σελ 1505 επ.∙ Αιτιολογία και αναιρετικός έλεγχος ως συστατικά της ποινικής απόδειξης, 1998∙ Über den Primat der Strafe, ZStW 108, 1996, σελ. 300-332 (και ελληνική μετάφραση: Το πρωτείο της ποινής, «Υπεράσπιση» 1998 σελ. 1171 επ.)∙ Στάθμιση και αριθμητική της ανθρώπινης ζωής, Τιμητικός Τόμος για τον Γεώργιο-Αλέξανδρο Μαγκάκη, 1999, σελ. 259 επ.∙ Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, οριστική μορφή, τ.Α΄ (β΄ έκδ. 2006), τ.Β΄ 2007, τ.Γ΄ 2009∙ Abschied vom Rechtsgut - Einzug der Moralität? Festschrift f. Winfried Hassemer, 2010, σελ. 273 επ.∙ Das Wesen des Strafrechtlichen Beweises und seine Bestandteile, Festschrift f. Claus Roxin 2011, σελ. 1369 επ.∙ Η επικίνδυνη διάχυση ενός ελληνικού «νομικού ρεαλισμού», Ποινικά Χρονικά ΞΒ΄ 2012, σελ. 721 επ.∙ Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 4η έκδ. 2012∙ Η ζήτηση και η «εύρεση» της αλήθειας στην ποινική δίκη, 2017.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. (Γερμανικά) Catalog of the German National Library. 123815096. Ανακτήθηκε στις 28  Μαΐου 2020.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 Καράκωστας, Ιωάννης (2010). Νομική Σχολή (1837 - 1982), Ιστορικό Αρχείο Πανεπιστημίου Αθηνών. Αθήνα: εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα. σελ. 26. 
  3. 3,0 3,1 «ΕΚΠΑ: Νομική Σχολή - Ομότιμοι Καθηγητές». www.law.uoa.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 13 Σεπτεμβρίου 2016. Ανακτήθηκε στις 17 Αυγούστου 2016. 
  4. 4,0 4,1 «Τακτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών κατά σειρά εκλογής». www.academyofathens.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 31 Αυγούστου 2016. Ανακτήθηκε στις 17 Αυγούστου 2016. 
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 «Βιογραφικό Νικόλαου Ανδρουλάκη». www.academyofathens.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Ιανουαρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 17 Αυγούστου 2016. 
  6. www.biblionet.gr : Ανδρουλάκης, Νικόλαος Κ. https://www.biblionet.gr/προσωπο?personid=5103 : Ανδρουλάκης, Νικόλαος Κ. Check |url= value (βοήθεια). Ανακτήθηκε στις 17 Αυγούστου 2016.  Missing or empty |title= (βοήθεια)