Ναός του Αγίου Αθανασίου (Θεσσαλονίκη)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ιερός Ναός Αγίου Αθανασίου
Saint Athanasius Church in Thessaloniki Wester Facade.jpg
Είδοςεκκλησία
Γεωγραφικές συντεταγμένες40°38′2″N 22°56′55″E
Θρησκευτική υπαγωγήΙερά Μητρόπολις Θεσσαλονίκης
Διοικητική υπαγωγήΔήμος Θεσσαλονίκης
ΧώραΕλλάδα
Έναρξη κατασκευής1818
Commons page Πολυμέσα

Ο ναός του Αγίου Αθανασίου είναι χριστιανικός ναός στη Θεσσαλονίκη. Ο σημερινός ναός κτίστηκε το 1818. Βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, στη διασταύρωση των οδών Εγνατίας και Σωκράτους.

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άποψη του ναού από τα νοτιοανατολικά.

Ένας ναός αφιερωμένος στον άγιο Αθανάσιο αναφέρεται σε γράμμα του πατριάρχη Ματθαίου στον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γαβριήλ τον 14ο αιώνα. Ένας ναός αφιερωμένος στον άγιο Αθανάσιο αναφέρεται επίσης κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Το 1569 ο ναός αφιερώθηκε στη Μονή Βλατάδων από τον μητροπολίτη Βέροιας Θεοφάνη Μαλάκη, μαζί με τα ακίνητα που ανήκαν σε αυτόν.[1] Η δωρεά αυτή προκάλεσε τριβές μεταξύ των ενοριτών του ναού με τη μονή Βλατάδων. Η διαμάχη αναφέρετε σε φιρμάνι του 1634, το οποίο αναφέρει ότι ο ναός ανήκει μαζί με τη Μονή Βλατάδων στους Ιβηρήτες και οι ενορίτες προσπαθούσαν να τον ανακτήσουν. Οι διαμάχες συνεχίστηκαν και τον 18ο αιώνα και κατέληξαν στο πολιτικό δικαστήριο.[2] Το ιεροδικίο της Κωνσταντινούπολης το 1715 ανέφερε ότι ο ναός ανήκει στη μονή Βλατάδων. Σε σιγίλλιο του 1791 του Νεόφυτου Ζ΄ αναφέρεται ότι οι μοναχοί έδιναν 100 γρόσια το χρόνο στον μητροπολίτη για το ναό του Αγίου Αθανασίου.[3] Η μητρόπολη συνέχισε να έχει οικονομικές αξιώσεις για το ναό και στα επόμενα χρόνια, καθώς η ίδια είχε περιπέσει σε οικονομική δυσπραγία.[4]

Ο ναός υπέστη ζημιές από φωτιά το 1817, η οποία σύμφωνα με το αρχείο της μονής Βλατάδων δεν πήρε μεγάλες διαστάσεις. Μετά την καταστροφή, η χρηματοδότηση της ανασκευής του ναού έγινε από τους ενορίτες χωρίς να συμβάλλουν όμως οι μοναχοί. Ο ναός ανακατασκευάστηκε εκ βάθρων, και ολοκληρώθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1818, με κόστος 68.477,16 γρόσια. Εκείνη τη στιγμή η ενορία του ναού είχε αρχίσει να αυξάνει το μέγεθος και τον πλούτο της,[5] ούσα σε ελληνική συνοικία και κοντά σε ελληνικά εκπαιδευτήρια.[1] Κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή αμάχων.[5] Το εσωτερικό του ναού συνέχισε να διαμορφώνεται το 1845 και το 1860 κτίστηκε κωδωνοστάσιο, το οποίο αργότερα κατεδαφίστηκε. Η ενορία του ναού καταργήθηκε το 1912 και ο ναός χρησιμοποιήθηκε από πρόσφυγες, με αποτέλεσμα να προκληθούν φθορές.[5] Ο ναός αναστηλώθηκε την περίοδο 1967-68.[6]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός είναι μια τρίκλιτη βασιλική: το κεντρικό κλίτος είναι αφιερωμένο στον άγιο Αθανάσιο, το δεξιό στον Άγιο Ελευθέριο και το αριστερό στους Τρεις Ιεράρχες. Το κεντρικό κλίτος είναι πλατύτερο και ψηλότερο από τα άλλα δύο και χωρίζεται από αυτά με κιονοστοιχία αποτελούμενη από έξι κίονες.[6] Ο ναός έχει εσωτερικές διαστάσεις 18,55 επί 15,35 μέτρα. Στην εξωτερική επιφάνεια του ναού εξέχει η κεντρική αψίδα του ιερού και ένα ορθογώνιο πρόκτισμα, ενώ οι αψίδες του διακονικού και της πρόθεσης αναπτύσσονται στο πάχος του τοίχου.[6] Στη δυτική εξωτερική πλευρά βρίσκεται στοά η οποία κλείνεται από κιονοστοιχία με έξι κίονες, οι οποίοι στηρίζουν τον γυναικωνίτη. Η στοά πλέον έχει κλειστεί με υαλοπίνακες. Ο ναός έχει τρεις εισόδους στη δυτική, νότια και βόρεια πλευρά.[6] Η κύρια είσοδος είναι η δυτική και διαθέτει κυματιστό υπέρθυρο, με δύο κύματα.[7] Η βόρεια είσοδος οδηγεί στο παρεκκλήσι και στον γυναικωνίτη. Ο γυναικωνίτης έχει σχήμα Π και στηρίζεται σε ξύλινους προβολούς.[6]

Οι τοίχοι του ναού έχουν πάχος 0,9 μέτρα ο βόρειος και 1,1 ο νότιος και αποτελούνται από αργολιθοδομή και ξυλοδεσιές. Αντίθετα ο δυτικός τοίχος είναι από λαξευμένους λίθους και πλίνθους.[6] Οι τοίχοι είναι καλυμμένοι με παχύ κονίαμα, το οποίο καλύπτει το μεγαλύτερο τμήμα των λίθων. Στα ανοίγματα και τις γωνίες το επίχρισμα έχει τοποθετηθεί σε σχήμα λαξευμένων λίθων. Ο ναός είναι ξυλόστεγος, με δίρριχτη οροφή η οποία γίνεται τετράρριχτη στην ανατολική και δυτική άκρη του ναού.[6] Στον τοίχο κάτω από τη στέγη βρίσκεται διπλή οδοντωτή γραμμή, η οποία ασυνήθιστη στους μεταβυζαντινούς ναούς.[6] Οι φαλτσογωνίες του ναού είναι διακοσμημένες με σταλακτιτοειδή σχέδια, επιρροές από την ισλαμική αρχιτεκτονική.[7]

Το εσωτερικό του ναού

Ο ναός διαθέτει φωτιστικά ανοίγματα διαφόρων μεγεθών σε όλες τις πλευρές, ακόμη και στη βόρεια, η οποία πλέον δεν είναι ορατή, και τα παράθυρα φέρουν σύγχρονες σιδεριές. Στον ανατολικό τοίχο υπάρχουν πέντε ανοίγματα, τρία στο αέτωμα και άλλα δύο, ένα πάνω από την πρόθεση και ένα πάνω από το διακονικό. Στο δυτικό αέτωμα βρίσκονται τρία ισοϋψή παράθυρα. Στο νότιο τοίχο υπάρχουν δύο σειρές με παράθυρα. Η πάνω σειρά αποτελείται από πέντε ορθογώνια παράθυρα, ενώ η κάτω σειρά από τέσσερα παράθυρα με ορθογώνια πλαίσια μέσα σε αψιδώματα.[7] Στη δυτική πλευρά του νότιου τοίχου βρίσκεται κόγχη όπου στο παρελθόν υπήρχε ανάγλυφο της Παναγίας της Βρεφοκρατούσας. Πάνω από το υπέρθυρο της νότιας εισόδου βρίσκεται τοξοειδής κόγχη με σύγχρονο ψηφιδωτό αγίου. Παλαιότερα η νότια είσοδος είχε στέγαστρο στηριγμένο σε ξύλινα φουρούσια.[7] Ο δυτικός τοίχος στο προστώο έχει τέσσερα παράθυρα και άλλα δύο ακραία ανοίγματα, από τα οποία το νότιο πρέπει να ήταν στο παρελθόν πόρτα. Εκατέρωθεν της δυτικής εισόδου βρίσκονται τέσσερα παράθυρα.[7]

Ο ναός στο παρελθόν διέθετε ξυλόγλυπτο τέμπλο που φαίνεται σε φωτογραφία του 1890. Το σημερινό τέμπλο είναι νεότερο. Επίσης ξυλόγλυπτοι είναι ο πολύγωνος άμβωνας και ο δεσποτικός θρόνος, δείγματα της διάτρητης τεχνικής.[7] Το παλιό τέμπλο, ο άμβωνας και ο θρόνος αναφέρεται σε κώδικα του ναού ότι σκαλίστηκαν και επιχρυσώθηκαν το 1844-1845.[8] Το δάπεδο είναι στρωμένο με μαρμάρινες πλάκες. Οι κίονες στο εσωτερικό του ναού είναι κυκλικοί και καταλήγουν σε ημικυκλικά τόξα γύψινο διάκοσμο που απεικονίζει άκανθο. Τα κιονόκρανα φέρουν και αυτά φυτικά μοτίβα, ανά δύο όμοια. Στα τόξα υπάρχουν μετάλλια με απεικονίσεις αγίων.[7] Η οροφή του κεντρικού κλίτους είναι επίπεδη και χωρίζεται σε τέσσερα επιμέρους μέρη με διαφορετικά μοτίβα το καθένα. Η οροφή στα πλευρικά κλίτη είναι επίσης επίπεδη και είναι διακοσμημένη με ρόμβους, σε ένα μοτίβο γνωστό ως «μπακλαβαδωτό». Η ξύλινη οροφή του γυναικωνίτη δεν έχει διακόσμηση.[7]

Ανάμεσα στους καλλιτέχνες που εργάστηκαν στον ναό ήταν ο Μητάκος Χατζησταμάτης από την Κουλακιά, τη δεκαετία του 1890.[9] Η εικόνα «Ιησούς Χριστός και η Μεγάλη Ιεραρχεία» του 1842 είναι υπογεγραμμένη ως «χειρ Ιω(άννη) Α. Ρ.» και είναι έργο του Ιωάννη Αναστασίου από το Λιτόχωρο.[10]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βαμβούκου-Καμπούρη, Μαρία (1979). «Ο Άγιος Αθανάσιος Θεσσαλονίκης». Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση (τ. 1). Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. σελ. 33-46. 
  • Δρακοπούλου, Ευγενία (2010). Έλληνες ζωγράφοι μετά την Άλωση (1450-1850), τόμος 3, Αβέρκιος - Ιωσήφ (Συμπληρώσεις-Διορθώσεις). Αθήνα: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. ISBN 978-960-7916-94-5. 
  • Ευγενίδου, Δέσποινα (1982). Μια „Συντεχνία“ αγιογράφων του 19ου αιώνα από την Κολακιά (PDF). Θεσσαλονίκη: Μακεδονικά, Τόμος ΚΒ (1982) 180-204. Ανακτήθηκε στις 10 Ιουνίου 2014.