Νίκος Α. Καββαδίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νίκος Α. Καββαδίας
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1938
Κέρκυρα
Θάνατος2  Νοεμβρίου 2012[1]
Αθήνα
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΝέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητασυγγραφέας
ιατρός

Ο Νίκος Α. (Αθανασίου) Καββαδίας ήταν Έλληνας γιατρός και πεζογράφος. Γεννήθηκε στην πόλη της Κέρκυρας το 1938 και απεβίωσε στην Αθήνα το 2012.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δύο χρόνια μετά τη γέννησή του, η οικογένειά του βρέθηκε λόγω έκρηξης του Ελληνοϊταλικού πολέμου στο χωριό του πατέρα του - ένα μικρό παραδοσιακό χωριό της νότιας Κέρκυρας. Εκεί, ανάμεσα στα ελαιόδεντρα και τα κυπαρίσσια και τη θάλασσα, ο συγγραφέας πέρασε την πρώτη παιδική του ηλικία ακούγοντας τις διηγήσεις του "Αμυνίτη" πατέρα του και της Αϊδινιώτισσας μητέρας του, παρακολουθώντας τον Πόλεμο μέσα από τις συζητήσεις των γονιών του με τις τρεις μεγαλύτερες αδελφές του και βιώνοντας την Κατοχή και τη συμμετοχή ολόκληρης της οικογένειας στην Αντίσταση με όλες τις συνέπειες (ανθρωποκυνηγητό μετά από προδοσία της οργάνωσης στους κατακτητές και διαρπαγή όλων των υπαρχόντων της από αυτούς). Όταν η λαίλαπα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου παρήλθε για να ενσκήψει η θύελλα του Εμφυλίου, ο νεαρός Νίκος είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τις πτυχές και αυτής της τρέλας, πρώτα κατά το διάστημα Οκτωβρίου 1944 - Απριλίου 1945, όταν πατέρας του ήταν Φρούραρχος Κέρκυρας και είχε κατορθώσει με την πειθώ και με προσωπικό κίνδυνο να "μην ανοίξει μύτη" στο νησί, και ακολούθως, ως απόστρατος, παρακολουθούσε μελαγχολικός την περιπέτεια της χώρας του. Αργότερα ο πεζογράφος θα έβρισκε στα οικογενειακά κειμήλια τις εν όψει της αποχώρησης των κατακτητών διαταγές του πατέρα του προς τους υφισταμένους του να αποφύγουν "πάση θυσία" τον αδελφοκτόνο σπαραγμό. Μετά την αποστρατεία του πατέρα η οικογένεια εγκαταστάθηκε σ' ένα παλιό αστικό σπίτι του προαστίου Ανεμόμυλος. Το σπίτι αυτό, τριώροφο με το κόκκινο χρώμα της Βενετίας, υπάρχει ακόμα. Βρίσκεται στην οδό Μητροπολίτου Αθανασίου, απέναντι στη θάλασσα και στο Παλαιό Φρούριο και σε αυτό είχε ζήσει ο ζωγράφος Άγγελος Γιαλλινάς. Τότε συνέπεσε να αρχίσει η φοίτησή του στο δημοτικό σχολείο, όπου είχε την τύχη να διδαχτεί από έναν εξαίρετο Βορειοηπειρώτη δάσκαλο. Τότε όμως, και μέχρι το θάνατο του πατέρα του, τον Δεκέμβριο του 1950 - ο συγγραφέας ήταν 12 ετών - η οικογένεια μετά το δείπνο δεν χώριζε. Έμενε μαζεμένη γύρω από το τραπέζι και ή συζητούσε ή, πιο συχνά, άκουγε τη μεγαλύτερη αδελφή να διαβάζει στο φως της λάμπας πετρελαίου. Εκείνο τον καιρό ήταν που ο Νίκος Α. Καββαδίας γνώρισε τους Αθλίους και τον Βίκτωρα Ουγκώ, το Πόλεμος και Ειρήνη και τον Λέοντα Τολστόι, και άλλα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και αγάπησε το διάβασμα και τα βιβλία. Την ίδια εποχή, όπως γράφει ο ίδιος σ' ένα διήγημά του, έπρεπε να διαβάζει την Εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου, που εκδιδόταν σε εβδομαδιαία τεύχη, και κάθε Κυριακή, μετά την εκκλησία, να εξετάζεται προφορικά από τον πατέρα του. Τυχερός στάθηκε όμως, όπως έλεγε, και στο γυμνάσιο, όπου η διδασκαλία από ένα άξιο, και αξέχαστο για κείνον, φιλόλογο τον έκανε να ερωτευτεί την ιστορία, τη γλώσσα, την παράδοση και τον ελληνικό πολιτισμό. Τα υπόλοιπα ήταν τα συνηθισμένα στην πορεία κάθε ανθρώπου - ή, μάλλον, κάθε στρατιωτικού. Το 1956, κατά την "σκληρή δεκαετία του '50," όπως έγραψε ο φίλος και συνάδελφος εν όπλοις, επιστήμη και λογοτεχνία Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, εισήχθη στην Στρατιωτική Ιατρική Σχολή. Αποφοιτώντας υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες, περιλαμβανομένου ενός τάγματος στην Κύπρο, και σε επιτελεία, ειδικεύθηκε στην Μικροβιολογία, εκπόνησε διδακτορική διατριβή, εκπαιδεύτηκε στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου για να υπηρετήσει μετά ως Επιτελής Υγειονομικού στην Πρώτη Στρατιά και να μετατεθεί ακολούθως στο 401 ΓΣΝ και από εκεί στο Κέντρο Βιολογικών Ερευνών του Στρατού, στο Τμήμα Μικροβιολογίας και Εμβολιοπαραγωγής. Την εποχή εκείνη ανέλαβε και τη θέση του Επιμελητή Σύνταξης της Ιατρικής Επιθεώρησης Ενόπλων Δυνάμεων, θέση την οποία κράτησε επί τρία χρόνια μέχρι την παραίτησή του από το Στράτευμα για να ιδιωτεύσει ως επαγγελματίας βιοπαθολόγος μέχρι το 1998.

Λογοτεχνικό Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μικρή αυτή εισαγωγή δεν αποσκοπούσε μόνο στη γνωριμία με τον Νίκο Α. Καββαδία αποδεικνύει, με ενάργεια, πόσες και ποιες επιδράσεις διαμορφώνουν τους χαρακτήρες - στην προκειμένη περίπτωση και έναν συγγραφέα. Πως όμως άρχισε αυτή η ενασχόληση; Δεν ήταν ξαφνική. Όπως αναφέρει ο ίδιος στο μυθιστόρημά του Πτήση στο Λευκό, σε ηλικία 14 ετών αποπειράθηκε να γράψει μυθιστόρημα - μια κακή απομίμηση του Νησιού των Θησαυρών που τον απογοήτευσε και την έκαψε. Στις μεγαλύτερες τάξεις του γυμνασίου έγραφε σε αραιά διαστήματα τις σκέψεις και τα συναισθήματά του σε τετράδια που τα κρατούσε μυστικά αλλά τα κείμενα έπεφταν θύματα των τόσο γνώριμων σε όλους ερωτικών απογοητεύσεων της εφηβείας και ακολουθούσαν το δρόμο του "μυθιστορήματός" του. Έγραψε επίσης κάποια κείμενα στην Κύπρο, όμως χάθηκαν μαζί με μερικά πολιτικά δοκίμια στα χρόνια της στρατιωτικής δικτατορίας - επειδή μια κυρία με μάτια γαλανά που έγινε ηρωίδα σε έργα του φρόντισε να τα εξαφανίσει, προφανώς για να τον προστατέψει.

Το 1985 ο Νίκος Α. Καββαδίας ζήτησε τη γνώμη του φίλου του Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου για μερικά διηγήματα που είχε γράψει μετά την αποστρατεία του. Δεν σκόπευε να τα δημοσιεύσει. Ωστόσο κάποια μέρα έλαβε ταχυδρομικώς ένα περιοδικό. Ήταν οι Νέες Τομές και είδε έκπληκτος να έχει δημοσιευθεί το διήγημά του "Η Ελπίδα" - εμπνευσμένο από το δράμα ενός ψαρά από τη γειτονιά του που στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου η φτώχεια τον έσπρωξε να μεταφέρει για λίγα χρήματα κάποιον στην Αλβανία και στην επιστροφή να συλληφθεί και να κλειστεί στη φυλακή. Λίγον καιρό μετά βρήκε δημοσιευμένο στον Χάρτη το διήγημα "Ορφανός πατρός". "Ένοχος" για τις δυο αυτές δημοσιεύσεις υπήρξε ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος. Ακολούθησαν και άλλα διηγήματα που έχουν δημοσιευθεί κυρίως στο κερκυραϊκό περιοδικό Πόρφυρας, με το οποίο συνεργαζόταν συχνά ο Νίκος Α. Καββαδίας, στο ωραίο περιοδικό των Λεχαινών Εκ Παραδρομής και αργότερα στα Ρεύματα. Πολλά από αυτά αποτέλεσαν μια συλλογή και εκδόθηκαν από τις εκδόσεις της Εστίας (1998) με τίτλο "Το στοιχειό στο Φύτεμα και άλλες ιστορίες". Η συλλογή δανείζεται τον τίτλο από το πιο μεγάλο διήγημά της, μια αναφορά στα πάτρια, στη νοσταλγία της φύσης και στα ήθη του χωριού, ενώ δύο άλλα διηγήματα, "Ο Αντώνης" και η "Φυγή στο Λόγγο" βασίζονται στην εμπειρία του συγγραφέα από την Κατοχή και η ενότητα "Οδός Μητροπολίτου Αθανασίου" περιέχει διηγήματα εμπνευσμένα από βιώματα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας του στο προάστιο Ανεμόμυλος.

Το 1988 ήταν η χρονιά συγγραφής της νουβέλας Η Πρώτη Μέρα - η πρώτη μέρα ενός παιδιού 18 ετών σε μια στρατιωτική σχολή της εποχής ή, αν το δει κανείς ευρύτερα, ένα σύντομο έργο με λόγο ασθματικό που αναπαριστά την πρώτη επώδυνη επαφή ενός εφήβου με τα δόντια της κοινωνίας - στενής ή και πλατύτερης, δεν έχει σημασία. Τον ίδιο χρόνο ο συγγραφέας συναντήθηκε ξανά με τον παλιό συμμαθητή του, τον τυπογράφο και πολλά άλλα ακόμη, εκδότη των Κειμένων Φίλιππο Βλάχο που εξέδωσε αμέσως τη νουβέλα, η οποία έγινε δεκτή με επαινετικά λόγια σε διάφορα έντυπα και με ενθουσιώδη κριτική στην Καθημερινή από τον Η.Χ.Π.

Ακολούθησαν "δύο ερωτικές ιστορίες σε στιγμές εθνικής απώλειας", όπως έγραψε ο κριτικός Χρήστος Παπαγεωργίου στο περιοδικό Διαβάζω. Πρόκειται για τα μυθιστορήματα Φόβος κι Ελπίδα και Δάφνη. Στο πρώτο η πλοκή διαδραματίζεται κατά την εποχή της Μικρασιατικής Εκστρατείας και Καταστροφής και η μυθοπλασία χωρίς να είναι προσχηματική, απλώς υποβοηθεί την ιστορία, η οποία στην προκειμένη περίπτωση εξελίσσεται ως ζώσα αφού οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου είναι οι γονείς του Νίκου Α. Καββαδία και η αφήγηση βασίζεται στις περιπέτειές τους. Το βιβλίο αυτό (Εστία 1991, 1992, 1993, 1998, 2002, 2003) επιλέχθηκε από το Υπουργείο Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ένα από τα αντικείμενα του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στη Μέση Εκπαίδευση. Στη Δάφνη (Εστία 1990, 1992), έναν εσωτερικό μονόλογο με προλήψεις και αναλήψεις, ιστορικός χρόνος είναι η αμέσως μεταδικτατορική περίοδος με την επιστράτευση, πραγματικός ένα πρωινό, τόποι η Αθήνα, η Λέρος, ένα φανταστικό νησί του Αιγαίου και ένα παραθαλάσσιο χωριό της Κέρκυρας και κεντρικοί ήρωες ένας αγροτικός γιατρός, ένας αριστερός διανοούμενος και η συνθλιβόμενη ανάμεσα στους δύο σύζυγός του. Εδώ προσλαμβάνουν σαφέστερη μορφή οι πολιτικές καταστάσεις που στα προηγούμενα έργα απλώς θίγονται ή κρίνονται εν παρόδω, και εμφανίζεται η αγωνία του συγγραφέα για την ήδη αρξάμενη αμφισβήτηση των αξιών.

Στο μυθιστόρημα Πτήση στο Λευκό (Εστία 1992) η τεχνική είναι και πάλι εσωτερικός μονόλογος αλλά σε ακαθόριστο πραγματικό χρόνο και οι κεντρικοί ήρωες ένα μεσόκοπο ζευγάρι. Εδώ ο ιστορικός χρόνος έχει κατακερματιστεί και η πλοκή αναπτύσσεται σε διάφορα επίπεδα ως αντικατοπτρισμός πράξεων, αισθημάτων, σκέψεων και κρίσεων του ζευγαριού σχεδόν ολοκληρωτικά στον ενεστώτα με βάση το δεδομένο ότι η κάθε ανάμνηση εγγράφεται στο χρόνο του γεγονότος και, όταν ανακαλείται, το γεγονός που έχει προκαλέσει την εγγραφή βρίσκεται πάντα στο χρόνο της τέλεσής του, δηλαδή στον ενεστώτα. Η πλοκή συγχωνεύει τα πρόσωπα, τον μύθο και την φανταστική πραγματικότητα του χθες με την πραγματικότητα του σήμερα και οι αναμνήσεις του συγγραφέα από την πόλη του, τη γειτονιά και το κόκκινο σπίτι της Οδού Μητροπολίτου Αθανασίου μοιράζονται στους ήρωες και ξαναζούν με αυτούς σε μια καινούργια παιδική, εφηβική και νεανική ηλικία στην καρδιά τους.

Ακολούθησε η νουβέλα Το ξαφνικό η οποία εκδόθηκε στην Κέρκυρα από τον εκδοτικό οίκο Απόστροφος το 1996, δέκα χρόνια μετά την έκρηξη στο πυρηνικό εργοστάσιο του Τσερνομπύλ. Το βιβλίο γράφτηκε με βάση κάποιες σημειώσεις που είχε κρατήσει ο συγγραφέας ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη τα γεγονότα. Η πλοκή είναι αυτά καθεαυτά τα γεγονότα και η μυθοπλασία απλώς στηρίζει την εξιστόρησή τους. Στο βιβλίο αυτό ο εσωτερικός μονόλογος εκφέρεται συχνά με έναν συνδυασμό ευθέως και πλαγίου λόγου, ωστόσο η διάκριση των ομιλούντων γίνεται εύκολα αντιληπτή από τον αναγνώστη με την εναλλαγή των τυπογραφικών στοιχείων (πλαγίων και ορθίων). Οι χαρακτήρες που παρελαύνουν στις σελίδες είναι σύγχρονα ανώνυμα άτομα που ο καθένας θα μπορούσε να γνωρίζει και οι ενέργειές τους εκείνες τις δραματικές στιγμές δεν είναι τίποτε άλλο από τις ενέργειες χιλιάδων πολιτών. Υπάρχουν όμως και οι διάφοροι επώνυμοι, που για ευνόητους λόγους δεν κατονομάζονται αλλά εντέλει ευθύνονται είτε για τον αποπροσανατολισμό είτε για τον κακώς εννοούμενο εφησυχασμό είτε, ακόμα, για την άγνοια των κινδύνων από τον κόσμο με τις γνωστές κωμικοτραγικές (καμιά φορά και μόνο τραγικές) συνέπειες.

Το μυθιστόρημα Τριεστίνα (Εστία 2003, 2004, 2005) βασίζεται σε ψήγματα αναμνήσεων κατιόντων από τη ζωή μιας ιατρού του 19ου αιώνα, που γεννήθηκε στην πρωτεύουσα της χερσονήσου της Ίστριας, τότε επαρχίας της Αυστροουγγαρίας με διακοπή μόνο λίγων ετών γαλλικής κυριαρχίας μετά τις νίκες του στρατηγού Βοναπάρτη, σπούδασε ιατρική σε μια εποχή που αυτή αποτελούσε πεδίο κυριολεκτικά άβατο στις γυναίκες και διέπρεψε στην Τεργέστη και στην Κωνσταντινούπολη. Στο έργο του αυτό ο συγγραφέας επιχειρεί να αναπλάσει τη ζωή εκείνης της περήφανης γυναίκας περίπου από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τα τέλη του. Ταυτόχρονα εξετάζει τα ήθη αλλά και τα κοινωνικά, πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά γεγονότα της εποχής. Εδώ η μυθοπλασία συμπληρώνεται από αλλά και αναδεικνύει την προσεκτικά μελετημένη ιστορία της μεταναπολεόντειας περιόδου με την κυριαρχία της Ιεράς Συμμαχίας, περιόδου που, κατά τη γνώμη του συγγραφέα, μοιάζει αρκετά με τη σημερινή ιστορική περίοδο με την κυριαρχία μιας άλλης συμμαχίας. Στο ανάλογο κλίμα και σε πλάγιο λόγο κινείται και η πλοκή διαστιζόμενη από κρίσεις των ηρώων για τη ζωή και την πολιτική τόσο στην Αυστροουγγαρία όσο και στην αγωνιζόμενη και τελικά απελευθερωμένη Ελλάδα εκείνου του καιρού, καθώς ο συγγραφέας θέλει τη μάνα της Τριεστίνας κόρη Έλληνα και Ισπανοϊνδιάνας και τον πατέρα της Αυστριακό αξιωματικό με κάθε άλλο παρά απολυταρχικές ιδέες.

Το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα του πεζογράφου Νίκου Α. Καββαδία είναι το Θα σας τηλεφωνώ (Εστία, Δεκέμβριος του 2004). Εδώ συναντούμε έναν συνηθισμένο σύγχρονο Έλληνα, αλλά έναν Έλληνα που έχει το ελάττωμα να σκέφτεται και δεν έχει ακόμα πάθει αμνησία. Η πλοκή εκτυλίσσεται μέσα από την μνημονική αναδρομή του σε περιστατικά ευχάριστα, δυσάρεστα, ακόμα και ευτράπελα. Αλλά οι αναμνήσεις τον οδηγούν σε στοχασμούς πάνω στους έρωτες, την έγγαμη ζωή με τα παιδιά και τα προβλήματά τους, αλλά πιο πολύ την απογοητευτική γι' αυτόν (μόνο γι' αυτόν;) αλλοίωση των ηθών, της ηθικής θεώρησης του κόσμου και, κατ' επέκταση, των αισθημάτων και των ανθρώπινων σχέσεων που έχει προξενήσει ίσαμε τώρα η ιστορική περίοδος 1960-2000.


Από τα παραπάνω μπορεί να συναχθεί μία και μόνη, άλλωστε παλαιά, κρίση που δεν ισχύει για τον πρώην βιοπαθολόγο γενικό αρχίατρο και πεζογράφο Νίκο Α. Καββαδία - άλλωστε κάτι τέτοιο θα ήταν ξεκάθαρη αλαζονεία: σε κάθε εποχή ο κάθε συγγραφέας παρατηρεί το παρελθόν και το παρόν σε σχέση με τον εαυτό του και τους άλλους και αυτή τη σχέση εκφράζει - ή, έστω, προσπαθεί να εκφράσει όσο και όπως μπορεί.

Εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η Πρώτη Μέρα (1988)
  • Δάφνη (1990)
  • Φόβος κι Ελπίδα (1991)
  • Πτήση στο Λευκό (1992)
  • Το ξαφνικό (1996)
  • Το στοιχειό στο Φύτεμα και άλλες ιστορίες (1998)
  • Τριεστίνα (2003)
  • Θα σας τηλεφωνώ (2004)
  • Ατομικόν Ημερολόγιον Παντελή Πρινιωτάκη (επιμέλεια, 1998)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]