Νίκη Καραγάτση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νίκη Καραγάτση
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Νίκη Καραγάτση (Ελληνικά)[1]
Γέννηση27 Ιανουαρίουιουλ. / 9  Φεβρουαρίου 1914γρηγ.
Άνδρος[1]
Θάνατος9  Δεκεμβρίου 1986
Αθήνα[1]
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα[1]
Εκπαίδευση και γλώσσες
Μητρική γλώσσαΕλληνικά
Ομιλούμενες γλώσσεςΕλληνικά
ΣπουδέςΑνωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (1931–1935)[1]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταζωγράφος[1]
Οικογένεια
ΣύζυγοςΜ. Καραγάτσης[1]
ΤέκναΜαρίνα Καραγάτση

Η Νίκη Καραγάτση το γένος Καρυστινάκη (Άνδρος, 27 Ιανουαρίου 1914Αθήνα, 9 Δεκεμβρίου 1986) ήταν Ελληνίδα ζωγράφος. Έζησε για αρκετό διάστημα στην σκιά του συζύγου της, του γνωστού πεζογράφου Μ. Καραγάτση, και έγινε περισσότερο γνωστή μετά τον θάνατο του τελευταίου το 1960.

Τα ζωγραφικά της έργα παρουσιάζουν πράγματα απλά και σκηνές από την καθημερινή ζωή. Σύμφωνα με τον Γιάννη Τσαρούχη, καθένα από τα έργα αποτελεί «μια συνάντηση συγκλονιστική».

Ήταν μητέρα της πεζογράφου Μαρίνας Καραγάτση και γιαγιά του ηθοποιού και σκηνοθέτη Δημήτρη Τάρλοου.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Νίκη Καραγάτση γεννήθηκε στην Χώρα της Άνδρου στις 27 Ιανουαρίου 1914. Ήταν το δεύτερο παιδί του καπετάνιου Λεωνίδα Καρυστινάκη και της Μίνας, το γένος Πολέμη. Παππούς της ήταν ο εφοπλιστής Κλεάνθης Πολέμης[2].

Το 1917, το σπίτι των Καρυστινάκη στην Άνδρο καταστράφηκε από πυρκαγιά και η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα. Στην Αθήνα, η Νίκη Καραγάτση έμαθε τα πρώτα γράμματα στην Σχολή Κωνσταντινίδη (μετέπειτα Αηδονοπούλου) και κατόπιν στο Αρσάκειο. Το 1931, όταν ήταν 17 ετών, έγινε δεκτή στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Εκεί παρακολούθησε μαθήματα κοντά στους Μαθιόπουλο, Γερανιώτη, Αργυρό και Παρθένη.

Το φθινόπωρο του 1935, γνώρισε και ερωτεύθηκε τον νεαρό συγγραφέα Δημήτρη Ροδόπουλο, που είχε αρχίσει να γίνεται γνωστός με το ψευδώνυμο Μ. Καραγάτσης[3]. Τον Δεκέμβριο του 1935, έγινε ο γάμος τους στην Αθήνα και τον Οκτώβριο της επόμενης χρονιάς γεννήθηκε η κόρη τους Μαρίνα. Αν και βρίσκονταν στο τελευταίο έτος των σπουδών της, διέκοψε τη φοίτησή της στην ΑΣΚΤ, για να ασχοληθεί με το παιδί και το σπίτι της.

Μετά την Κατοχή, άρχισε και πάλι να ζωγραφίζει[4]. Παρακολούθησε επίσης μαθήματα χαρακτικής στην ΑΣΚΤ, στο εργαστήριο του Κεφαλληνού, αλλά τελικά δεν καταπιάστηκε με την χαρακτική[2]. Την περίοδο αυτή, η Καραγάτση ήρθε σε επαφή με ανερχόμενους και ήδη αναγνωρισμένους ζωγράφους της εποχής: τον Εγγονόπουλο, τον Μανουσάκη, τον Μόραλη, τον Νικολάου, και κυρίως με τον Τσαρούχη, με τον οποίο συνδέθηκε με πολύχρονη φιλία.

Με παρότρυνση του Σπύρου Βασιλείου, παρουσίασε δύο έργα της σε μία ομαδική έκθεση το 1950. Την επόμενη χρονιά (1951) συμμετείχε σε έκθεση της ομάδας «Στάθμη» στην Αθήνα, ενώ το 1952 συμμετείχε για πρώτη φορά στην Πανελλήνια Έκθεση Ζωγραφικής. Το 1956 πραγματοποίησε την πρώτη της ατομική έκθεση στην γκαλερί Πέυν (ή «Πέην») στην Αθήνα, με πολύ καλές κριτικές. Ακόμα και ο σύζυγός της, που είχε αμφιβολίες για την ικανότητα των γυναικών στην καλλιτεχνική δημιουργία, ενθουσιάστηκε με την επιτυχία της έκθεσης[2]. Τον Νοέμβριο του 1958, ο σύζυγός της έπαθε οξύτατο καρδιακό έμφραγμα. Δύο χρόνια αργότερα, ο ίδιος έπαθε δεύτερη καρδιακή κρίση, από την οποία και πέθανε. Μετά τον θάνατο του συζύγου της, η Νίκη Καραγάτση συνέχισε πιο δραστήρια το ζωγραφικό της έργο[5].

Το 1963 συμμετείχε στην Πανελλήνια Έκθεση Ζωγραφικής και πραγματοποίησε την δεύτερη ατομική της έκθεση, αυτή την φορά στην γκαλερί «Ζυγός» της Αθήνας. Κατόπιν, συμμετείχε σε άλλες δύο Πανελλήνιες Εκθέσεις (1965, 1967), στην Μπιεννάλε της Αλεξάνδρειας (1965), και σε ομαδικές εκθέσεις στη Βουλγαρία (1966]]), στη Ρουμανία, στην Πιστόια της Ιταλίας (με θέμα ο Χορός) και στην αθηναϊκή γκαλερί «Ώρα» (με τους Γιώργο Μανουσάκη, Ανδρέα Φωκά, και Φίλιπ Τάρλοου)[6].

Το 1972, διαγνώσθηκε ότι έπασχε από σοβαρή ασθένεια, από την οποία και πέθανε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 1986. Ωστόσο, το διάστημα από το 1972 έως τον θάνατό της ήταν το πιο παραγωγικό της Καραγάτση[2]. Στην περίοδο αυτή, πραγματοποίησε ατομικές εκθέσεις στην γκαλερί «Ώρα» στην Αθήνα (1973, 1978). Συμμετείχε επίσης σε ομαδικές εκθέσεις στην Εταιρεία Τέχνης Θεσσαλονίκης (1973), στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών και στην γκαλερί Σταυρακάκη στο Ηράκλειο Κρήτης (1982), και τέλος στην Αίθουσα Τέχνης «Υάκινθος» (με τους Μιχάλη Γεωργά, Γιώργο Μανουσάκη και Ανδρέα Φωκά, 1983)[6].

Το καλοκαίρι του 1988 οργανώθηκε από το Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή μεγάλη μεταθανάτια έκθεση στην Άνδρο. Η έκθεση μεταφέρθηκε τον ίδιο χρόνο στην Εθνική Πινακοθήκη στην Αθήνα. Μια δεύτερη μεταθανάτια έκθεση διοργανώθηκε από το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης στην Αθήνα και την Θεσσαλονίκη την άνοιξη του 2002[7].

Αποτίμηση του έργου της[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νίκη Καραγάτση, Καφενείο «Ο σοφός Κοραής», ελαιογραφία 55 εκ. x 77 εκ., 1981. Από την Εθνική Πινακοθήκη.

Πιστή στην «παραστατική ζωγραφική»[8], στο έργο της η Νίκη Καραγάτση απεικόνισε τοπία, νεκρές φύσεις και σκηνές της καθημερινής ζωής, καθώς και πρόσωπα από τον οικείο της χώρο. Από την πρώτη κιόλας ατομική έκθεση της Καραγάτση το 1956, η τεχνοκριτικός Ελένη Βακαλό κατέταξε το έργο της ζωγράφου στην μεταπολεμική νεοελληνική πρωτοπορία «μεταξύ Τσαρούχη και Μόραλη»[9]. Ωστόσο, δεν έλλειψαν και οι επικρίσεις για «επιδερμική αίσθηση των πραγμάτων»[10].

Κατά άλλους τεχνοκριτικούς, το έργο της Καραγάτση βρίσκεται πιο κοντά στο έργο του Βασιλείου και του Νικολάου, στον αποκαλούμενο «ελληνικό ιντιμισμό»[11], αντλώντας θέματα από την καθημερινή ιδιωτική ζωή και τον μικρόκοσμο των απλών ανθρώπων[12]. Κατά τον Στρατή Πασχάλη, στο έργο της Καραγάτση συνυπάρχουν «μνήμες […] από τους Βυζαντινούς και τη λαϊκή μας παράδοση, το γαλλικό ρεαλισμό και εμπρεσσιονισμό, τον Κορό, τον Μπουντέν, τον Μανέ, τους Ναμπί, τον Βιγιάρ, τον Μπονάρ, τον Ματίς»[6]. Σε μια αποτίμηση του συνολικού έργου της ζωγράφου, η τεχνοκριτικός Αθηνά Σχινά τοποθέτησε την Νίκη Καραγάτση στην μεταπολεμική «Αθηναϊκή Σχολή», μαζί με τους Γ. Μανουσάκη, Γ. Παραλή, Α. Φωκά, κ.ά.[13] Για την Σχινά, ο ρεαλισμός της Καραγάτση υπήρξε «επίφαση και το μεγάλο άλλοθι […] σαν μίτος στον αφηγηματικό συνειρμό των αντικειμένων»[13].

Το 1987, μετά τον θάνατο της Καραγάτση, ο Τσαρούχης έγραψε για την ζωγράφο: «Η ζωγραφική της ήταν απλή, αλλά η συνάντησή της με τα πράγματα ήταν μοναδική. Ζωγράφιζε την πρώτη συνάντηση με τα πράγματα και απέδιδε τη γοητεία τους που είναι η βάσις της ζωγραφικής και κάθε βαθειάς πίστης»[14].

Έργα της Νίκης Καραγάτση βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη στην Αθήνα, στην Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων, στην Πινακοθήκη Κουβουτσάκη στην Κηφισιά, κ.ά.

Προσωπική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Νίκη Καραγάτση κατάγονταν από πλούσια οικογένεια εφοπλιστών της Άνδρου. Από τον γάμο της με τον συγγραφέα Μ. Καραγάτση, απέκτησε μια κόρη, τη συγγραφέα Μαρίνα Καραγάτση (γεν. 1936). Η κόρη της παντρεύτηκε τον Αμερικανό ζωγράφο Φίλιπ Τάρλοου (Philip Tarlow) και απέκτησε έναν γιο, τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Δημήτρη Τάρλοου (γεν. 1966). Η Νίκη Καραγάτση έτρεφε ιδιαίτερη αδυναμία στον εγγονό της και φρόντιζε να τον διασκεδάζει και να τον διαπαιδαγωγεί με παραστάσεις Καραγκιόζη.

Η σχέση της Νίκης Καραγάτση με τον σύζυγό της και οι οικογενειακές περιπέτειες αποτελούν την βάση ενός πολυφωνικού μυθιστορήματος, με τίτλο Το ευχαριστημένο, που έγραψε η κόρη της, Μαρίνα[15]. Το συγκεκριμένο βιβλίο μεταφέρθηκε στο θέατρο στην Αθήνα από τον εγγονό της Δημήτρη Τάρλοου το φθινόπωρο του 2019. Το 2019 επίσης κυκλοφόρησε σε βιβλίο, η ερωτική αλληλογραφία της Νίκης με τον σύζυγό της τον πρώτο καιρό του γάμου τους[16].

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 www.nationalgallery.gr/el/zographikh-monimi-ekthesi/painter/karagatsi-niki.html. Ανακτήθηκε στις 13  Ιανουαρίου 2021.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Καραγάτση (1997).
  3. Ο Μ. Καραγάτσης, όταν γνώρισε την Νίκη, είχε ήδη δημοσιεύσει κάποια πεζά στην Νέα Εστία, καθώς και το μυθιστόρημά του Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν (1933).
  4. Το πρώτο της χρονολογημένο έργο είναι του 1943, αλλά η ίδια τοποθετούσε την αρχή της καλλιτεχνικής της δημιουργίας στο 1945 (Ανώνυμος (α), χ.χ.).
  5. Παπαδημητρίου (2018).
  6. 6,0 6,1 6,2 Ανώνυμος (α) (χ.χ.).
  7. Καμπουρίδης (2002), Μόρτογλου (2002), Ξυδάκης (2002).
  8. Μποϊλέ (2012)
  9. Βακαλό (2002).
  10. Πετρής (1956).
  11. Ο όρος ιντιμισμός (από το γαλλικό intimisme) αναφέρεται σε ένα εικαστικό ρεύμα της Ευρώπης της Μπελ Επόκ (1850–1914). Κύριο χαρακτηριστικό του ρεύματος αυτού ήταν η απεικόνιση απλών ανθρώπινων στιγμών στο εσωτερικό των σπιτιών, σε καφενεία, κ.ά. Βασικοί εκπρόσωποι του ιντιμισμού ήταν οι Πιέρ Μπονάρ (1867–1947) και Εντουάρ Βιγιάρ (1888–1940).
  12. Ανώνυμος (β) (χ.χ.).
  13. 13,0 13,1 Σχινά (1984).
  14. Τσαρούχης (1987), στο Ανώνυμος (α) (χ.χ.)
  15. Καραγάτση (2008).
  16. Τσιριμώκου (2019).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Καραγάτση Νίκη. Έργα και σύντομο βιογραφικό από την Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδος. (Ανακτήθηκε στις 19 Ιουλίου 2020.)