Νέα Σκηνή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Νέα Σκηνή.JPG

«Νέα Σκηνή» ονομάστηκε ο θεατρικός οργανισμός που ίδρυσε ο συγγραφέας και ποιητής Κωνσταντίνος Χρηστομάνος μαζί με μερικούς διανοούμενους της εποχής του, και που σκοπό είχε την αναγέννηση του ελληνικού θεάτρου και τον εκσυγχρονισμό του.
Ιδρυτική ημερομηνία της «Νέας Σκηνής» θεωρείται η 27η Φεβρουαρίου του 1901, όταν ο Χρηστομάνος στο Θέατρο του Διονύσου διάβασε στους παριστάμενους που είχαν ανταποκριθεί στο κάλεσμά του, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Κωστής Παλαμάς, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Παύλος Νιρβάνας, το κείμενο που έμεινε γνωστό ως Εισήγηση, το οποίο εξηγούσε τη φιλοσοφία του εμπνευστή της, για το θέατρο στην Ελλάδα. Οι συμμετέχοντες υπέγραψαν το πρακτικό και κήρυξαν τη «Νέα Σκηνή» ιδρυθείσα.
Η πρώτη παράσταση δόθηκε τον Νοέμβρη του 1901 με την Άλκηστις του Ευρυπίδη και η τελευταία με τον Άμλετ του Σαίξπηρ,τον Οκτώβρη του 1905. Εβδομήντα (70) διαφορετικά έργα θα ανεβάσει η «Νέα Σκηνή» σε αμέτρητες παραστάσεις, τα περισσότερα των οποίων παίζονταν για πρώτη φορά στην Ελλάδα.
Οι παραστάσεις δίνονταν στο ομώνυμο θέατρο της «Νέας Σκηνής», στο πρώην θέατρο Ομονοίας, στην πλατεία Ομονοίας, το οποίο είχε μακροχρόνια μισθώσει ο Χρηστομάνος.
Ο Χρηστομάνος, απογοητευμένος που δεν είχε την ανταπόκριση που ήλπιζε και εξαιτίας και των χρόνιων οικονομικών προβλημάτων, παραιτήθηκε από το σχήμα, και ασχολήθηκε με τη συγγραφή.
Κατά τη διάρκεια των λίγων αυτών των χρόνων, η Νέα Σκηνή παρουσίασε μερικά από τα καλύτερα έργα του παγκόσμιου δραματολογίου σε γλώσσα δημοτική, -γεγονός πρωτοποριακό για την εποχή, - έφερε τον νατουραλισμό στη θεατρική παράσταση, ανέδειξε σημαντικούς ηθοποιούς, -σημαντικότεροι των οποίων ήταν η Κυβέλη και ο Μήτσος Μυράτ- έδωσε έμφαση στα σκηνικά και στα κουστούμια ως απαραίτητα στοιχεία του έργου, και καθιέρωσε τη θέση του σκηνοθέτη ως αρχιτέκτονα στην οικοδόμηση μιας παράστασης συνόλου.

Η ίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 27 Φλεβάρη του 1901, ύστερα από πρόσκληση του Χρηστομάνου μαζεύτηκαν στο θέατρο του Διονύσου, λόγιοι της Αθήνας για να συνιδρύσουν την νέα σκηνή. [1]Συγκεκριμένα στο κάλεσμα, ανταποκρίθηκαν οι Κωστής Παλαμάς, Δημήτριος Κακλαμάνος, Γεώργιος Στρατήγης, Δημήτριος Καμπούρογλους, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Παύλος Νιρβάνας, Λάμπρος Πορφύρας, και Γιάννης Βλαχογιάννης. [2] Ο Χρηστομάνος τους διάβασε το κείμενο που είχε ετοιμάσει και το οποίο έθετε τους σκοπούς αυτής της καλλιτεχνικής κίνησης, οι οποίοι ήταν:
...Η αναγέννησις της δραματικής ποιήσεως και της σκηνικής τέχνης εν Ελλάδι.Σεις οι επίλεκτοι μεταξύ των Ελλήνων δημιουργών θα ποθήσετε και θα συντελεσέτε την παραγωγήν έργων υπερόχου ποιητικής συλλήψεως. Θα επιδιώξωμεν από κοινού όλοι την μόρφωσιν προσώπων ικανών να διερμηνεύσουν τα τοιαύτα έργα κατά τας απαιτήσεις ανωτέρας σκηνικής τέχνης.
Θα υψώσωμεν δια δημοσιευμάτων και διαλέξεων το πολύ πλήθος μέχρι του αναβάθρου του θρόνου της Καλλονής και της Αληθείας, μέχρι του σημείου όπου φθάνουν τα κράσπεδα της πορφύρας των. Θα αποβλέψωμεν τέλος προς την πρότυπον επί σκηνής αναβίβασις των έργων του παρ' ημών μέλλοντος να καταρτισθή δραματολογίου. [3]

Το τι πίστευε για τα θεατρικά πράγματα στην Ελλάδα και πως φανταζόταν τη Νέα Σκηνή, φαίνεται ολοκάθαρα στο περίφημο άρθρο του, «Χάος», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Άστυ» της 2ας Ιουλίου 1901, ...ημείς, ως προς το Θέατρον τουλάχιστον, ευρισκόμεθα,..εις το πυκνότερον σκότος. Ναι, αι πρώται ακτίνες τώρα μόλις πρόκειται να ξεπροβάλλουν. Όλοι τας προαισθάνονται και τας περιμένουν και αυτοί ακόμη οι οποίοι προσπαθούν να τας αρνηθούν και να τας διώξουν.
Αυτή η προαγγελομένη αυγή εις έναν ουρανόν ο οποίο ωχριά και του οποίου τα άστρα όλα έχουν σβήσει, υπερτάτη προς το φως ορμή, είναι η «Νέα Σκηνή». Και θα είναι μια γενική Αυγή ήτις θα προπορευθή μιας γενικής Ημέρας....

'Οσοι συμμερίζονταν τις απόψεις του ξεκίνησαν μαζί του.
Οι λογοτέχνες υπέγραψαν το πρακτικό της ιδρύσεως της «Νέας Σκηνής» και στις 5 Μάρτη 1901 δημοσιεύτηκε η απόφαση για την διοικητική επιτροπή του σωματείου, «Εφορεία» όπως την ονόμασαν. Η τριμελής επιτροπή απαρτιζόταν απο τους Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, Δημήτριο Κακλαμάνο και Κωστή Παλαμά, ενώ την ίδια μέρα εκλέχτηκε «Γραμματέας» της, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος. [4]

Στις 25 Ιούνη 1901, στο χώρο του Ζαππείου, ο Χρηστομάνος διάβασε το καταστατικό της «Νέας Σκηνής». Η «Νέα Σκηνή» σχηματίστηκε σαν ετερόρυθμος εταιρεία, με διαχειριστή τον Χρηστομάνο και κεφάλαιο 100.000 δρχ., που προήλθε από την αγορά 4000 ανώνυμων μετοχών. Οι εγγραφές για τις μετοχές ήδη άρχισαν. Ο Χρηστομάνος αγόρασε 400. [5]


Σύντομα και ο θίασός του, «Οι μύστες» όπως ονόμαζε τους ηθοποιούς του ήταν έτοιμος και αποτελούνταν κυρίως απο τους ηθοποιούς της δραματικής σχολής του Βασιλικού θεάτρου που πρόσφατα είχε κλείσει.
Συγκεκριμένα τον θίασο στελέχωναν οι:
Νίκος Παπαγεωργίου, Μήτσος Μυράτ, Τηλέμαχος Λεπενιώτης, Άγγελος Χρυσομάλης, Σωτήρης Σκίπης, Δήμος Βρατσάνος, Πέτρος Λέων, Διονύσιος Δεβάρης, Αριστείδης Ζήνων, Σπύρος Σάββας, Πάνος Καλογερίκος, Νίκος Ραυτόπουλος και Κυβέλη Αδριανού, Ειμαρμένη Ξανθάκη, Ελένη Σικελιανού-Πασαγιάννη(αδερφή του ποιητή Άγγελου Σικελιανού), Ελβίρα Γοϋίδα, Σάσσα Βρατσάνου, Στέλλα Γαλάτη, Θεώνη Δρακοπούλου. [6]
Αργότερα θα προστεθούν και άλλοι ηθοποιοί, όπως ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός, ο Σπήλιος Πασαγιάννης, κ.α. και οι παλαίμαχοι Ευαγγελία Παρασκευοπούλου και Νικόλαος Λεκατσάς (θα συνεργαστεί στην τελευταία παράσταση, στον Άμλετ, παίζοντας τον ομώνυμο ρόλο).

Η Θεώνη Δρακοπούλου


Γρήγορα όμως, αποδείχθηκε ότι η προσωπικότητα του Χρηστομάνου δεν ήταν η κατάλληλη για συνεργασίες. Διοικώντας απολυταρχικά, χωρίς να δέχεται τις απόψεις των άλλων μελών, προκάλεσε πολλές συγκρούσεις, που οδήγησαν τελικά, στην αποχώρηση των περισσοτέρων μελών. Σε γράμμα που έστειλαν στην εφημερίδα «Άστυ» της 24ης Σεπτεμβρίου 1901, οι Περικλής Γιαννόπουλος, Παύλος Νιρβάνας, Λάμπρος Πορφύρας, Γεώργιος Λαμπελέτ και άλλοι λιγότεροι γνωστοί, ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους από το εγχείρημα.
Ο Χρηστομάνος, αφού τους αποζημίωσε για τις μετοχές που είχαν αγοράσει, συνέχισε με τρεις - τέσσερεις προσωπικούς φίλους για να πραγματοποιήσει το ιδανικό του.

Η πρώτη εμφάνιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη εμφάνιση της «Νέας Σκηνής» έγινε στις 5 Σεπτέμβρη του 1901, στο Δημοτικό θέατρο Αθηνών, επ' ευκαιρία της επίσκεψης Ρουμάνων φοιτητών του Πανεπιστημίου στην Ελλάδα.
Το πρόγραμμα περιελάμβανε:

  • Μια σκηνή από τον «Ρωμαίο και Ιουλιέττα» του Σαίξπηρ, στο οποίο σχολιάστηκε θετικά η πρώτη εμφάνιση, της μόλις 14 ετών, Κυβέλης Αδριανού.
  • Μια σκηνή από το «Όνειρο εαρινής πρωίας» του Ιταλού ποιητή Γκαμπριέλε Ντ' Ανούντσιο, στο οποίο ξεχώρισε η νεαρή Θεώνη Δρακοπούλου, η μετέπειτα ποιήτρια Μυρτιώτισσα.
  • Η μονόπρακτη κωμωδία του Βασίλειου Αλεξανδρή, «Ευγενής επαίτης».
Chrysomalis A.JPG

Η πρώτη παράσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη παράσταση και ταυτόχρονα επίσημη έναρξη της «Νέας Σκηνής» έγινε στις 22 Νοεμβρίου του 1901, στο θέατρο Βαριετέ (μεταγενέστερα Θέατρο Κυβέλης) με την Άλκηστη του Ευριπίδη, σε μετάφραση στη δημοτική του ίδιου του Χρηστομάνου και με πρωταγωνίστρια την Ειμαρμένη Ξανθάκη στο ομώνυμο ρόλο.
Οι υπόλοιποι ηθοποιοί ήταν ο Νίκος Παπαγεωργίου στο ρόλο του «Άδμητου» , ο Σωτήρης Σκίπης στο ρόλο του «Απόλλωνα», ο Πέτρος Λέων στο ρόλο του «Ηρακλή», ο Μάριος Ρωμανός [7]στο ρόλο του «Θανάτου», ο Αριστείδης Ζήνων στο ρόλο του «Φέρη», η Ελένη Πασαγιάννη στο ρόλο της «Θεραπαινίδας», ο Μήτσος Μυράτ στο ρόλο του «Θεράποντα» και «Εύμηλος» ο μικρός Βίκτωρας Ζήνων.
Διευθυντής της ορχήστρας που έπαιζε μουσική του Γκλουκ, ήταν ο Ιωσήφ Γουίδας.
Η «Νέα Σκηνή» ξεχώρισε επίσης και για δυο καινοτομίες της: το μοίρασμα προγραμμάτων πριν την παράσταση, με φωτογραφία της πρωταγωνίστριας και με την υπόθεση του έργου και τα ονόματα των συντελεστών της παράστασης, εντελώς καλλιτεχνικά, κομψότατα και σε πολύ μικρό μέγεθος. Η δεύτερη καινοτομία ήταν η κυκλοφορία εισιτηρίων διαρκείας, εξίσου κομψά και καλλιτεχνικά, που αρκετά από αυτά μοιράστηκαν δωρεάν στους δημοσιογράφους. [8]

Τηλέμαχος Λεπενιώτης.JPG

Η εφημερίδα «Εμπρός» της επομένης γράφει για την παράσταση: ...Ολίγαι θέσεις έμειναν κεναί χθες εις το Βαριετέ, κατά την πρώτην της Νέας Σκηνής και οι θεαταί της πρώτης ταύτης παράστασης δεν απήλθον απογοητευμένοι. Ο κ. Χρηστομάνος μας παρουσίασε μίαν μετάφρασιν της Αλκήστιδος του Ευρυπίδη, μετάφρασιν ιδικήν του, εισάγουσα την ομιλουμένην γλώσσαν, δηλαδή την μη αποκλείουσα αρχαϊσμούς τινας, εισελθόντας και ζήσαντας εις την νεωτέραν ημών γλώσσαν, αλλά συγκειμένην προ πάντων εκ νέων στοιχείων και έχουσαν τον στήμοναν νέον.....η παράστασις διηξήχθη αρκετά καλά. Δύο εκ των γυναικών, η δνις Ειμαρμένη Ξανθάκη ως Άλκηστις και η κ. Πασαγιάννη ως θεράπαινα, έπαιξαν με εντέλειαν σχεδόν. Εκ δε των ανδρών ο κ. Λέων υπήρξεν ο θριαμβευτής της εσπέρας με την φυσικότητα την οποίαν υπεδύθη τον μεθυσμένον Ηρακλή.... [9]

Το περιοδικό «Παναθήναια», τονίζει: ...η παράστασις της Αλκήστιδος αποτελεί σταθμόν προόδου. Το ορόσημον της τέχνης μετακινήθη αρκετά προς τα εμπρός!

οι επόμενοι μήνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τους επόμενους μήνες θα δώσει μια σειρά αξιόλογων θεατρικών έργων του παγκόσμιου ρεπερτορίου.
Θα παρουσιάσει:
Την «Αγριόπαπια» του Ίψεν,- η πρώτη φορά που παίχτηκε στην Ελλάδα
Την «Λοκαντιέρα» του Κάρλο Γκολντόνι. Στη «Λοκαντιέρα», ο Ξενόπουλος άγρυπνος παρατηρητής του καινούριου αυτού εγχειρήματος, θα ενθουσιαστεί: ...η σκηνοθεσία επιμελέστατη. Με πλούτον, με καλαισθησία και με ακρίβειαν. Όλα, από της διακοσμήσεως των τοίχων μέχρι των ενδυμασιών, και από των επίπλων μέχρι του παραμικρού σκεύους, σύμφωνα με την εποχήν και τον τόπον. Αρκεί να είπωμεν, ότι και αυτό το χρυσούν φιαλίδιον του Νερολίθαρου το οποίο παίζει τόσο ρόλον... ήτο μια αρχαιότης φλωρεντιανή. Και προχωράει σε παρατηρήσεις για σημαντικότερα θέματα:...αλλ' η υπόκρισις, όπως την προήγαγεν η Νέα Σκηνή μεθ'όλας ακόμα τας ελλείψεις της- αποτελεί κάτι πρωτοφανές για την Ελλάδα. Φαίνεται, ότι η Νέα Σκηνή, αντιθέτως προς κάθε ελληνικόν θέατρον, επιδιώκει προ παντός την αρμονίαν και την τελειότηταν του συνόλου, και διά τούτο βλέπομεν πρόσωπα όλως δευτερεύοντα, υπηρετών παραδείγματος χάριν, να τα υποδύωνται οι άριστοι εκ των καλλιτεχνών του θιάσου... [10]
«Το κράτος του ζόφου», του Λέοντος Τολστόι, στο Δημοτικό θέατρο Αθηνών, - παράσταση που θα μείνει ιστορική στα θεατρικά χρονικά, για τον νατουραλισμό της. Τόσο πιστός στην ακριβή μεταφορά του περιβάλλοντος πάνω στη σκηνή ήταν ο Χρηστομάνος, που δεν δίστασε να τοποθετήσει φρέσκια κοπριά για να μπορέσουν οι ηθοποιοί αλλά και το κοινό να «νοιώσουν» καλύτερα την ατμόσφαιρα του έργου. Ο Ξενόπουλος, υπερθεματίζοντας γράφει: ...το κατ' εμέ, τόσην συγκίνησιν, τόσην γνησίως καλλιτεχνικήν απόλαυσιν, δεν εδοκίμασα άλλοτε εις το θέατρον. Όλα συνέτειναν εις τούτο. Η αλήθεια και η ακρίβεια του σκηνικού της «Νέας Σκηνής». Η απαράμμιλος, η μοναδική μετάφρασις του κ. Αγαθοκλέους Κωνσταντινίδου, ο οποίος τόσον πιστώς και τόσον καλλιτεχνικώς απέδωκε την γλώσσαν του χωρικού. Η ανατέλλουσα τέχνης της δεσποινίδος Κυβέλης Αδριανού – Ανιούτκας και του κ. Πέτρου Λέοντος – Μήτριτς ηθοποιών σπανίας αξίας και φωτεινού μέλλοντος....και οι άλλοι ηθοποιοί υπό την φωτισμένην διδασκαλίαν της “Νέας Σκηνής”, είχον κατανοήση και ερμηνεύση σωστά τους ρόλους τους.... ούτω διήλθον ολίγας στιγμάς ευτυχείς, τας οποίας δυσκόλως θα λησμονήσω... [11]
Ο εχθρός του λαού, του Ίψεν
Έντα Γκάμπλερ, του Ίψεν
Το Τέρας (Η Αρκούδα) του Άντον Τσέχωφ
Οι Ερωτευμένοι του Γκολντόνι
Το ξένο ψωμί του Ιβάν Τουργκένιεφ
Το Ημέρωμα της Στρίγγλας του Σαίξπηρ
και άλλα. [12]

Το θέατρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θερινή περίοδος του 1902 τους βρίσκει οριστικά εγκατεστημένους στο δικό τους θέατρο.
Το περιοδικό Παναθήναια, που παρακολουθεί από πολύ κοντά τη δραστηριότητα του Χρηστομάνου το περιγράφει ως εξής: ....το θερινόν θεάτρον της «Νέας Σκηνής», τον οποίον ιδρύθη εκεί, όπου μέχρι τινός ήτο η απαίσια παράγκα, η ονομαζομένη Θέατρον Ομονοίας δεν ομοιάζει με κανέν θερινόν θέατρον. Είνε κάτι το ευπρεπές και κομψόν, και καλαίσθητον και σχεδόν πλούσιον. Τον καλό κόσμο, ο οποίος το συχνάζει, τον ελκύει η βελουδίνη βυσσινόχρους αυλαία με τα κίτρινα σειρήτια, η οποία διχάζεται αντί να ανυψούται κατά νεώτερον σύστημα. Αι κεφαλαί αι ανάγλυφοι, αι οποίαι στολίζουν το λευκόν πλαίσιον της σκηνής με τα ωχροπράσινα φυλλώματα. Art nouveau. Το ευρύ αμφιθέατρον των λευκών καθισμάτων, των σχετικώς ανέτων. Ο ηλεκτροφώτιστος αστήρ, ο οποίος λάμπει επί της στέγης της σκηνής και το επίσης φωτεινόν μονόγραμμα Ν.Σ άνωθεν της θύρας της εισόδου...όλα ωραία εκεί μέσα, και νέα και κομψά. Και η σκηνή πάντοτε βαλμένη με γούστο και με πολυτέλειαν και αι ενδυμασίαι των ηθοποιών άψογοι και πλούσιαι και η τάξις δ' αθηναϊκόν θέατρον παραδειγματική. [13]

Οικονομικά προβλήματα - αλλαγή ρεπερτορίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα οικονομικά προβλήματα άρχισαν να γονατίζουν τον Χρηστομάνο από την αρχή σχεδόν. Οι καλλιτεχνικές του παραστάσεις, μπορεί να έτερπαν το μικρό -ούτως ή άλλως- μορφωμένο κοινό, αλλά δεν έφερναν στο θέατρο τις μεγάλες μάζες του κόσμου. Έτσι, γύρω στο 1903, έχοντας να διαλέξει ανάμεσα στο να υποχωρήσει στα γουστά του κοινού ή να κλείσει τη Νέα Σκηνή, αποφάσισε να υποχωρήσει. Έτσι, στο δραματολόγιο άρχισαν να εισχωρούν χονδροειδέστατες γαλλικές κυρίως φάρσες, που όμως γέμιζαν το θέατρο και διπλασίαζαν τις εισπράξεις του. Για παράδειγμα, όταν τον Αύγουστο του 1903 παρουσιάστηκε η φάρσα «Η τελευταία από όλαις», ένα έργο που οι κριτικοί αρνήθηκαν καν να σχολιάσουν, οι εισπράξεις από 300 και 400 δραχμές τη βραδυά, ανέβηκαν στις 1000.
Ακόμα και ο Ξενόπουλος, ο διαρκής συμπαραστάτης θα αναρωτηθεί:...Α, δια μίαν «Αρλεζιάναν» λοιπόν ήσαν όλα τα ωραία εκείνα λόγια και η σεμνή συνάθροισις εις τον ιερόν τόπον, η οποία είχε χαρακτήρα ιεροτελεστίας;... [14]

Ο εκδότης του περιοδικού «Παναθήναια», Κίμων Μιχαηλίδης σχολιάζοντας γράφει: ... ο κόσμος λοιπόν εχειροκροτούσε, εσπούσε στα γέλια, ενθουσιάζετο, εκαλούσε τους μύστας επί της σκηνής να τους ανευφημήση. Είναι θλιβερόν. Όταν την επομένην έλεγα το παράπον, τον πόνον μου, εις ένα εκ των μυστών ξεύρετε τι μου απήντησε με μια γραμμή πικρίας ζωγραφισμένης εις το πρόσωπόν του; “Αχ, να μπορούσα εκείνη τη στιγμή που μ' εχειροκροτούσαν, να του πω πόσο εσυχαινόμουν τον εαυτό μου και τον ρόλο που έπαιζα... [15]

Από την άλλη, το περιοδικό Νουμάς, έχει διαφορετική γνώμη. Δεν ρίχνει τα βάρη στο κοινό, αλλά στις επιλογές του ίδιου του Χρηστομάνου. Τον επιπλήττει γιατί δεν συνεργάστηκε με τους συντρόφους του – που ο ίδιος κάλεσε στο θέατρο του Διονύσου-, τον κατηγορεί ότι έδειξε αλαζονεία και περιφρόνηση στους Έλληνες λόγιους του καιρού του, και ότι ουσιαστικά ενδιαφέρθηκε μόνο για τη σκηνική παρουσίαση των έργων και όχι για την ουσία τους: ... “ο κ. Χρηστομάνος δεν έκαμε τίποτε άλλο παρά να θελήσει να κουβεντιάσει απ'ευθείας με έναν κόσμο που δεν ήταν δυνατό με τη μόρφωση τη ρωμέικη πουείχε και στην κατάσταση πουείταν να τον ακούσει...Τίποτ' άλλο παρά ικανοποιώντας άκριτα και τιποτένια ιδανικά σκηνικού πλούτου, να ιδή στο βιβλίο του εισπράξεις...κι έτσι ολάκερος ο αγώνας του κ. Χρηστομάνου κλείεται μέσα στη δημιουργία μιας σκηνής γεμάτης από κομψά φορέματα, από μεταξοντυμένες γλάστρες, αληθινούς καθρέφτες, καινούρια καπέλα, γάντια – όλ' αυτά εύκολα γιατί τ' αγοράζει, μακριά όμως πολύ από την ψυχή, από την ψυχολογία της Σανίδας, δύσκολης γιατί αυτό το πουλάει όποιος τωχει μέσα του. [16]

Το ελληνικό δραματολόγιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Οκτώβρη του 1902 ανεβάζει η «Νέα Σκηνή» το πρώτο της ελληνικό έργο, το δράμα του Χρήστου Δαραλέξη, «Φαία και Νυμφαία».
Το έργο ανέβηκε για δυο μόνο παραστάσεις αφού εσημείωσεν μίαν από τις μεγαλητέρας αποτυχίας του ελληνικού θεάτρου!, σύμφωνα με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, που κάνει και την κριτική του έργου στο περιοδικό «Παναθήναια». [17] Οι λόγοι της αποτυχίας κατά τον κριτικό Ξενόπουλο, οφείλονται στην κακή δραματοποίηση του έργου από τον Χρηστομάνο. Συγκεκριμένα γράφει ότι υπήρχαν ...σκηναί ασύνδεται, επαναλήψεις αφόρητοι, διάλογοι ανούσιοι,...ηθοποιοί ανεπαρκώς γυμνασμένοι στο ν' απαγγέλουν τας ονειρώδεις του φράσεις με άλλο ύφος και με άλλη φωνήν από της κοινής απαγγελίας. Ακόμα περισσότερο, οι αργές αλλαγές των σκηνικών κούρασαν και εκνεύρισαν τους θεατές της πρώτης παράστασης. ...Αι μεταλλαγαί αύται της σκηνογραφίας εγίνοντο τόσον βραδέως με τα ατελή μέσα, τα οποία διαθέτει το θέατρον της Ομονοίας, ώστε μόνον δια την πρώτην [αλλαγή σκηνικού] εχρειάσθη διάλειμμα μίας και ημισείας ώρας !.....Τέλος, ...η εχθρική στάσις του ακροατηρίου, διαρκώς ειρωνευομένου και καγχάζοντος, επήυξανε την ταραχήν των...

Ακολουθούν:

«Ο Τρίτος» του Γρηγόριου Ξενόπουλου τον Αύγουστο του 1903

«Η κυρία Βεράντη», του Δ. Κορομηλά, Αύγουστος 1903

«Ο μίτος της Αριάδνης», Δ. Κορομηλά, Αύγουστος 1903

«Οι Κούρδοι», του Γιάννη Καμπύση, τον Σεπτέμβρη του 1903.

«Η νίκη του Λεωνίδα«» του Χ. Άννινου, Ιούλιος 1904

«Το μυστικό της κοντέσας Βαλέραινας», του Γρηγορίου Ξενόπουλου, Ιούλιος 1904

«Φόλα» του Δ.Κόκκου, Σεπτέμβριος 1904

«Μπροστά στους ανθρώπους», Μάρκος Αυγέρης, Οκτώβρης 1904

«Οι Πρασινόπουλοι» του Κωνσταντίνου Ξένου, Οκτώβρης 1904

«Η Ξένη», του Τ. Φραγκαντώνη, Ιούλης 1905

Το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την Άνοιξη του 1906 ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος αποχώρησε από τη διεύθυνση της «Νέας Σκηνής». Κράτησε μόνο και νοίκιαζε στον καινούριο θίασο που δημιουργήθηκε το πολύτιμο βεστιάριό του και τις επιμελημένες σκηνογραφίες του.

Τα εναπομείναντα μέλη σχημάτισαν δυο ξεχωριστές κινήσεις. Κάποιοι ηθοποιοί όπως οι Τηλέμαχος Λεπενιώτης και ο Πέτρος Λέων μαζί με άλλα μέλη του θιάσου, σχημάτισαν καινούριο δικό τους θίασο που εγκαταστάθηκε για το καλοκαίρι του 1906 στο θέατρο Βαριετέ και ονομάστηκε «Νέο Θέατρο», ενώ οι υπόλοιποι -με προεξάρχοντες τον Μυράτ και την Κυβέλη και με νέα προσθήκη τον Κώστα Σαγιώρ- συνέχισαν τις παραστάσεις τους στην έδρα της Νέας Σκηνής στο θέατρο στην Ομόνοια.

H συμβολή της «Νέας Σκηνής» στο ελληνικό θέατρο:
Για πρώτη φορά, η «Νέα Σκηνή» δημιούργησε και καθιέρωσε το ρόλο του σκηνοθέτη σαν συνεκτικού κρίκου της παράστασης. Δίδαξε στους ηθοποιούς τον σύγχρονο τρόπο παιξίματος, τον χωρίς στόμφο, τον απλό και φυσικό τρόπο, και τους πειθάρχησε ώστε να όλοι μαζί να δημιουργούν μια παράσταση συνόλου, και όχι να φροντίζει ο καθένας πως θα φανεί, όπως γινόταν στις παραστάσεις μέχρι τότε. Δόθηκε σημασία στα σκηνικά και στα ενδύματα σαν απαραίτητα συστατικά μιας ολοκληρωμένης παράστασης.
Και το πιο σημαντικό: ενίσχυσαν τον αγώνα για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας που τότε ξεκινούσε, παίζοντας τα έργα στην απλή δημοτική του λαού και όχι πια στην αρχαιοπρεπή υπερ-καθαρεύουσα που δεν καταλάβαινε σχεδόν κανένας.
Η ψυχή της «Νέας Σκηνής», ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος ήταν άνθρωπος που και επαινέθηκε και κατηγορήθηκε πολύ, στον καιρό του. Ο αγώνας του να ισορροπήσει ανάμεσα στην ποιότητα και στο οικονομικό κέρδος του στοίχισε πολύ, σε όλα τα επίπεδα.

Ωστόσο, όπως γράφει και ο Θ. Αθανασιάδης-Νόβας στη μελέτη του για τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο:[18]

Τέλος πάντων, η «Νέα Σκηνή» πέθανε πρόωρα και πέθανε άσχημα. «Ωστόσο - ξεσπαθώνει ο ιπποτικός Μαλακάσης -η σημαία του πολιτισμού της «Νέας Σκηνής» μολονότι κουρελιασμένη και καταρυπωμένη, ακόμα εκυμάτιζε στις επάλξεις του ελληνικού θεάτρου, αναντικατάστατη επί χρόνια.» Και ο Νιρβάνας - βαρύτερος και πιο συγκρατημένος -θ' αποφανθεί:«Αν δεν μας δόθηκε το ονειρευτό αριστοκρατικό θέατρο, μας δόθηκε όμως το σημερινό θέατρο.» Αλήθεια. Στο θέατρο Χρηστομάνου υπάρχει εν σπέρματι όλο το κατοπινό θέατρο. Από τότε μπορεί τα πάντα να γίνονται καλύτερα, αλλιώτικα όμως όχι. Ο Χρηστομάνος έβαλε σφραγίδα.

Κύριες πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μιχάλης Ροδάς: «Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος και η Νέα Σκηνή», περιοδικό Εστία, τεύχη 379-380

http://www.ekebi.gr/magazines/flipbook/showissue.asp?file=68710&code=4455

http://www.ekebi.gr/magazines/flipbook/showissue.asp?file=68776&code=4722

  • Περιοδικό Παναθήναια:

τεύχος 30: http://www-old.lit.auth.gr/panathinaia/panathin_issue30_31DEC1901.pdf

τεύχος 32: http://www-old.lit.auth.gr/panathinaia/panathin_issue32_31IAN1902.pdf

τεύχος 44-45: http://www-old.lit.auth.gr/panathinaia/panathin_issue44-45_31IOYL-15AUG1902.pdf

τεύχος 49: http://www-old.lit.auth.gr/panathinaia/panathin_issue49_15OCT1902.pdf

τεύχος 69-70: http://www-old.lit.auth.gr/panathinaia/panathin_issue69-70_15-31AUG1903.pdf

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Το όνομα το πρότεινε ο Δημήτριος Καμπούρογλους
  2. Μιχάλης Ροδάς: «Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος και η Νέα Σκηνή», περιοδικό Εστία, τεύχος 379, σελ. 341
  3. Ολόκληρο το κείμενο της Εισήγησης του Χρηστομάνου στο http://www.ekebi.gr/magazines/flipbook/showissue.asp?file=68710&code=4455, σελ. 341,342,343
  4. ο.π., σελ.3
  5. εφημερίδα Ακρόπολις της 26ης Ιούνη 1901
  6. Μιχάλης Ροδάς: «Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος και η Νέα Σκηνή», περιοδικό Εστία, τευχος 380, σελ. 425
  7. ψευδώνυμο του ηθοποιου Πάνου Καλογερίκου
  8. Ακρόπολις της 23ης Νοέμβρη 1901 http://srv-web1.parliament.gr/display_doc.asp?item=47497&seg=
  9. εφ.Εμπρός της 23/11/1901, 1η σελίδα. http://srv-web1.parliament.gr/display_doc.asp?item=36297&seg=
  10. περιοδικό Παναθήναια, τεύχος 30, http://www-old.lit.auth.gr/panathinaia/panathin_issue30_31DEC1901.pdf
  11. περ. Παναθήναια, τεύχος 32
  12. Πλήρης κατάλογος των παραστάσεων υπάρχει στο περιοδικό Νέα Εστία,http://www.ekebi.gr/magazines/ShowImage.asp?file=98580&code=0604
  13. [http://www-old.lit.auth.gr/panathinaia/panathin_issue44-45_31IOYL-15AUG1902.pdf σελ. 278
  14. Ιούλης 1902 στο περιοδικό Παναθήναια
  15. http://www-old.lit.auth.gr/panathinaia/panathin_issue69-70_15-31AUG1903.pdf
  16. Περιοδικό Νουμάς, σελ.7, τεύχος 63 του 1903
  17. Oλόκληρη η υπόθεση του έργου και η κριτική του Ξενόπουλου στο http://www-old.lit.auth.gr/panathinaia/panathin_issue49_15OCT1902.pdf
  18. Θεμ. Αθανασιάδης-Νόβας «Κωνσταντίνος Χρηστομάνος», περιοδικό Νέα Εστία, τεύχος 826, σελ. 1622