Μπόρις Παπαντόπουλος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μπόρις Παπαντόπουλος
Lisinski Miletic (1944).jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Boris Papandopulo (Κροατικά)
Γέννηση25  Φεβρουαρίου 1906[1][2][3]
Bad Honnef[4]
Θάνατος16  Οκτωβρίου 1991[1][2]
Ζάγκρεμπ[5]
Τόπος ταφήςνεκροταφείο Μιριγκόι
Χώρα πολιτογράφησηςΚροατία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΚροατικά
ΣπουδέςMusic Academy, Zagreb
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητασυνθέτης
διευθυντής ορχήστρας
Οικογένεια
ΓονείςMaja Strozzi-Pečić
Αξιώματα και βραβεύσεις
Βραβεύσειςβραβείο Βλαντιμίρ Ναζόρ (1968)

Ο Μπόρις Παπαντόπουλος (Boris Papandopulo, 25 Φεβρουαρίου 190616 Οκτωβρίου 1991) ήταν Κροάτης συνθέτης και μαέστρος ελληνικής και ρωσοεβραϊκής καταγωγής[6]. Θεωρείται ως ένας από τους πλέον διακεκριμένους Κροάτες μουσικούς του 20ού αιώνα.[7] Ο Παπαντόπουλος εργάσθηκε επίσης ως μουσικοκριτικός, δημοσιογράφος και πιανίστας. Ωστόσο, διακρίθηκε κυρίως ως συνθέτης. Το συνθετικό του έργο είναι επιβλητικό σε όγκο, μετρώντας περίπου 460 έργα: δημιούργησε πολύ επιτυχημένες ορχηστρικές (κονσέρτα, μουσικής δωματίου και σόλο), φωνητικές και οργανικές συνθέσεις (6 όπερες και έργα για σόλο φωνή και χορωδία), μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Σε όλα αυτά τα μουσικά είδη άφησε μια σειρά από συνθέσεις μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας.[7]

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Παπαντόπουλος γεννήθηκε στη λουτρόπολη Μπαντ Χόνεφ της τότε Γερμανικής Αυτοκρατορίας ήταν γιος του Ελληνορρώσου ευγενή Κωνσταντίνου Παπανδοπούλου και της Κροάτισσας τραγουδίστριας της όπερας Μάγια Στρότσι-Πέσιτς. «Γεννηθείς και ανατραφείς σε μια οικογένεια που ήταν πάντοτε στενά συνδεδεμένη με τη μουσική και το θέατρο», ο Μπόρις αφιερώθηκε από πολύ νωρίς στη μουσική. Ξεκίνησε με ιδιωτικά μαθήματα πιάνου και στη συνέχεια σπούδασε σύνθεση στη Μουσική Ακαδημία στο Ζάγκρεμπ (όπου παρακολούθησε τις διαλέξεις των Ντούγκαν, Λότκα και Ντόμπρονιτς, και απεφοίτησε από την τάξη του Μπλαγκόι Μπέρσα το 1929). Επίσης στη Βιέννη, στο «Νέο Ωδείο της Βιέννης» (Neues Wiener Konservatorium), σπούδασε διεύθυνση ορχήστρας υπό τον Ντιρκ Φοκ, από το 1928 μέχρι το 1930. Κατά τη διάρκεια δύο περιόδων (1928-1934 και 1938-1946) διεύθυνε την ορχήστρα του Κροατικού Συλλόγου Τραγουδιού στο Ζάγκρεμπ, ενώ ταυτοχρόνως από το 1931 έως το 1934 είχε θέση διευθυντή ορχήστρας του Κροατικού Μουσικού Ινστιτούτου και της χορωδίας «Ιβάν Φιλίποβιτς» της Ενώσεως Τραγουδιστών Εκπαιδευτικών, την οποία ίδρυσε ο ίδιος το 1933. Από το 1935 έως το 1938, δίδασκε στην Κρατική Μουσική Σχολή στο Σπλιτ, ενώ κατά τη διάρκεια του πολέμου, από το 1940 έως το 1945, ήταν διευθυντής ορχήστρας της Όπερας του Ζάγκρεμπ (και από το 1943 έως το 1945 διευθυντής της Όπερας). Μεταπολεμικώς διετέλεσε διευθυντής της Όπερας της Ριέκα (τα έτη 1946-1948 και 1953-1959), ενώ από το 1948 έως το 1953 ήταν μαέστρος της όπερας και δάσκαλος στο Σαράγεβο. Επανέλαβε τη σταδιοδρομία του στο Ζάγκρεμπ (το διάστημα 1959-1968) και την ολοκλήρωσε στην Όπερα του Σπλιτ (το διάστημα 1968-1974). Υπήρξε επίσης τακτικός συνεργάτης του Θεάτρου Komedija στο Ζάγκρεμπ, καθώς και της Συμφωνικής Ορχήστρας του Καΐρου. Απεβίωσε στο Ζάγκρεμπ σε ηλικία 85 ετών. Το 1968 είχε τιμηθεί με το ετήσιο κροατικό Βραβείο Βλαντίμιρ Νάζορ για το σύνολο της μουσικής προσφοράς του.

Το έργο του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι νεανικές επιλογές του Παπαντόπουλου χαρακτηρίστηκαν από το «εθνικό μουσικό στιλ», όπως λέγεται, δηλαδή από μοτίβα από τη δημοτική μουσική (είτε απευθείας αντιγραφή της μελωδίας, είτε με την έννοια της δομής της πρώτης ύλης και της τροπικής κλίμακας), ενώ οι κοσμοπολίτικες επιρροές ήταν επίσης αξιοσημείωτες: η εφαρμογή στοιχείων τεχνικής συνθέσεως του νεοκλασικού στιλ: πολυφωνική δομή, με μπαρόκ ενέργεια και ρυθμική κίνηση, αλλά και στοιχειώδεις «πινελιές» ιμπρεσιονιστικών και εξπρεσιονιστικών μουσικών ιδιωμάτων. Μαζί με τη μεταχείριση των οργάνων, που ενέχει μεγάλες απαιτήσεις δεξιότητας και τεχνικής, πολύ ορατά είναι η αισιοδοξία και η γαλήνη που διαπερνούν τη μουσική στο έπακρο. Οι γνώστες του έργου του συνθέτη της νεανικής δημιουργικής περιόδου του επιλέγουν ως τα πιο επιτυχημένα έργα του το Laudamus (Slavoslovije), καντάτα για σόλο φωνές, μικτή χορωδία και ορχήστρα, τη Sinfonietta για ορχήστρα εγχόρδων, το Zlato (= «χρυσός», μπαλέτο με τραγούδι), το Concerto da camera (για σόλο σοπράνο, βιολί και επτά έγχορδα) και τα πιο σημαντικά θρησκευτικά έργα: το ορατόριο για σόλο φωνές και ανδρική χορωδία Muka Gospodina našega Isukrsta (= «Το πάθος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού»), και το Hrvatska misa (= «Κροατική Θεία Λειτουργία») για σολίστ και μικτή χορωδία.

Στην ώριμη δημιουργική του περίοδο, ο Παπαντόπουλος διατηρεί στοιχεία του ιδιώματος της παραδοσιακής μουσικής, αλλά επίσης εισάγει τα επιτεύγματα του μουσικού «μοντερνισμού της Βιέννης» (Wiener Moderne). Αυτή η περίοδος, που περιστρέφεται γύρω από τον χρονικό άξονα του τέλους του Β 'Παγκόσμιου Πολέμου (1945), διήρκεσε μέχρι περίπου το 1956, και οδήγησε σε μια σειρά από πολύ επιτυχημένες συνθέσεις: Συμφωνία αρ. 2, Poema o Neretvi (= «Ποίημα για τον Νερέτβα»), Stojanka majka Knežopoljka (ένα μουσικό ποίημα για σοπράνο, χορωδία και μεγάλη ορχήστρα), Obnova (= «Ανόρθωση», συμφωνική κίνηση για μεγάλη ορχήστρα) .

Με την πάροδο του χρόνου η μουσική του Παπαντόπουλου έγινε πιο τραχιά στην αρμονία και τη μελωδία. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 ενσωμάτωσε στα τεχνικά συνθετικά στοιχεία του τον δωδεκαφθογγισμό, την τζαζ (π.χ. στο Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα Νο. 3, στο Ψηφιδωτό για κλασσικό κουαρτέτο εγχόρδων και κουαρτέτο τζαζ, στο Capriccio για σόλο βιολί και κουαρτέτο τζαζ, στο Ein Orchestermosaik και άλλα έργα). Αργότερα εισήλθε στο έργο του η ελαφρά μουσική, όπως και τεχνικές συνθέσεως της μουσικής avant-garde, αν και διετήρησε μια απόσταση από μερικά από αυτά, υποβάλλοντάς τα σε ορισμένες περιπτώσεις σε ειρωνεία ή παρωδία. Η προέλευση μέρους του έργου του συνθέτη των δεκαετιών του 1960 και του 1970 σχετίζεται με τις εμφανίσεις και τις γνωριμίες του με μουσικούς στην τότε διαιρεμένη Γερμανία (Δυτική και Ανατολική), όπου είχε ευκαιρίες να συναντήσει εξέχουσες καλλιτεχνικές προσωπικότητες, καθώς και πρόσφατη ευρωπαϊκή μουσική δημιουργία.

Οι επί ιδεολογικού εδάφους αισθητικές κοσμοθεωρίες δεν εμπόδισαν ποτέ τον Παπαντόπουλο στην επιλογή μη μουσικών θεμάτων για τα δικά του έργα: πάντα βρήκε, στο καθένα τους, γενικές ιδέες, βαθιές πανανθρώπινες αξίες. Στην αρχή βρήκε μη μουσικά ερεθίσματα σε θέματα που σχετίζονται με τα παλαιότερα στρώματα της λαϊκής παραδόσεως - σε «θρύλους, εθιμικές τελετές και μύθους», π.χ. στα έργα του Svatovske, Dodolice Op. 2, Zlato και Utva zlatokrila. Αργότερα, μετά το 1950, αντλεί περιέργως έμπνευση από φαινομενικά αντίθετες κοσμοθεωρίες: Ταυτοχρόνως έγραφε συνθέσεις θρησκευτικών θεμάτων - από την Κροατική Θεία Λειτουργία με ίχνη και στοιχεία του γλαγολιτικού μέλους, το Osorski rekvijem και την Pučka poljička misa, μέχρι την καντάτα Jubilate και μια σειρά από μικρότερα θρησκευτικά έργα, και από την άλλη συνέθετε μνημειώδη έργα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, εμπνευσμένα από την ιδεολογία και την ποιητική του μεταπολεμικού σοσιαλιστικού καθεστώτος και του Λαϊκού Απελευθερωτικού Πολέμου, όπως το μουσικο-ποιητικό έργο Pasija po srcu (= «Πάθος κατά την καρδιά»), το ποιητικό-μουσικό «όραμα» Credo, το 1943 (κύκλος τραγουδιών σε στίχους του Ιβάν Γκόραν Κόβατσιτς), καθώς και συνθέσεις που εμπνέονται από την ιστορία της Κροατίας (τις καντάτες Libertas, Pohvala Dubrovniku, Non bene pro toto libertas venditur auro, Mile Gojslavica και το «τρίπτυχο» για μικτή χορωδία και μεγάλη συμφωνική ορχήστρα Istarske freske).

Ο Παπαντόπουλος συνέχισε να συνθέτει με σθένος και έμπνευση σχεδόν μέχρι την ημέρα του θανάτου του, συμπληρώνοντας 65 χρόνια δημιουργίας σε σύνολο 85 ετών ζωής. Σε όλα αυτά τα έργα απέδειξε τον εαυτό του ως άριστο κάτοχο της τέχνης του. Υπήρξε ένας έξυπνος μουσικός με ανεξάντλητη και φρέσκια έμπνευση, πολύ καλός στην τεχνική διαδικασία της συνθέσεως και άριστος γνώστης των μουσικών μορφών και των τεχνικών ικανοτήτων τόσο των οργάνων, όσο και της φωνής. Πέρα από τις πολλές συναυλίες και σόλο έργα για μεμονωμένα όργανα, ο συνθέτης άφησε ένα αξιοσημείωτο ίχνος στο μπαλέτο και την όπερα της εποχής του. Οι έξι όπερές του (Amfitrion, Rona, Sunčanica, Madame Buffault, Kentervilski duh και Požar u operise ) και 15 μπαλέτα έχουν δείξει την αξία τους ως «κομμάτια για ανθολόγηση» στις πολλές επαναλαμβανόμενες παραστάσεις τους στην Κροατία και σε όλο τον κόσμο. Συνέθεσε εξάλλου μουσική και για έναν εντυπωσιακό αριθμό θεατρικών παραγωγών και κινηματογραφικών ταινιών. Επίσης συνέθεσε για παιδιά και νέους (για παραστάσεις μαριονετών, ορχηστρικές συνθέσεις και συναυλίες).

Πολλά έργα του διαθέτουν ένα αυθεντικό και χαρακτηριστικά δικό του, «παπαντοπουλικό» ανάλαφρο και μεταδοτικό μουσικό χιούμορ (από τονικό παιχνίδισμα γεμάτο φωτεινότητα και γυρίσματα, έως ένα τραχύ μουσικό γκροτέσκο), στο οποίο συχνά αναφέρει μοτίβα άλλων συνθετών: Γκροτέσκο για τούμπα, πιάνο και κρουστά, Ποπ κοντσέρτο για δύο πιάνα και ορχήστρα, Μαγεμένος αυλός, Παπαντοπουλιάδα (Papandopulijada), Divertimento alla pasticcio και άλλα). Δεν είναι δυνατόν να δοθεί μια συνοπτική, λιτή και ταυτόχρονα ολοκληρωμένη αξιολόγηση του τεράστιου έργου του Παπαντόπουλου τη σημερινή εποχή, καθώς δεν είναι προσιτές οι περισσότερες παρτιτούρες. Ωστόσο, ο Ντουμπράνκο Ντετόνι, συνθέτης ο ίδιος, έκανε μια προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση και σύμφωνα με τα λόγια του: «Εάν ήταν απαραίτητο να διατυπώσουμε κάποιο είδος ορισμού, τότε θα πρέπει να αναζητηθεί μια σύνοψη του έργου του Παπαντόπουλου σε ένα είδος αναμίξεως όλων των σημαντικότερων σύγχρονων επιρροών από την παγκόσμια μουσική σε συνδυασμό με ρυθμικά, μελωδικά και αρμονικά χαρακτηριστικά της κροατικής παραδοσιακής/δημοτικής μελωδίας». Ανεξάρτητα από το χρόνο της συνθέσεως ή τον στιλιστικό ή μουσικό εκφραστικό προσανατολισμό, «η μουσική του Παπαντόπουλου εγκαθιστά πολύ εύκολα και αυθόρμητα μια άμεση επαφή με τον ακροατή», και οι μουσικοί χαίρονται να την παίζουν.

Ο Μπόρις Παπαντόπουλος έπαιξε σημαντικό ρόλο και ως ενορχηστρωτής δημοτικών τραγουδιών από την ευρύτερη περιοχή της Κεντρικής Ευρώπης, καθώς και ως ενορχηστρωτής έργων άλλων συνθετών, τα οποία κατέστησε έτσι δημοφιλή. Αυτό αναφέρεται ειδικότερα σε ανθολογικές συνθέσεις της κροατικής οπερατικής και concertante μουσικής, μερικές από τις οποίες αναζωογόνησε και έβαλε να ερμηνευθούν με δική του ενορχήστρωση, για παράδειγμα μερικά από τα έργα των Βάτροσλαβ Λιζίνσκι, Ιβάν Ζάιτς και Φράνγιο Κρέζμα.

Επιλεγμένη εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπερες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Sunčanica (πρεμιέρα το 1942)
  • Amfitrion
  • Rona

Μπαλέτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Zlato
  • Teuta
  • Kraljevo

Συμφωνικά έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Hommage à Bach (1972)
  • Sinfonietta για ορχήστρα εγχόρδων, Op. 79
  • Istarske freske (= «Νωπογραφία της Ίστριας»)
  • Podnevna simfonija

Κοντσέρτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Concerto da Camera για σοπράνο και σύνολο δωματίου, Op. 11
  • Κοντσέρτο για κοντραμπάσο και ορχήστρα εγχόρδων (1968)
  • Κοντσέρτο για τσέμπαλο και ορχήστρα εγχόρδων
  • Κοντσέρτο κρουστών (1969)
  • Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα εγχόρδων
  • Κοντσέρτο για τύμπανα και ορχήστρα
  • Κοντσέρτο για άλτο σαξόφωνο και ορχήστρα

Μουσική δωματίου και για μεμονωμένα όργανα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κουιντέτο κλαρίνων (1960)
  • Διάλογος για φλάουτο και τσέμπαλο
  • Ελεγεία for φαγκότο και πιάνο
  • Introduzione, Ariosa, Danza για βιολοντσέλο και πιάνο
  • Kleine Suite (= «Μικρή σουίτα») για 4 τρομπόνια
  • Μονόλογος για σόλο βιολί
  • Ραψωδία για σόλο βιολοντσέλο (1987)
  • Σονάτα για βιόλα και πιάνο (1963)
  • Σονάτα για βιολί και πιάνο
  • Κουαρτέτο εγχόρδων αρ. 5 (1970)
  • Τρεις γιουγκοσλαβικοί χοροί για κιθάρα
  • Rapsodia Concertante για βιολοντσέλο και πιάνο

Για πιάνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Contradanza για πιάνο
  • Hrvatski tanac (= «Κροατικός χορός») για πιάνο, Op. 48
  • Osam studija (= «Οκτώ σπουδές») για πιάνο
  • Παρτίτα για πιάνο
  • Scherzo Fantastico για πιάνο

Φωνητικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Čakavska Suita για φωνή και ορχήστρα
  • Hrvatska Misa (= «Κροατική Θεία Λειτουργία») σε ρε μινόρε για σοπράνο, άλτο, τενόρο και βαρύτονο (ως σολίστες) και μεικτή χορωδία, Op. 86 (1939)
  • Muka gospodina našega isukrsta (= «Το πάθος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού»), ορατόριο για σολίστες και ανδρική χορωδία, Op. 61
  • Marulova pisan
  • Osorski Requiem
  • Stojanka majka Knežopoljka για σοπράνο, χορωδία και ορχήστρα[8][9]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 4  Μαΐου 2014.
  2. 2,0 2,1 2,2 Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) καθιερωμένοι όροι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. data.bnf.fr/ark:/12148/cb124814004. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  3. 3,0 3,1 «Hrvatski biografski leksikon» (Κροατικά) 1983. 11916.
  4. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 17  Δεκεμβρίου 2014.
  5. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 1  Ιανουαρίου 2015.
  6. Ha-Kol (Glasilo Židovske zajednice u Hrvatskoj); Djela hrvatskih skladatelja Židovskog podrijetla u Beču; stranica 38; broj 107, studeni / prosinac 2008
  7. 7,0 7,1 «Boris Papandopulo» (στα αγγλικά). www.mic.hr (MIC). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2018-01-16. https://web.archive.org/web/20180116140357/http://www.mic.hr/composer/Papandopulo/composer_articles/Papandopulo/?=hr%2Fnode%2F21. Ανακτήθηκε στις 2021-03-04. 
  8. «Boris Papandopulo: Works». quercus.mic.hr (MIC). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2016-10-03. https://web.archive.org/web/20161003182057/http://quercus.mic.hr/quercus/person/339/?=hr%2Fnode%2F21. Ανακτήθηκε στις 2021-03-04. 
  9. Το λήμμα για τον συνθέτη στο Hrvatski Biografski Leksikon (στην κροατική)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]