Μπόμα (περίφραξη)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Στήνοντας ενέδρα στα λιοντάρια: "Το λιοντάρι δεν μπορεί να μπει στη περίφραξη (boma) εκτός και αν πηδήξει και έρθει από την κορυφή. Στον κυνηγό έγκειται, να αποτρέψει αυτή τη στρατηγική, σκοτώνοντας το λιοντάρι πριν εκείνο μπει μέσα (στην κρυψώνα του). Εάν δεν το κατορθώσει, τότε είναι πολύ πιθανό να εμπλακεί σε μια πάλη σώμα-με-σώμα, με ένα εχθρικό λιοντάρι, σε ένα χώρο τόσο μεγάλο όσο περίπου είναι η επάνω κουκέτα μιας κλινάμαξας." - John T. McCutcheon, σκιτσογράφος για τη Chicago Tribune, 1910.
Περίφραξη (boma) στο δάσος. Αυτό είναι ένα οχυρωμένο χωριό της Αφρικής. Εικονογράφηση που δημοσιεύθηκε το 1892 στο Παρίσι, από το περιοδικό "Ο γύρος του Κόσμου" ("Tour du Monde") του Édouard Charton, για να πάει με ένα άρθρο σχετικό με την "Επιχείρηση Στέαρς" ("Stairs Expedition") στην Κατάνγκα (Katanga), γραμμένο από τον εξερευνητή του περιοδικού Christian de Bonchamps.[1]

Η Μπόμα (boma) (μετάφραση: η περίφραξη), είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον εγκλεισμό των ζώων, την περίφραξη, το μικρό φρούριο ή ένα περιφερειακό γραφείο της κυβέρνησης, που χρησιμοποιείται σε πολλά μέρη των Μεγάλων Λιμνών της Αφρικής καθώς και της Κεντρικής και Νότιας Αφρικής. Είναι ιδιαίτερα συνδεδεμένη με την Ευρωπαϊκή αποικιοκρατία. Έχει ενσωματωθεί σε πολλές αφρικανικές γλώσσες καθώς και σε ποικιλίες των αποικιακών Αγγλικών, Γαλλικών και Γερμανικών.

Ως περίφραξη της κτηνοτροφίας, η μπόμα είναι το ισοδύναμο του κράαλ (kraal). Ο προηγούμενος όρος, χρησιμοποιείται σε περιοχές που επηρεάζονται από τα Μπαντού, τη γλώσσα Σουαχίλι και ο άλλος όρος, χρησιμοποιείται σε περιοχές που επηρεάζονται από τη γλώσσα Αφρικάανς.

Με τη μορφή των οχυρωμένων χωριών ή καταυλισμών, οι μπόμες ήταν ο κοινός τόπος στην Κεντρική Αφρική τον 18ο και 19ο αιώνα, σε περιοχές που επηρεάστηκαν από το δουλεμπόριο, φυλετικούς πολέμους, αποικιακές κατακτήσεις και χτίστηκαν και από τις δύο πλευρές, μέσα από τέτοιες συγκρούσεις.

Να σημειωθεί ότι εκτός από τις χτισμένες τακτοποιημένες περιφράξεις που φαίνονται στις απεικονίσεις των μπόμας, ο όρος στην πράξη έμοιαζε πιο συχνά με τη δομή που φαίνεται στα σκίτσα που συνοδεύουν αυτό το άρθρο. Σε αυτή την μορφή που συχνά αναφέρονταν από τους ομοίους του J. A. Hunter[2] και του Χένρυ Μόρτον Στάνλεϋ (Henry Morton Stanley).[3][4]

Εναλλακτική χρήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αποικίες της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα στις απομακρυσμένες περιοχές, η μπόμα έφθασε να χρησιμοποιείται για να υποδηλώνει τα αποικιακά κυβερνητικά γραφεία, διότι στα τέλη του 19ου αιώνα, τέτοια γραφεία περιελάμβαναν συνήθως ένα οχυρωμένο αστυνομικό τμήμα ή στρατώνες, συχνά με τη μορφή ενός ξύλινου φράκτη, αν και ορισμένοι είχαν πέτρινους τοίχους. Πολλά ονομάζονταν φρούρια, όπως τα «Fort Jameson», «Fort Manning» ή «Fort Rosebery». Κατά τον 20ό αιώνα, ήρθε να σημαίνει την περιοχή ή επαρχιακή έδρα της κυβέρνησης, ακόμη και στην περίπτωση όπου δεν χρειάζονταν πια οχυρώσεις.[5]

Η μπόμα εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ευρέως με αυτή την έννοια, στις Μεγάλες Λίμνες της Αφρικής και στη Νότια Αφρική, σε συνδυασμό με τον ορισμό της περίφραξης του ζωικού κεφαλαίου.

Ετυμολογία και η απομυθοποίηση του ακρωνυμίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας δημοφιλής μύθος που λεγόταν στους τουρίστες στα Μεγάλων Λιμνών της Αφρικής, αναφέρει ότι το ακρωνύμιο BOMA σήμαινε κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατίας στην Αφρική, «Βρετανική Υπερπόντια Διαχείριση Διοίκησης» (British Overseas Management Administration) ή «Χώρος Αναψυχής Βρετανών Αξιωματικών» (British Officers Mess Area). Ο μύθος υποστηρίζει ότι έκτοτε, ο όρος υιοθετήθηκε στα Σουαχίλι και σε πολλές άλλες ιδιωματικές γλώσσες Μπαντού της πρώην Βρετανικής Ανατολικής Αφρικής (για παράδειγμα, Chichewa και Chitumbuka στο Μαλάουι) να σημαίνει κυβέρνηση γενικότερα ή τις θέσεις των κυβερνητικών γραφείων, όπως περιφερειακά κέντρα.

Στην πραγματικότητα, η λέξη μπόμα έχει πολύ βαθύτερες ρίζες στις γλώσσες που ομιλούνται στην Αφρική των Μεγάλων Λιμνών, είτε ως λέξη προέλευσης Μπαντού ή ως μια δανεική λέξη από τα Περσικά. Το Αγγλικό λεξικό της Οξφόρδης αποδίδει την πρώτη χρήση της, στον τυχοδιώκτη Χένρυ Μόρτον Στάνλεϋ, στο βιβλίο του «Μέσα από τη Μαύρη Ήπειρο» (1878): 'Από τους φράκτες εκ πασσάλων μπόμες ... εκεί υψούται στην ακοή μου το βέλασμα των νεαρών μόσχων.»'[3] Ο όρος χρησιμοποιείται επίσης εκτενώς, σε όλο το παλιότερο βιβλίο του Στάνλεϋ «Πώς βρήκα τον Λίβινγκστον» (1871) '...στήσαμε την κατασκήνωσή μας, φτιάξαμε μια μπόμα (περίφραξη) από ακανθώδεις ακακίες και άλλα κλαδιά δέντρων, στοιβάζοντάς τα γύρω από την κατασκήνωσή μας ...'[4] Στο «Λεξικό της Γλώσσας Suahili» (1882), ο Krapf ορίζει τη μπόμα ως «λοφοσειρά ή φράκτη που χρησιμεύει ως ένα είδος οχύρωσης σε πόλεις και χωριά ... μπορεί να αποτελείται από πέτρες ή από πασάλους ή από μια αδιαπέραστη αγκαθωτή λόχμη», αν και ο ίδιος δεν δίνει τη προέλευση της λέξης. Η μπόμα εμφανίζεται επίσης, στο «Deutsches kolonial-Lexikon» (1920), του Band, το οποίο δείχνει, ότι η λέξη ήταν σε χρήση στην Τανγκανίκα πολύ πριν περιέλθει υπό τον έλεγχο των Βρετανών. Το «Standard Swahili-English Dictionary» (1939) του Johnson, προτείνει ότι η μπόμα προέρχεται από την Περσική λέξη buum, η οποία λέει ότι σημαίνει «φρουρά, ο τόπος όπου μπορεί κανείς να ζήσει σε ασφάλεια.» Στο «Swahili and Sabaki: A Linguistic History» των Nurse και Hinnebusch (1993) δίνουν στην iboma, «υπερασπιζόμενη περιοχή», είτε ως καινοτομία των Μπαντού των Μεγάλων Λιμνών είτε ως δανεισμό από τα Περσικά (σελ. 295). Εν πάση περιπτώσει, η λέξη ήταν σε κυκλοφορία πριν από οποιαδήποτε Βρετανική «υπερπόντια διαχείριση» των ακτών, αν και το ακρωνύμιο είναι έξυπνο.

Πέραν αυτού, δεν υπήρξε ποτέ τέτοια οντότητα όπως η «Βρετανική Υπερπόντια Διαχείριση Διοίκησης» (British Overseas Management Administration).[6] Η ευθύνη της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου για την ανάπτυξη των αποικιών της σε συνεχόμενη βάση, αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά το 1929 με το νόμο της Αποικιακής Ανάπτυξης (Colonial Development Act). Το 1961, ένα Τμήμα Τεχνικής Συνεργασίας συστάθηκε για να ασχοληθεί με την τεχνική πλευρά της συνεργασίας του προγράμματος βοήθειας. Το Υπουργείο Ανάπτυξης των Αποδήμων συγκροτήθηκε για πρώτη φορά ως ένα χωριστό υπουργείο, τον Οκτώβριο του 1964, με επικεφαλής έναν Υπουργό Ανάπτυξης των Αποδήμων. Συγκέντρωσε τις λειτουργίες του πρώην Τμήματος Τεχνικής Συνεργασίας, τις υπερπόντιες λειτουργίες της πολιτικής ενίσχυσης του Υπουργείου Εξωτερικών Κοινοπολιτειακών Σχέσεων και Αποικιών και των άλλων δημόσιων υπηρεσιών. Το γραφείο της διμερούς βοήθειας της Μεγάλης Βρετανίας, ονομαζόταν «Διοίκηση Υπερθαλάσσιας Ανάπτυξης» (Overseas Development Administration) από το 1970 μέχρι που μετονομάστηκε σε Τμήμα Διεθνούς Ανάπτυξης (Department for International Development)) το 1997.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. René de Pont-Jest: L'Expédition du Katanga, d'après les notes de voyage du marquis Christian de BONCHAMPS, in: Édouard Charton (editor): Le Tour du Monde magazine, also published bound in two volumes by Hachette, Paris (1893). Also available online at www.collin.francois.free.fr/Le_tour_du_monde/
  2. Hunter, John G. (2000). White Hunter. Long Beach, CA: Safari Press. ISBN 1-57157-122-1. 
  3. 3,0 3,1 Stanley, Henry M. (1988). Through the Dark Continent, or, The sources of the Nile around the Great Lakes of equatorial Africa and down the Livingstone River to the Atlantic Ocean. New York: Dover Publications. ISBN 0-486-25667-7. 
  4. 4,0 4,1 Stanley, Henry M. (2010). How I Found Livingstone; travels, adventures, and discoveres in Central Africa, including an account of four months' residence with Dr. Livingstone, by Henry M. Stanley. HardPress Publishing. ISBN 1-4076-3041-5. 
  5. The Northern Rhodesia Journal online, Vol III No 3 (1957) pp 200-205. “Memories of Abandoned Bomas - No. 11: Old Ndola”
  6. H-net.msu.edu

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ορισμός στα Σουαχίλι για boma στο Ζωντανό Διαδικτυακό Λεξικό των Σουαχίλι
  • DFID ιστορικό υπόβαθρο
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Boma (enclosure) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).