Μπόερς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Με το όνομα Μπόερς (Boers) υποδηλώνονταν αρχικά οι απόγονοι των πρώτων κτηνοτρόφων που μιλούσαν τη γλώσσα Αφρικάανς στα σύνορα του ανατολικού ακρωτηρίου στη Νότια Αφρική κατά το 18ο αιώνα, ενώ αργότερα χρησιμοποιήθηκε για εκείνους που εγκατέλειψαν την Αποικία του Ακρωτηρίου (Cape Colony) κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και εγκαταστάθηκαν στο Ελεύθερο Κράτος της Οράγγης, το Τράνσβααλ (και τα δύο μαζί ήταν γνωστά ως «Δημοκρατίες των Μπόερς»), καθώς σε ένα μικρό μέρος της επαρχίας Νατάλ. Το όνομα προέρχεται από την ολλανδική λέξη για τον αγρότη «Boer» (η σωστή προφορά της λέξης στα Ολλανδικά είναι μπουρ, ενώ στον πληθυντικό αριθμό να γίνεται «boeren» - προφέρεται μπούρεν). Οι Μπόερς εμπλέχτηκαν σε δύο πολέμους εναντίον της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, που έμειναν γνωστοί με το όνομα «Πόλεμοι των Μπόερς».

Ιστορικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρώτος περίπλους του νοτιότερου άκρου της Αφρικής, του ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, επιτεύχθηκε το 1487 από τον Πορτογάλο εξερευνητή, Βαρθολομαίο Ντιάζ στα πλαίσια της αναζήτησης ενός ταχύτερου, οικονομικότερου και ασφαλέστερου δρόμου για τις Ινδίες. Πολύ αργότερα, το 1647, δημιουργήθηκε στο νοτιότερο τμήμα της Αφρικής ο πρώτος οικισμός από Ολλανδούς ναυαγούς, για να ακολουθήσει η πρώτη μόνιμη αποικία, το 1652, στις δυτικές ακτές της νοτίου Αφρικής από την Ολλανδική Εταιρία των Ανατολικών Ινδιών, την πρώτη πραγματική πολυεθνική της ιστορίας. Σκοπός της αποικίας ήταν η παραγωγή και ο εφοδιασμός των πλοίων της εταιρίας με φρέσκες προμήθειες.

Οι πρώτοι αποικισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτοι λευκοί άποικοι ήταν κυρίως Ολλανδοί Καλβινιστές αλλά και Γερμανοί για να ακολουθήσουν αργότερα Γάλλοι Ουγενότοι αλλά και Σκώτοι, στη προσπάθειά τους να ξεφύγουν από τους διωγμούς στις χώρες τους. Η εταιρεία, όμως, ξεκίνησε και την εισαγωγή τεράστιου αριθμού σκλάβων από τη Μαδαγασκάρη και την Ινδονησία. Ο σχετικά μικρός αριθμός των μαύρων ιθαγενών της φυλής των Χόι Χόι σταδιακά υποτάχθηκε στους νέους αποίκους.

Με το πέρασμα του χρόνου πολλοί άποικοι στρέφονταν ολοένα και πιο πολύ στο εσωτερικό προς τα ανατολικά. Αναζητούσαν συνεχώς νέες εκτάσεις για καλλιέργεια, προσπαθώντας παράλληλα να διαφύγουν από κάθε μορφής έλεγχο από τις αρχές της εταιρείας στην Πόλη του Ακρωτηρίου (Cape Town) στις δυτικές ακτές της νοτίου Αφρικής. Ο τρόπος ζωής τους παρήγαγε ένα σκληροτράχηλο λαό, τους Μπόερς, με έντονο το αίσθημα της ανεξαρτησίας και βαθιά πεποίθηση στη φυλετική τους ανωτερότητα έναντι των ιθαγενών, που μάθαινε από νεαρή ηλικία να παλεύει με τα στοιχεία της φύσης, να ιππεύει το άλογο, να χρησιμοποιεί τα όπλα και να δουλεύει τη γη. Μόνο στοιχείο πολιτισμού, που ποτέ δεν αποχωρίζονταν, ήταν η Βίβλος. Μοναδικό ίσως βιβλίο για ολόκληρη τη ζωή τους, από αυτό μάθαιναν να διαβάζουν και βάσει αυτού πορεύονταν σε όλη τους τη ζωή.

Δημιουργία κρατών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1814 οι Βρετανοί ανέλαβαν τον έλεγχο της αποικίας από τους Ολλανδούς. Στην Πόλη του Ακρωτηρίου κατοικούσαν τότε 25.000 σκλάβοι (που είχαν μεταφερθεί κυρίως από τη Μαδαγασκάρη), 20,000 Μπόερς και μόλις 15,000 ιθαγενείς. Ο ερχομός των Βρετανών, η κατάργηση της δουλείας από αυτούς το 1833, η συνεχής εισαγωγή χιλιάδων έγχρωμων μεταναστών, κυρίως από την Ινδία, με τις ευλογίες των Βρετανών και ο αυξανόμενος κυβερνητικός έλεγχος ώθησε ακόμα περισσότερους Μπόερς να στραφούν προς το εσωτερικό της ηπείρου στα ανατολικά και βόρεια. Στη πορεία τους αυτή συνάντησαν ελάχιστη αντίσταση. Η χώρα ήταν σχεδόν ακατοίκητη, με μόνο τη φυλή των Ντεμπέλε, το βασίλειο των Μπασότο (σημερινό Λεσότο) και το βασίλειο των Ζουλού στις ανατολικές ακτές να αποτελούν σοβαρή αριθμητικά παρουσία μαύρων ιθαγενών.

Όπου εγκαθίσταντο οι Μπόερς δημιουργούσαν μικρές ανεξάρτητες δημοκρατίες. Πολλές φορές οι δημοκρατίες αυτές δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια μικρή πόλη και τα αγροκτήματα που την περιέβαλαν. Οι συχνές διαφωνίες ανάμεσα στους Μπόερς οδηγούσε συχνά σε ακόμα μεγαλύτερη διάσπαση μεταξύ τους, σε νέες μεταναστεύσεις και στη δημιουργία νέων δημοκρατιών. Το 1838 οι Μπόερς υπό τον στρατηγό Άντριες Πρετόριους νίκησαν πολλαπλάσιο αριθμητικά στρατό των Ζουλού και εγκαθίδρυσαν την πρώτη μεγάλη σε έκταση δημοκρατία, το Νατάλ. Το 1843, όμως, οι Βρετανοί την κατέλαβαν οδηγώντας ξανά τους Μπόερς σε αυτοεξορία, αυξάνοντας περισσότερο την έχθρα απέναντί τους.

Οι Πόλεμοι των Μπόερς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Πόλεμοι των Μπόερς

Παρά τη συνεχή προώθηση των Βρετανικών θέσεων, οι Μπόερς κατάφεραν να εγκαθιδρύσουν δυο ανεξάρτητα κράτη. Το Ελεύθερος Κράτος της Οράγγης, το 1854, και την Δημοκρατία της Νοτίου Αφρικής, πιο γνωστή ως Τράνσβααλ, το 1857. Το 1869 όμως, χρυσός ανακαλύφθηκε στο Τράνσβααλ και αυτή ήταν η αρχή δεινών για τους Μπόερς, που σύντομα έπρεπε να κληθούν να αντιμετωπίσουν την ισχύ της Βρετανικής αυτοκρατορίας. Το Τράνσβααλ καταλήφθηκε από τους Βρετανούς το 1877, όμως μόλις το 1881 με τον «πόλεμο της ανεξαρτησίας των Μπόερς» το Τράνσβααλ ήταν και πάλι ανεξάρτητο.

Το 1886 νέες φλέβες χρυσού ανακαλύφθηκαν κοντά στο Γιοχάνεσμπουργκ και δεκάδες χιλιάδες νέοι μετανάστες κατέκλυσαν το έδαφός του. Το 1895, υπό τον λοχαγό Τζέιμσον οι Βρετανοί προσπάθησαν να δημιουργήσουν προκλήσεις στο έδαφος του Τράνσβααλ, επιχείρηση που όμως κατέληξε σε φιάσκο με τη σύλληψη όλων των συμμετεχόντων. Το 1899 οι Βρετανοί απαίτησαν δικαίωμα ψήφου για όλους τους ξένους στο έδαφος της δημοκρατίας του Τράνσβααλ. Οι Μπόερς αρνήθηκαν να υποκύψουν στις πιέσεις με αποτέλεσμα να ξεσπάσει ο δεύτερος πόλεμος των Μπόερς. Το Ελεύθερο Κράτος της Οράγγης, αν και δεν απειλείτο άμεσα από τους Βρετανούς, προσέτρεξε σε βοήθεια της αδελφής δημοκρατίας του Τράνσβααλ. Το ίδιο έπραξαν και εθελοντές Μπόερς από περιοχές της νοτίου Αφρικής, που υπάγονταν ήδη στον αποικιακό έλεγχο, καθώς και πολλοί εθελοντές από την Ευρώπη και τις Η.Π.Α.

Ο στρατός των Μπόερς αποτελείτο από έφιππη εθελοντική πολιτοφυλακή, τα κομμάντος, με εκλεγμένους τους διοικητές από τους ίδιους τους στρατιώτες τους. Μόνο το πυροβολικό των δύο δημοκρατιών ήταν οργανωμένο κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, εκπαιδευμένο και εξοπλισμένο από τη Γερμανία. Απέναντί τους η Βρετανία απέστειλε στρατό από όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας, μεγαλύτερο σε μέγεθος από ολόκληρο τον πληθυσμό και των δύο δημοκρατιών (περίπου 170,000 πριν τον πόλεμο). Παρά τις αρχικές τους επιτυχίες, την υποχώρηση των Βρετανικών στρατευμάτων και την πολιορκία βρετανικών πόλεων και οι δυο δημοκρατίες είχαν καταληφθεί μέχρι τον Ιούνιο του 1900. Ακολούθησαν δύο χρόνια ανταρτοπόλεμου. Για να τους αντιμετωπίσουν οι Βρετανοι κατέφυγαν στη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης για ολόκληρο τον άμαχο πληθυσμό, ώστε οι αντάρτες να μη βρίσκουν υποστήριξη και να μη μπορούν να κρυφτούν.

Άμεση συνέπεια των συνθηκών διαβίωσης σε αυτά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν ο θάνατος περίπου 26.000 αμάχων. Εξίσου σημαντική συνέπεια για το μέλλον της νοτίου Αφρικής ήταν το γεγονός ότι για πρώτη φορά, στα στρατόπεδα αυτά, τα παιδιά των Μπόερς διδάσκονταν την αγγλική γλώσσα.

Ανεξαρτησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Μάιο του 1902 υπογράφηκε συνθήκη ειρήνευσης, όμως πολλοί ήταν αυτοί που ποτέ δεν ορκίστηκαν υποταγή στο Στέμμα, όπως προέβλεπε η συμφωνία.

Το 1910 οι Βρετανοί δημιούργησαν την Ένωση της Νοτίας Αφρικής, μια αυτόνομη διακυβέρνηση, πάντα όμως μέσα στα πλαίσια της Αυτοκρατορίας. Επίσημες γλώσσες ήταν τα αγγλικά και τα ολλανδικά. Η τοπική ολλανδική διάλεκτος των Μπόερς, τα αφρικάανς, αναγνωρίστηκε επισήμως το 1925.

Με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου πολλοί πήραν και πάλι τα όπλα εναντίον των Βρετανών, στο πλευρό της Γερμανίας στο έδαφος των αποικιών και των δύο αυτοκρατοριών.

Μετά την αποτυχία απόκτησης ανεξαρτησίας με τα όπλα, στράφηκαν στη πολιτική. Το 1918 ιδρύθηκε η «αδελφότητα των Αφρικάνερ» με σημαντική πολιτική επιρροή. Αργότερα, το 1948, το Εθνικό Κόμμα ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας και άρχισε να προωθεί πολιτικές προστασίας του πληθυσμού των Αφρικάνερ αλλά και των υπολοίπων λευκών. Το 1961 μετά από δημοψήφισμα, η Νότια Αφρική κήρυξε την ανεξαρτησία της. Κατάλοιπο της κοινωνίας των Μπόερς υπήρξε το καθεστώς του "απαρτχάιντ" (apartheid), όρος που μέχρι σήμερα χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει την ύπαρξη έντονων φυλετικών διακρίσεων.