Μπρουταλισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πύργος Τρέλικ, Λονδίνο, 1972, έργο του Έρνο Γκόλντφινγκερ
Habitat 67, Μόντρεαλ, 1967, έργο Moshe Safdie

Ο Μπρουταλισμός (στα αγγλικά Brutalism, γνωστός και ως New Brutalism-Νέος Μπρουταλισμός) ήταν αρχιτεκτονικό κίνημα που δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1950 έως τα μέσα του '70 με κέντρο την Αγγλία και κύριους εκφραστές του τους Πήτερ και Άλισον Σμίθσον. Στόχος του ήταν η επιστροφή στις αρχές του φονξιοναλισμού και η αποτίναξη του ζυγού των κορυφαίων αρχιτεκτόνων της εποχής. Η μορφή των κτιρίων χαρακτηρίζεται από έντονη γραμμικότητα, ξεκάθαρα σχήματα, εμφανή υλικά και εκτεταμένη χρήση του σκυροδέματος.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρώτος από τους δύο παγκόσμιους πολέμους, όπου χρησιμοποιήθηκαν μεγάλες ποσότητες σκυροδέματος, έφερε τέτοια εξέλιξη στις τεχνικές γνώσεις για το υλικό αυτό, που μετά το 1945 η δόμηση με σκυρόδεμα έγινε ο γενικός κανόνας. Το μπετόν κατά τη διάρκεια πολλών ετών ήταν γνωστό ως το υλικό των φτωχών, γεγονός που άλλαξε με την κατασκευή του οικοδομήματος Unité d'Habitation στη Μασσαλία και του σπίτι του Ζαούλ στο Παρίσι, έργα του Λε Κορμπυζιέ, για τα οποία χρησιμοποιήθηκε τραχύ σκυρόδεμα (beton brut - Rohbeton). Η τραχύτητα που πρόσφερε στα μεταγενέστερα έργα του Λε Κορμπυζιέ αυτή η χρήση του σκυροδέματος, και η κατά σειρά και επανάληψη χρήση του, επηρέασε έντονα άλλους αρχιτέκτονες. Στην Αγγλία, τη δεκαετία του 1950 εμφανίζονται δύο αρχιτέκτονες, οι Πήτερ και Άλισον Σμίθσον, οι οποίοι επηρεασμένοι από τα έργα αυτά του Λε Κορμπυζιέ δημιουργούν ένα νέο είδος οικοδομικής αισθητικής το οποίο ονομάζεται Μπρουταλισμός ή Νέος Μπρουταλισμός, από το beton brut. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά το 1953 και πήρε μορφή το 1954 με το Γυμνάσιο Χάνσταντον των Σμίθσον.

Το 1966, ο Βρετανός ιστορικός Ρέινερ Μπάναμ (Reyner Banham) πρόσφερε μια προκλητική ερμηνεία του όρου με το βιβλίο του "The New Brutalism, Ethic or Aesthetic?" (Ο Νέος Μπρουταλισμός, Ηθικός ή Αισθητικός;). Σε αυτό εκφράζει την άποψη πως ο Νέος Μπρουταλισμός ξεκίνησε το 1950 όχι σαν αισθητική, αλλά ως ηθική, "ένα πρόγραμμα ή μια στάση προς την αρχιτεκτονική" ("a programme or an attitude to architecture"), που στόχευε στην εξερεύνηση καινούριων χωρικών και τεχνικών δυνατοτήτων μέσα στην αρχιτεκτονική σύγχιση της μεταπολεμικής περιόδου. Στο βιβλίο του καταγράφει την αναζήτηση προς "μια άλλη αρχιτεκτονική" ("une architecture autre"), φράση που αντανακλά το βιβλίο του Μισέλ Ταπιέ (Michel Tapié) "Un Art Autre" (Μια Άλλη Τέχνη).

Για τους Μπρουταλιστές, η ηθική ήταν η ειλικρίνεια προς τα υλικά και τη δομή του κτιρίου. Ενώ οι αρχιτέκτονες του μοντέρνου κτιρίου επεξεργάζονταν τις δομήσιμες ύλες τους έτσι ώστε να μοιάζουν με βιομηχανικά τελειοποιημένο προϊόν, οι Μπρουταλιστές άφηναν τα τούβλα άβαφα και ανεπίχριστα και το σκυρόδεμα εμφανές, ακόμα και στα σημεία συναρμογής διαφορετικών υλικών. Η αισθητική τους επηρέασε και επηρεάστηκε από αυτή της έκθεσης Parallel of Life and Art και την "Art Brut" του Ζαν Ντιμπιφέ.

Η έκθεση "Parallel of Life and Art"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έκθεση "Parallel of Life and Art" άνοιξε στις 11 Σεπτεμβρίου του 1953, στο Iνστιτούτο Σύγχρονης Τέχνης του Λονδίνου. Αποτελούμενο από 122 φωτογραφικές μεγεθύνσεις, επεξεργασμένες από τους Νάιτζελ Χέντερσον, (Nigel Henderson) Εντουάρντο Παολότζι (Eduardo_Paolozzi) και Άλισον και Πήτερ Σμίθσον, εξερεύνησε το πώς οι αναπαραγωγικές τεχνολογίες επηρεάζουν την πολιτιστική παραγωγή. Ο ιστορικός αρχιτεκτονικής και κριτικός Ρένιερ Μπάναμ αναφέρεται αργότερα στην έκθεση ως ένα "Locus classicus" του κινήματος του Νέου Μπρουταλισμού.

Στην έκθεση αντικείμενα διαφόρων κατηγοριών (από την αρχιτεκτονική μέχρι την επιστημονική φαντασία ή το ποδόσφαιρο) φωτογραφίζονται και στήνονται στον χώρο ώστε να δίνουν έμφαση στην αυτονομία της κάθε εικόνας και τις αυθόρμητες παραλλήλους που μπορεί να τραβηχτούν από τη μία στην άλλη.

Ο Μπάναμ διέκρινε το "brut" στην έκθεση περισσότερο στο σύνολό της παρά σε αυτά που απεικονίζονταν. Η υφή της φωτογραφίας, η φαινομενική έλλειψη σύνδεσης των θεμάτων, ήταν για εκείνον ένα καθαρά αυθαίρετο και επίσημο είδος. Ένας άλλος κριτικός, ο Τομ Χόπκινσον (Tom_Hopkinson) έγραψε πως "η βασική ιδέα της συλλογής είναι η οπτική ομοιότητα ανάμεσα σε αντικείμενα τελείως διαφορετικής φύσεως... λες και κάποιος παραπάτησε σε ένα σύνολο βασικών μοτίβων για το σύμπαν"

Κύριοι εκπρόσωποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πέρα από τους Σμίθσον, πολλοί ακόμα αρχιτέκτονες ασπάστηκαν και υιοθέτησαν την αισθητική (ή και ηθική) του Μπρουταλισμού. Κάποιοι θεωρούν ότι συνεχιστές του έργου των Μπρουταλιστών υπήρξαν τα μέλη της ομάδας Archigram. Ανάμεσα στα ονόματα της λίστας των Μπρουταλιστών βρίσκονται και οι:

Συχνά συνδέεται με το κίνημα του Μπρουταλισμού και ο Λούις Καν, του οποίου οι ιδέες ήταν πολύ κοντά. "Allow material to be what it is" - "Αφήνετε το υλικό να είναι αυτό που είναι". Χαρακτηριστικό από τα έργα του το Κέντρο Τέχνης του Πανεπιστημίου Γέιλ.

Φωτοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Adolf Max Vogt (1980) Architectur 1940-1980, Propyläen
  • Kenneth Frampton (2009) Μοντέρνα Αρχιτεκτονική, Ιστορία και κριτική, Θεμέλιο
  • Stephen Fox (1998) New Brutalism - The Houston Interpretation
  • Irènèè Scalbert Architecture as a Way of Life: The New Brutalism 1953 - 1956
  • Ursula Baus Brutalismus | Eine Berliner Tagung näherte sich dem unübersichtlichen Phänomen Bauwelt 29 | 2012