Μπουλγαρί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το μπουλγ(κ)αρί είναι έγχορδο μουσικό όργανο που ανήκει στην οικογένεια των ταμπουράδων, χαρακτηριστικό της μουσικής της Κρήτης. Η εμφάνισή του στην Κρήτη χρονολογείται προς τα τέλη του 18ου αιώνα και γενικεύεται μετά το 1915 με την έλευση των προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Κυριότερος εκπρόσωπός του θεωρείται ο Στέλιος Φουσταλιεράκης (1911-1992) από το Ρέθυμνο. Σήμερα η χρήση του είναι λιγότερο διαδεδομένη.

Σχήμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ηχείο του είναι κυρτό και έχει σχήμα αχλαδιού, ενώ ο βραχίονάς του είναι μακρύς και λεπτός. Έχει τρεις διπλές χορδές, λεπτές από ατσάλι, και κινητούς μπερντέδες. Ο καβαλάρης είναι κινητός και οι χορδές δένονται στο κάτω άκρο του οργάνου. Στο σχήμα μοιάζει με το αραβικό σάζι, αλλά σε μέγεθος πιο πολύ στον τζουρά.

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανήκοντας στην οικογένεια του ταμπουρά, το μπουλγαρί και η ιστορία του ακολουθεί σε πολλά σημεία εκείνη του ανωτέρω μουσικού οργάνου. Στην Κρήτη μόνο και στη Μεσσηνία παρουσιάζεται με την ονομασία «μπουλγαρί», που οφείλεται στην πιο μπάσα χορδή του οργάνου, που απαντάνται με την ονομασία "βουργάρα" ή και "μπουργάρα". Μια άλλη εκδοχή για την ονομασία της χορδής είναι η προσπάθεια λεκτικής απόδοσης του βαθύ ήχου που παρήγαγε.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ταμπουράς ή μπουλγαρί ή μπουζούκι ήρθε από τη Μικρά Ασία στην Κρήτη στις αρχές του 1800. Η εξάπλωσή του υπολογίζεται μετά το 1870. Στην ύστερη Τουρκοκρατία, τα όργανα αυτά παίζονταν και από χριστιανούς και Τούρκους και Τουρκοκρητικούς.

Από την αρχή του 20ού αιώνα ως και την Γερμανική Κατοχή, στο Ρέθυμνο το μπουλγαρί συνοδεύει την κρητική λύρα και το μαντολίνο. Κατά το Μεσοπόλεμο, εμφανίζεται και στη δισκογραφία, αλλά χωρίς συνοδεία, με ερμηνευτή το Στέλιο Φουσταλιεράκη. Η χρήση του γενικότερα αυτή την περίοδο διαδόθηκε στα ταμπαχανιώτικα τραγούδια της κρητικής μουσικής, τα οποία συνδυάζουν στοιχεία από την τοπική παράδοση, τα παραδοσιακά μικρασιάτικα και το ρεμπέτικο. Μεταπολεμικά, το συνοδευτικό του ρόλο στη λύρα τον παραδίδει περισσότερο στο λαούτο.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Κρητικά άσματα" - Χανιά 1920, Αριστείδης Κριάρης
  • Εγκυκλοπαίδεια της Αρχαίας Ελληνικής μουσικής, Σόλων Μιχαηλίδης. Αθήνα 1982, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας
  • "Χανιά 1252-1940", Ιωάννης Τσίβης. Αθήνα 1990, Εκδόσεις Γνώση

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το αντίστοιχο κείμενο από την/το Rebetiko wiki, διανεμόμενο κατά την GNU FDL. (ιστορικό/συντάκτες).