Μπιφ Μπάιφορντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μπιφ Μπάιφορντ
Biffbyford2008.jpg
Ο Μπάιφορντ σε συναυλία το 2008
Πληροφορίες
Όνομα γέννησηςΠίτερ Ρόντνεϊ Μπάιφορντ (Peter Rodney Byford)
Γέννηση15 Ιανουαρίου 1951 (1951-01-15) (68 ετών)
ΚαταγωγήΧόνλεϊ, Δυτικό Γιόρκσαϊρ, Αγγλία
EίδοςHeavy Metal, Hard Rock
ΙδιότητεςΜουσικός, Συνθέτης
Μουσικά όργαναΦωνητικά, Κιθάρα, Μπάσο, Τύμπανα, Πίπιζα
Παρουσία1970 - σήμερα
Δισκογραφική εταιρείαCarrere, Capitol, Enigma, EMI, Steamhammer, SPV
ΣυμμετοχέςSaxon, Fastway, Air Pavilion, Freedom Call, Avantasia

Ο Μπιφ Μπάιφορντ (5 Ιανουαρίου 1951, πραγμ. όνομα "Πήτερ Ρόντνεϊ Μπάιφορντ", αγγλ. Biff Byford) είναι Βρετανός τραγουδιστής και συνθέτης, γνωστότερος για τη συνεργασία του με το χέβι μέταλ συγκρότημα Saxon.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπάιφορντ γεννήθηκε στο Χόνλεϊ του δυτικού Γιόρκσαιρ, στην Αγγλία. Στις αρχές της δεκαετίας του '70 ανέλαβε τα φωνητικά και το μπάσο του ροκ συγκροτήματος Blue Condition και το 1976 αποχώρησε, για να δημιουργήσει τους Son of a Bitch, μαζί με τους κιθαρίστες Πωλ Κουήν και Γκράχαμ Όλιβερ, τον μπασίστα Στηβ Ντώσον και τον ντράμερ Ντέηβιντ Γουόρντ, αφήνοντας το μπάσο και συνεχίζοντας αποκλειστικά ως τραγουδιστής του συγκροτήματος. Το 1978 μετονομάστηκαν σε Saxon και ένα χρόνο αργότερα, κυκλοφόρησαν το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ τους.

Οι Saxon, γνώρισαν μεγάλη επιτυχία κατά την περίοδο 1980 - 1984, έχοντας στο ενεργητικό τους έξι δίσκους και τέσσερα σινγκλ στο βρετανικό Top-20, αλλά και δύο χρυσούς και δύο ασημένιους δίσκους. Στο διάστημα αυτό, καθιερώθηκαν ως ένας από τους σημαντικότερους αντιπροσώπους του New Wave of British Heavy Metal, μαζί με άλλα μεγάλα ονόματα όπως οι Iron Maiden, οι Motörhead και οι Judas Priest. Ο Μπάιφορντ υπήρξε καθ' όλη τη διάρκεια της καριέρας τους ο βασικός στιχουργός του συγκροτήματος, ενώ συνέγραψε τα περισσότερα τραγούδια τους.

Κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του '80, η εμπορική απήχηση των Saxon μειώθηκε, κυρίως, λογώ της παρακμής που επήλθε στο κίνημα του βρετανικού μέταλ, αλλά και της προσπάθειας του συγκροτήματος να προσελκύσει το αμερικανικό κοινό, κάτι το οποίο δεν κατάφεραν.

Μετά το "Destiny" του 1988, αποχώρησε ο μπασίστας Πωλ Τζόνσον, για να ενταχθεί στο συγκρότημα ο Νιμπς Κάρτερ, φανατικός οπαδός του συγκροτήματος, ο οποίος βοήθησε στην ποιοτική επάνοδο του συγκροτήματος, μέσω της οποίας διατήρησαν το φανατικό κοινό τους καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του '90. Το συγκρότημα διατηρώντας το φανατικό κοινό του, γνώρισε μία αξιόλογη εμπορική άνοδο, από το δίσκο "Lionheart" του 2004 και έπειτα.

Ο Μπάιφορντ, ανέλαβε να κάνει την παραγωγή του ζωντανά ηχογραφημένου δίσκου "Rock 'n' Roll Gypsies" το 1989, του "Forever Free" το 1992, του "Dogs of War" το 1995, του ζωντανά ηχογραφημένου "The Eagle Has Landed – Part II" το 1996, του "Metalhead" το 1999, της συλλογής "Heavy Metal Thunder" το 2002, του "Call to Arms" το 2011 και του "Sacrifice" το 2013.

Τον Απρίλιο του 2007, ο Μπάιφορντ κυκλοφόρησε την αυτοβιογραφία του, με τίτλο "Never Surrender".

Δισκογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

με τους Saxon[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άλλες συμμετοχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]