Μπιλ/Μπιέν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 47°08′N 7°15′E / 47.133°N 7.250°E / 47.133; 7.250

Μπιλ/Μπιέν
CH Biel Altstadt-7.JPG
Karte Gemeinde Biel Bienne 2010.png
Biel-coat of arms.svg
Έμβλημα
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Μπιλ/Μπιέν
47°8′14″N 7°14′50″E
ΧώραΕλβετία[1]
Διοικητική υπαγωγήΔιοικητικό Διαμέρισμα της Μπιλ/Μπιέν και Καντόνι της Βέρνης
 • Μέλος του/τηςΚλιματική Συμμαχία[2]
KlimaBündnis-Städte Schweiz[3]
Έκταση21,21 km² και 21,19 km²[4]
Υψόμετρο434 μ. και 441 μ.
Τηλ. κωδ.032
ΙστότοποςΕπίσημος ιστότοπος
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Μπιλ/Μπιέν είναι πόλη της Ελβετίας, στο Καντόνι της Βέρνης. Η πόλη βρίσκεται στα σύνορα του γαλλόφωνου τμήματος της Ελβετίας και του γερμανόφωνου γι' αυτό και είναι επίσημα δίγλωσση. Το όνομα Μπιλ (Biel) είναι το γερμανικό της και το όνομα Μπιέν (Bienne) είναι το γαλλικό. Μέχρι το 2004 η επίσημη ονομασία της ήταν Μπιλ αλλά από την 1η Ιανουαρίου 2005 μετατράπηκε σε Μπιλ/Μπιέν. Η πόλη θεωρείται η μητρόπολη της ελβετικής ωρολογοποιίας[5].

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προϊστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι όχθες της λίμνης Μπιλ κατοικήθηκαν από τη Νεολιθική εποχή. Το 1874 ο γεωλόγος Έντουαρντ φον Φέλλενμπεργκ ανακάλυψε τα ίχνη ενός οικισμού από πασσαλόκτιστες κατοικίες στο λιμάνι της περιοχής Vingelz, η οποία τώρα αποτελεί τη δυτικότερη συνοικία της Μπιλ/Μπιέν, ενώ μέχρι το 1900 ήταν ανεξάρτητος δήμος. Αρχαιολογικές έρευνες που έγιναν το 1985 προσδιόρισαν μια στρωματογραφική ακολουθία περίπου 90 εκατοστών με πλούσια αρχαιολογικά στρώματα, τα οποία χρονολογήθηκαν από το 2974 π.Χ., το πρώτο, μέχρι το 2695 π.Χ., το τελευταίο. Ο νεολιθικός οικισμός παρέμενε καλυμμένος από στρώματα ιζημάτων και ο λιμενοβραχίονας που βρίσκεται δυτικά του τον προστάτευε από τους ισχυρούς δυτικούς ανέμους. Η διάβρωση ήταν ασήμαντη μέχρι σήμερα και η περιοχή είναι ένας από τους καλύτερα διατηρημένους προϊστορικούς οικισμούς της περιοχής. Σε νέες ανασκαφές του 1998 βρέθηκαν υπολείμματα κλωστοϋφαντουργίας και ένας πλήρης πέλεκυς με τη χειρολαβή του και τη λεπίδα. Ο αρχαιολογικός χώρος συμπεριλαμβάνεται στα Προϊστορικά καταλύματα των Άλπεων που αποτελούν Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ από το 2011[6]. Ανατολικά αυτού του αρχαιολογικού χώρου έχει εντοπιστεί ένας οικισμός της Ύστερης Εποχής του χαλκού.

Ρωμαϊκή εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση, η περιοχή ανήκε στην επαρχία της Άνω Γερμανίας. Θεμέλια κτιρίων και ένα νεκροταφείο του 4ου αιώνα στην περιοχή Mett συνδέονται με ένα ύστερο-ρωμαϊκό ή ένα πρώιμο μεσαιωνικό φρούριο του οποίου δεν έχουν βρεθεί ίχνη, θεμέλια όμως πολλών ρωμαϊκών κτιρίων βρέθηκαν ανατολικά της μεσαιωνικής πόλης.

Σύμφωνα με μια θεωρία, η πόλη πήρε το όνομα το όνομά της από τον κέλτικο θεό Μπελένο, πιθανώς από έναν ναό της ρωμαϊκής εποχής αυτής της θεότητας. Ωστόσο, αρχαιολογικά ευρήματα ή επιγραφές δεν επιβεβαιώνουν αυτή τη θεωρία. Το 1142 η πόλη αναφέρεται ως apud belnam, κάτι που θεωρείται ως απόδειξη για την προέλευσή της από τον Μπελένο. Εξαιτίας της παρετυμολόγησης, το όνομα συνδέθηκε με το γερμανικό όνομα για το τσεκούρι (bieli), γι' αυτό το λόγο το οικόσημο της πόλης φέρει δυο πέλεκες.

Ίδρυση της πόλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 5ο μ.Χ. αιώνα η περιοχή κατελήφθη από τους Βουργουνδούς και κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα ανήκε στο βασίλειο της Άνω Βουργουνδίας. Κατά τον 6ο και 7ο αιώνα οι γερμανόφωνοι Αλαμανοί εγκαταστάθηκαν πέριξ της λίμνης Μπιλ και μέχρι τον 8ο αιώνα την Αλεμαννική γλώσσα την μιλούσε η πλειοψηφία των κατοίκων ανατολικά της λίμνης. Το 999 ο Ροδόλφος Γ΄ της Βουργουνδίας παραχώρησε κάποιες εκτάσεις γύρω από τη λίμνη στο εκκλησιαστικό πριγκιπάτο της Βασιλείας, που είχε δημιουργηθεί την εποχή της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Μέσω του επισκόπου της Βασιλείας, οι κόμητες της Νεσατέλ και αργότερα οι κόμητες της Νεσατέλ-Νιντάου άρχισαν να εξουσιάζουν τις περιοχές στους πρόποδες του Ιούρα. Το 1140 έχτισαν το κάστρο του Νιντάου για να εξασφαλίσουν την προστασία των γαιών τους ανατολικά της λίμνης Μπιλ.

Η εκκλησία του Αγίου Βενέδικτου

Η πόλη Μπιλ χτίστηκε κατά πάσαν πιθανότητα από τον επίσκοπο της Βασιλείας, Ερρίκο Β' φον Τουν, μεταξύ του 1225 και του 1230. Το κάστρο της Μπιλ χτίστηκε λίγο πριν ή λίγο μετά την ίδρυση της πόλης, για την ενίσχυση της προστασίας της περιοχής μαζί με το κάστρο Νιντάου. Επίσημα η πόλη παρέμεινε υπό τη δικαιοδοσία του Επισκόπου της Βασιλείας από τον 11ο μέχρι τον 18ο αιώνα και η πρώιμη ιστορία της είναι γεμάτη από συγκρούσεις του δημοτικού συμβουλίου με τον αντιπρόσωπο του επισκόπου. Το 1252 το δημοτικό συμβούλιο κατάφερε εν μέρει να αναγνωριστεί η πόλη ως ελεύθερη αυτοκρατορική πόλη. Η νομική θέση της πόλης ενισχύθηκε το 1296, όταν ο επίσκοπος Πέτερ Ράιχ φον Ράιχενσταιν υπέγραψε συμφωνία με την πόλη. Αυτή η αρχική συμφωνία ενισχύθηκε το 1352 και παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το 1798. Η εκκλησία της πόλης, η εκκλησία του Αγίου Βενέδικτου, αναφέρεται για πρώτη φορά το 1228. Η σημερινή εκκλησία χτίστηκε το 1451-70 και θεωρείται, μετά τον καθεδρικό ναό της Βέρνης, ως το δεύτερο σημαντικότερο υστερο-γοτθικό κτίριο στο καντόνι της Βέρνης.

Νεότερη Εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μολονότι παρέμενε επίσημα στη δικαιοδοσία του επισκοπικού πριγκιπάτου της Βασιλείας, η Μπιλ είχε ξεκινήσει να συνάπτει από τον 13ο αιώνα συμμαχίες με τις γειτονικές πόλεις. Το 1279 συμμάχησε με τη Βέρνη, το 1311 με την Φριμπούρ, το 1334 με την Σόλοτουρν, το 1342 με την Μούρτεν και το 1395 με την Λα Νεββίλ. Η συμμαχία με τη Βέρνη έγινε εσαεί συμμαχία το 1352, καθώς η ίδια η Βέρνη προσχώρησε στην Παλαιά Ελβετική Συνομοσπονδία. Οι αλληλοσυγκρουόμενες υποχρεώσεις της πόλης προς τον επίσκοπο της Βασιλείας, Jean de Vienne, και προς την πόλη της Βέρνης οδήγησαν σε πόλεμο το 1367. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η Μπιλ κάηκε και το κάστρο του επισκόπου καταστράφηκε. Μετά την εξαφάνιση των κομήτων της Νεσατέλ-Νιντάου ​​το 1375, η εξουσία του επισκόπου γύρω από τη λίμνη άρχισε να εξασθενεί. Το 1388 η Βέρνη απέκτησε τον έλεγχο του κάστρου ​​και της πόλης Νιντάου, ωστόσο ο επίσκοπος διατήρησε κάποια επιρροή στη Μπιλ. Οι δύο αντίπαλες δυνάμεις αγωνίστηκαν για την εξουσία επί της Μπιλ για πάνω από 400 χρόνια και εμπόδισαν την πόλη να γίνει εντελώς ανεξάρτητη από τους ισχυρούς γείτονές της. Παρόλο που η Μπιλ παρέμεινε ονομαστικά υπό τον έλεγχο των Καθολικών Επισκόπων της Βασιλείας, το 1528 προσχώρησε στη νέα προτεσταντική πίστη.

Η Γαλλική Επανάσταση άλλαξε την πολιτική κατάσταση στη Μπιλ/Μπιέν. Το 1793, ο Γαλλικός Επαναστατικός Στρατός κατέλαβε την Επισκοπή της Βασιλείας και έφερε τους Γάλλους στα εδάφη γύρω από την πόλη. Στις 6 Φεβρουαρίου 1798, τα γαλλικά στρατεύματα διέσχισαν την ανοιχτή πύλη της πόλης ενώ ο πληθυσμός γιόρταζε την άφιξή τους. Η Μπιλ/Μπιέν και οι γειτονικές της κοινότητες ενσωματώθηκαν ως "Canton de Bienne" στο διαμέρισμα Mont-Terrible της Πρώτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Δύο χρόνια αργότερα, το 1800, ενσωματώθηκε στο διαμέρισμα Haut-Rhin.

Μετά την κατάρρευση της ναπολεόντειας αυτοκρατορίας, η Μπιλ/Μπιέν προσπάθησε να πιέσει στο Συνέδριο της Βιέννης το 1814 για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου καντονιού. Ωστόσο η προσπάθειά της δεν στέφθηκε από επιτυχία και το Συνέδριο χορήγησε το μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας της Επισκοπής στο καντόνι της Βέρνης. Η Μπιλ/Μπιέν κατάφερε να αντισταθεί στην ενοποίηση, μέχρις ότου η Βέρνη συμφώνησε να διατηρήσει ορισμένα ιστορικά προνόμια και δικαιώματα της.

Σύγχρονη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 20ου αιώνα τα σοσιαλιστικά ιδεώδη άρχισαν να επηρεάζουν το εργατικό κίνημα στη Μπιλ/Μπιέν και απεργίες και σαμποτάζ χρησιμοποιήθηκαν για την πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων. Η πρώτη απεργία μεγάλης κλίμακας ήταν η απεργία των οικοδόμων το 1902. Τα επόμενα χρόνια σημειώθηκαν έντονες συγκρούσεις για τα εργασιακά δικαιώματα. Η μεγαλύτερη απεργία ήταν η απεργία των εργατών ξυλουργίας το 1907, η οποία διήρκεσε σχεδόν ένα χρόνο. Επίσης, το 1907, ο Γκότφριντ Ρέιμαν από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα εξελέγη δήμαρχος. Η εκλογή του σηματοδότησε την πρώτη φορά που ένας σοσιαλδημοκράτης εξελέγη σε ένα τόσο ισχυρό αξίωμα στην Ελβετία.

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος σηματοδότησε μια οπισθοχώρηση για το εργατικό κίνημα, παρόλο που η Ελβετία δεν συμμετείχε άμεσα στον πόλεμο. Οι μισθοί μειώθηκαν σημαντικά όταν ξεκίνησε ο πόλεμος ενώ η άνοδος του πληθωρισμού έκανε τα πάντα ακριβότερα. Τον Ιούλιο του 1918, μια διαδήλωση πεινασμένων εργαζομένων κατέληξε σε βίαιες ταραχές στους δρόμους της πόλης και χρειάστηκε η επέμβαση στρατιωτικών δυνάμεων για την καταστολή τους.

Το Volkshaus (Σπίτι του Λαού)

Το 1921, οι σοσιαλδημοκράτες κέρδισαν με μικρή πλειοψηφία στις δημοτικές εκλογές. Υπό την ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Δημάρχου Γκουίντο Μύλλερ, η «Κόκκινη Μπιλ» ξεκίνησε μια σειρά σοσιαλιστικών κοινοτικών πειραμάτων. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 ολόκληρη η γειτονιά γύρω από το σιδηροδρομικό σταθμό ανακατασκευάστηκε σύμφωνα με τις κοινωνικές θεωρίες της εποχής. Το Volkshaus (Σπίτι του Λαού), που χτίστηκε μεταξύ 1928-32, είναι ένα παράδειγμα του νέου στυλ κτιρίων και ένα σύμβολο της σοσιαλδημοκρατικής εποχής της πόλης. Στα χρόνια που προηγήθηκαν του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, οι σοσιαλδημοκράτες άρχισαν να χάνουν την δύναμή τους στην πόλη. Κατά το τελευταίο έτος του πολέμου, το Ελβετικό Εργατικό Κόμμα απέκτησε εννέα θέσεις στο δημοτικό συμβούλιο κι έτσι έπαψαν να έχουν οι σοσιαλδημοκράτες την πλειοψηφία. Με την παραίτηση του Δημάρχου Μύλλερ το 1947, θα πέρναγαν σχεδόν τριάντα χρόνια (1976) πριν οι Σοσιαλδημοκράτες εκλέξουν και πάλι δήμαρχο στη Μπιλ.

Όταν το 1978 δημιουργήθηκε το καντόνι του Ιούρα η Μπιλ είχε την ευκαιρία, προσχωρώντας σε αυτό, να γίνει η πρωτεύουσά του, αλλά προτίμησε να παραμείνει στο καντόνι της Βέρνης. Η πόλη ονομαζόταν επίσημα Μπιλ έως το 2004, παρόλο που η δίγλωσση ονομασία Μπιλ/Μπιέν ήταν σε κοινή χρήση. Από το 2005, το Μπιλ/Μπιέν έγινε το επίσημο όνομά της.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη στις όχθες της λίμνης Μπιλ

Η πόλη βρίσκεται στους νότιους πρόποδες του όρους Ιούρα στο ανατολικό άκρο της λίμνης Μπιλ. Στα περίχωρα της πόλης περνά ο ποταμός Άαρ ενώ την πόλη διασχίζει ο μικρότερος ποταμός Συζ που εκβάλει στη λίμνη. Εκτός από την κυρίως πόλη, στον δήμο συμπεριλαμβάνονται οι οικισμοί Vingelz (από το 1900), Bözingen (από το 1917), Madretsch και Mett (και οι δύο από το 1920).

Η Μπιλ/Μπιέν έχει έκταση 21.21 km2. Από αυτή την έκταση χρησιμοποιούνται 1,7 km2 ήτοι το 8,0% για γεωργικούς σκοπούς, ενώ τα 9,63 km2 ήτοι το 45,4% είναι δάσος. Από τα υπόλοιπα, τα 9,65 χλμ. ήτοι το 45,5% είναι αστική περιοχή, τα 0,13 χλμ. ήτοι το 0,6% είναι ποτάμια ή λίμνες και τα 0,14 χλμ. ήτοι το 0,7% είναι χέρσα γη.

Από την κατοικημένη περιοχή, τα βιομηχανικά κτίρια αποτελούν το 5,1% της συνολικής έκτασης, ενώ η οικιστική ζώνη αποτελεί το 21,9% και οι υποδομές μεταφορών αποτελούν το 12,6%. Οι υποδομές ρεύματος και ύδατος καθώς και άλλες ειδικές περιοχές αποτελούν το 1,7%, ενώ τα πάρκα, οι πράσινες ζώνες και τα αθλητικά κέντρα αποτελούν το 4,1%. Από τα χωράφια, το 4,7% χρησιμοποιείται για καλλιέργειες και το 2,0% είναι βοσκότοποι.

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κλιματικά δεδομένα Μπιλ/Μπιέν
Μήνας Ιαν Φεβ Μαρ Απρ Μαι Ιουν Ιουλ Αυγ Σεπ Οκτ Νοε Δεκ Έτος
Μέγιστη Μηνιαία° C (°F) 3.7 5.6 10.7 14.9 19.6 22.9 25.6 25.0 20.5 14.7 8.0 4.7 14,7
Μέση Μηνιαία °C (°F) 0.7 1.6 5.5 9.5 14.0 17.4 19.7 18.9 14.8 10.3 4.8 1.8 9,9
Ελάχιστη Μηνιαία °C (°F) −1.5 −1.4 1.6 4.7 9.1 12.4 14.4 14.0 10.6 7.1 2.2 −0.4 6,1
Βροχόπτωση mm (ίντσες) 101 88 89 79 100 100 102 113 97 104 98 117 1,188
Χιονόπτωση cm (ίντσες) 14,8 13,2 5,6 0,8 0
(0)
0
(0)
0
(0)
0
(0)
0
(0)
0
(0)
3,7 13,6 51.7
υγρασίας 85 80 73 69 70 69 67 71 76 83 84 85 76
Μέσες ημέρες βροχόπτωσης (≥ 1.0 mm) 10.7 10.0 10.7 10.2 12.2 10.8 10.6 10.6 8.8 10.8 10.5 11.5 127,4
Μέσες ημέρες χιονόπτωσης (≥ 1.0 cm) 4.1 3.4 1.8 0.3 0 0 0 0 0 0 1 2.9 13,5
Πηγή: MeteoSwiss[7]

Δημογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 20ου αιώνα, ο πληθυσμός της πόλης ανερχόταν στους 30.000 κατοίκους. Διπλασιάστηκε τα επόμενα 60 χρόνια, φτάνοντας στα μέσα της δεκαετίας του 1960 τους 65.000. Από τη δεκαετία του 1970 έως τη δεκαετία του 1990, έπεσε στους 49.000 και μετά το 2000 και πάλι αυξήθηκε ελαφρά ξεπερνώντας τους 50.000. Άλλοι 89.000 κάτοικοι ζουν στην ευρύτερη αστική περιοχή.

Η σύνθεση του πληθυσμού από τα μισά του 19ου αιώνα μέχρι το τέλος του 20ου δίνεται στον παρακάτω πίνακα:

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δίγλωσση πινακίδα στη Μπιλ/Μπιέν

Το 2000, την πλειοψηφία του πληθυσμού αποτελούσαν οι γερμανόφωνοι (26.957 ήτοι το 55.4%). Οι γαλλόφωνοι ήταν 13.695 ήτοι 28.1% και οι ιταλόφωνοι ήταν 2.925 ήτοι το 6.0% του συνολικού πληθυσμού. Η πόλη είναι επίσημα δίγλωσση και μάλιστα είναι η μεγαλύτερη δίγλωσση πόλη στην Ελβετία. Επιπλέον, άλλες περίπου 150 εθνικότητες έχουν παρουσία στη Μπιλ/Μπιέν. Τα τελευταία χρόνια η πόλη χρησιμοποίησε τον διγλωσσισμό ως οικονομικό πλεονέκτημα, δημιουργώντας πολλά τηλεφωνικά κέντρα ή κέντρα κλήσεων (call center) μέσα ή γύρω από την πόλη, καθιστώντας την Ελβετική Πόλη της Επικοινωνίας.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ευρύτερη περιοχή της Μπιλ/Μπιέν υπάρχουν εργοστάσια που ειδικεύονται στην μικρομηχανική, τη σύλληψη και την κατασκευή εξειδικευμένων, παραγωγικών μηχανημάτων και εργαλείων. Τα προϊόντα της εξάγονται παγκοσμίως, μαζί με τα ελβετικά ρολόγια που κατασκευάζονται από γνωστά και φημισμένα εμπορικά σήματα ρολογιών που έχουν την έδρα τους εδώ, καθιστώντας την Μπιλ/Μπιέν τη μητρόπολη της ελβετικής ωρολογοποιίας.

  • Η εταιρία Rolex, από την ίδρυσή της[8], διαθέτει κέντρο παραγωγής εξαρτημάτων στην πόλη, το οποίο απασχολεί περισσότερα από 2000 άτομα.
  • Ο Όμιλος Swatch έχει στην Μπιλ/Μπιέν την έδρα του. Ιστορικές μάρκες ελβετικών ωρολογίων, όπως η Ωμέγα[9] και η Tissot, ανήκουν πλέον σ' αυτόν τον όμιλο και διατηρούν στην ευρύτερη περιοχή της πόλης τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις τους
  • Από την ίδρυσή της, έδρα της μάρκας ρολογιών Glycine[10]
  • Έδρα της Ελβετικής Ομοσπονδίας βιομηχανιών ωρολογοποιίας

Tο 2011, η Μπιλ/Μπιέν είχε ποσοστό ανεργίας 3,95%. Σύμφωνα με στοιχεία του 2008, απασχολούνταν συνολικά 33.799 άτομα στο δήμο. 10 επιχειρήσεις λειτουργούσαν στον πρωτογενή τομέα, οι οποίες απασχολούσαν 56 άτομα. 451 επιχειρήσεις λειτουργούσαν στην δευτερογενή παραγωγή απασχολώντας 9.421 άτομα και 2.267 επιχειρήσεις του τριτογενή τομέα απασχολούσαν 24.322 άτομα.

Πολιτισμός και αθλητισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H Burgplatz στην παλιά πόλη

Στη Μπιλ/Μπιέν, σχετικά με τον πολιτισμό, ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα εξής:

  • Η αρχαία ρωμαϊκή πηγή
  • Τα κτίρια της παλιάς πόλης, τα 72 συντριβάνια της και ο νεο-γοτθικός ναός του 15ου αιώνα[11]
  • Το περίπτερο Felseck με πανοραμική θέα της πόλης και της λίμνης Μπιλ, στις νότιες πλαγιές του Ιούρα χτίστηκε το 1825 από ξύλο. Το περίπτερο έπεσε θύμα εμπρησμού το 1893. Πέντε χρόνια αργότερα, το νέο πέτρινο περίπτερο χτίστηκε με τη μορφή παλαιού ρωμαϊκού στρογγυλού ναΐσκου.
  • Το παραλίμνιο προάστιο (Faubourg du lac) και η αρχιτεκτονική του
  • Το μουσείο NMB (Nouveau Musée Bienne)[12] ιστορίας, τέχνης και αρχαιολογίας, που ιδρύθηκε το 2012 με τη συγχώνευση 2 μουσείων του Musée Schwab και του Musée Neuhaus
  • Το μουσείο Ωμέγα, που παρουσιάζει την ιστορία της ωρολογοποιίας, με 4000 κομμάτια στις συλλογές του[13]. Διευθυντής του μουσείου από το 2013 είναι ο Πέτρος Πρωτόπαππας[14]
  • Το πολιτιστικό κέντρο Centre Pasquart, που άνοιξε τις πύλες για το κοινό την 1η Ιανουαρίου 2000[15]

Η πόλη της Μπιλ/Μπιέν είναι παγκοσμίως γνωστή για το Διεθνές Φεστιβάλ σκάκι[16], που διεξάγεται περί τα τέλη Ιουλίου, από το 1968. Το φεστιβάλ αποτελείται από ένα «κλειστό» τουρνουά πουλ διπλών συναντήσεων και ένα «ανοιχτό» με ελβετικό σύστημα. Στο σκακιστικό χώρο έχει επικρατήσει με το γερμανικό όνομα της πόλης, δηλαδή Μπιλ[17].

Η ποδοσφαιρική ομάδα της πόλης, η FC Biel-Bienne[18], ιδρύθηκε το 1896. Τα παιχνίδια της διεξάγονται στο Tissot Arena, ένα αθλητικό κέντρο που περιλαμβάνει ποδοσφαιρικό γήπεδο 5.200 θέσεων, ένα γήπεδο χόκεϊ πάγου για 6,521 θεατές, μια πίστα πατινάζ και πίστα κέρλινγκ.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. archINFORM. 1500. Ανακτήθηκε στις 6  Αυγούστου 2018.
  2. www.klimabuendnis.org/nc/kommunen/das-netzwerk.html.
  3. klimabuendnis.ch.
  4. 4,0 4,1 «Arealstatistik Standard - Gemeinden nach 4 Hauptbereichen». Federal Statistical Office. Ανακτήθηκε στις 13  Ιανουαρίου 2019.
  5. «Biel/Bienne». Ελβετικός Οργανισμός τουρισμού. Ανακτήθηκε στις 6 Αυγούστου 2018. 
  6. «Biel-Vingelz - Hafen». UNESCO. Ανακτήθηκε στις 27 Ιουλίου 2018. 
  7. «Climate Norm Value Tables». Climate diagrams and normals from Swiss measuring stations. Federal Office of Meteorology and Climatology (MeteoSwiss). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Μαΐου 2013. Ανακτήθηκε στις 30 Ιανουαρίου 2013.  Ο μετεωρολογικός σταθμός βρίσκεται στα 433 μέτρα από το επίπεδο της θάλασσας.
  8. Timm Delfs (19 Σεπτεμβρίου 2008). «Rolex has big plans in Biel». Fondation de la Haute Horlogerie. Ανακτήθηκε στις 4 Αυγούστου 2018. 
  9. Christophe Roulet (6 Νοεμβρίου 2017). «Omega looks ahead». Fondation de la Haute Horlogerie. Ανακτήθηκε στις 4 Αυγούστου 2018. 
  10. «HISTORY». Επίσημος ιστότοπος GLYCINE WATCH SA. Ανακτήθηκε στις 4 Αυγούστου 2018. 
  11. «Cityguide Biel/Bienne». Ελβετικός Οργανισμός τουρισμού. Ανακτήθηκε στις 6 Αυγούστου 2018. 
  12. «À propos de l'histoire du Musée». Επίσημος ιστότοπος του μουσείου. Ανακτήθηκε στις 5 Αυγούστου 2018. 
  13. «THE OMEGA MUSEUM». Επίσημος ιστότοπος του Μουσείου Ωμέγα. Ανακτήθηκε στις 5 Αυγούστου 2018. 
  14. «Αποκαλύφθηκε ο αγοραστής του OMEGA του Έλβις Πρίσλεϊ». Η Καθημερινή. 26 Μαΐου 2018. Ανακτήθηκε στις 5 Αυγούστου 2018. 
  15. «Centre Pasquart». Επίσημος ιστότοπος του Centre Pasquart. Ανακτήθηκε στις 5 Αυγούστου 2018. 
  16. «Biel International Chess Festival». επίσημος ιστότοπος Biel International Chess Festival. Ανακτήθηκε στις 5 Αυγούστου 2018. 
  17. «Ο Νίκο Γεωργιάδης στο κλειστό του Μπιλ – σε ταμπλό κορυφαίων». Skakistiko. 17 Μαΐου 2018. Ανακτήθηκε στις 5 Αυγούστου 2018. 
  18. «FC Biel-Bienne». Επίσημος ιστότοπος της ομάδας. Ανακτήθηκε στις 5 Αυγούστου 2018. 
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Biel/Bienne (έκδοση 848170058) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).