Μπατώ-Λαβουάρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 48°53′10.0″N 2°20′15.4″E / 48.886111°N 2.337611°E / 48.886111; 2.337611


Μπατώ-Λαβουάρ
Bateau-Lavoir face avant.jpg
Είδοςartist's house και πολυώροφο αστικό κτίριο
Γεωγραφικές συντεταγμένες48°53′10″N 2°20′15″E
Διοικητική υπαγωγή18ο δημοτικό διαμέρισμα Παρισιού[1]
ΧώραΓαλλία[1]
Προστασίαπρόσθετος κατάλογος ιστορικών μνημείο της Γαλλίας (από 1965)[1]
Commons page Πολυμέσα

Το Μπατώ-Λαβουάρ (Γαλλικά: Bateau-Lavoir) (Ελληνικά: Καράβι-Πλυντήριο) είναι το όνομα ενός κτηρίου στην περιοχή της Μονμάρτρης, στο 18ο διαμέρισμα του Παρισιού.[2] Είναι διάσημο στην ιστορία της τέχνης ως κατοικία και τόπος συνάντησης, στις αρχές του 20ού αιώνα, μιας κοινότητας καλλιτεχνών, ζωγράφων, διανοούμενων, ανθρώπων του θεάτρου και εμπόρων τέχνης. Βρίσκεται στην οδό Ραβινιάν αρ.13 στην πλατεία Εμίλ Γκουντώ, πολύ κοντά στην πλατεία Τερτρ.

Μια πυρκαγιά κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος του κτηρίου το 1970 και μόνο η πρόσοψη παρέμεινε, αλλά ξαναχτίστηκε πλήρως το 1978.[3]Το νέο κτήριο στεγάζει 25 εργαστήρια, τα οποία διατίθενται σε νέους καλλιτέχνες.

Το τμήμα που δεν έχει καεί αναφέρεται ως ιστορικό μνημείο με διάταγμα της 31ης Μαΐου 1965.[4]

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μπατώ-Λαβουάρ το 1910
Βιτρίνα δίπλα από το Μπατώ-Λαβουάρ αφιερωμένη στην ιστορία του, 2005

Στο παρελθόν, το κτήριο στέγαζε μια αίθουσα χορού και μια βιοτεχνία κατασκευής πιάνων. Το 1889, ο ιδιοκτήτης το χώρισε σε 20 μικρά εργαστήρια καλλιτεχνών εκατέρωθεν ενός στενού διαδρόμου. Τα μικρά δωμάτια ήταν χωρίς θέρμανση και με ένα μόνο σημείο παροχής νερού. Το κτήριο ήταν κατασκευασμένο από τούβλα και ξύλο στο πλάι ενός παλιού λατομείου, η μπροστινή του πρόσοψη ήταν ισόγεια αλλά αντιστοιχούσε στον δεύτερο όροφο της πίσω πρόσοψης, λόγω του ανισοϋψούς εδάφους.[5]Μπροστά του βρίσκεται η μικρή πλακόστρωτη πλατεία Εμίλ Γκουντώ.

Το παμπάλαιο ξύλινο κτήριο ήταν σκοτεινό και βρώμικο, σχεδόν φαινόταν ερειπωμένο και όχι κατοικία. Στις θυελλώδεις μέρες, έτριζε και έτρεμε, θυμίζοντας τα πλοία-πλυντήρια στις όχθες του ποταμού Σηκουάνα, εξ ου και το όνομα που επινοήθηκε, με σαρκαστική διάθεση, από τον Γάλλο ποιητή και ζωγράφο Μαξ Ζακόμπ.

Ο πρώτος καλλιτέχνης που εγκαταστάθηκε εκεί το 1892 ήταν ο ζωγράφος Μαξίμ Μωφρά, μόλις επέστρεψε από μια διαμονή του στη Βρετάνη. Ο χώρος έγινε σύντομα τόπος συνάντησης, με ιδιαίτερη την παρουσία του Πωλ Γκωγκέν. Μεταξύ 1900 και 1904, στο οίκημα εγκαταστάθηκαν ομάδες καλλιτεχνών, οι Ιταλοί, πιο διάσημος από τους οποίους ήταν ο Αρντένγκο Σόφιτσι, και οι Ισπανοί που συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Πάκο Ντούριο. Μετά το 1904 μετακόμισαν περισσότεροι καλλιτέχνες και συγγραφείς.

Ο Πάμπλο Πικάσο έφτασε στο Μπατώ-Λαβουάρ το 1904 (παρέμεινε εκεί μέχρι το 1909 και συνέχισε να διατηρεί ένα εργαστήριο εκεί μέχρι το 1912). Εκεί άρχισε να ζωγραφίζει τη ροζ περίοδο. Το 1907, ο πίνακάς του Οι δεσποινίδες της Αβινιόν παρουσιάστηκε εκεί, σηματοδοτώντας την αρχή του κυβισμού. [6]Εκείνη την εποχή, κάτοικοι του σπιτιού ήταν οι Κέες βαν Ντόνγκεν, Χουάν Γκρι, Κονσταντίν Μπρανκούζι, Αμεντέο Μοντιλιάνι, Πιερ Μακ Ορλάν, Μαξ Ζακόμπ. Το 1908, ο Ανρί Ρουσώ καλωσορίστηκε στο σπίτι με ένα αξέχαστο συμπόσιο.

Το Μπατώ-Λαβουάρ έγινε ο πιο διάσημος τόπος καλλιτεχνικής δημιουργίας στη Μονμάρτρη και σύμβολο της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας. Το σπίτι ονομάστηκε επίσης «Βίλα των Μεδίκων της Μοντέρνας Ζωγραφικής», κατ 'αναλογία με τη βίλα των Μεδίκων στη Ρώμη.

Το σπίτι έγινε μια ανεπίσημη λέσχη όπου κατοικούσαν ή σύχναζαν καλλιτέχνες μεταξύ των οποίων οι Ανρί Ματίς, Ζωρζ Μπρακ, Αντρέ Ντεραίν, Ραούλ Ντυφί, Μαρί Λωρενσάν, Αμεντέο Μοντιλιάνι, Μωρίς Ουτριγιό, Ζακ Λιπσίτζ, Μαρία Μπλανσάρ, Ζαν Μετσενζέ και Λουί Μαρκουσίς, συγγραφείς: Γκιγιώμ Απολλιναίρ, Αλφρέ Ζαρρύ, Ζαν Κοκτώ, Ρεϊμόν Ραντιγκέ, Γερτρούδη Στάιν, ηθοποιοί και έμποροι τέχνης.[7]

Παρακμή και αναβίωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι καλλιτέχνες που ζούσαν στο Μπατώ-Λαβουάρ και στη γειτονιά άρχισαν να μετακινούνται, κυρίως στο Μονπαρνάς και το Λα Ρυς, το αντίστοιχο κτήριο στην αριστερή όχθη.

Το 1970, το οίκημα καταστράφηκε από πυρκαγιά, παραμένει μόνο η πρόσοψη. Ανακατασκευάστηκε το 1978 από τον αρχιτέκτονα Κλωντ Σαρπαντιέ, στα ίδια σχέδια αλλά αυτή τη φορά με μπετόν, περιλαμβάνει και πάλι 25 εργαστήρια, τα οποία διατίθενται σε νέους καλλιτέχνες. Σήμερα οι καλλιτέχνες δεν μένουν εκεί, απλά δουλεύουν και δημιουργούν κατά τη διάρκεια της ημέρας.[8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]