Μπαλινέζικη γλώσσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Απόσπασμα της Βίβλου στην μπαλινέζικη γλώσσα
Χαιρετισμός στα μπαλινέζικα στην είσοδο σχολικής αίθουσας

Η μπαλινέζικη γλώσσα (μπαλινέζικα: Basa Bali) είναι γλώσσα Μαλαιο-πολυνησιακή (Αυστρονησιακή) που ομιλείται κυρίως στο νησί Μπαλί της Ινδονησίας από 3,3 εκατομμύρια ομιλητές. Εκτός του Μπαλί η γλώσσα χρησιμοποιείται επίσης στο νησί Nusa Penida, στο δυτικό Λομπόκ καθώς και στην ανατολική Ιάβα.[1]

Η μεγάλη πλειοψηφία των Μπαλινέζων μιλάνε και την κρατική επίσημη ινδονησιακή γλώσσα. Η μπαλινέζικη και η ινδονησιακή δεν είναι αμοιβαία κατανοητές γλώσσες. Ωστόσο οι ομιλητές της ιαβανέζικης μπορούν να καταλάβουν την μπαλινέζικη γλώσσα μετά από κάποια εξοικείωση.

Εξάπλωση και διατήρηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2011 η Ακαδημία Πολιτισμού του Μπαλί εκτίμησε ότι ο αριθμός των ανθρώπων που χρησιμοποιούν την μπαλινέζικη γλώσσα δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο, καθώς στις αστικές περιοχές οι γονείς διδάσκουν στα παιδιά τους μόνο την ινδονησιακή ή και την αγγλική, ενώ η παρουσία της μπαλινέζικης στη διοίκηση και τα ΜΜΕ είναι πενιχρή. Οι περισσότεροι Μπαλινέζοι δεν είναι εξοικειωμένοι με τη γραπτή μορφή της γλώσσας, η οποία χρησιμοποιείται μόνο στην προφορική επικοινωνία , συχνά αναμεμιγμένη μάλιστα με την ινδονησιακή. Ωστόσο η μπαλινέζικη γλώσσα συνεχίζει να χρησιμοποιείται ευρέως στις κοινότητες των Μπαλινέζων της διασποράς και ίσως αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο για τη διάσωση της γλώσσας.[2]

Γραμματική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σειρά των λέξεων είναι παρόμοια με αυτή της ινδονησιακής, με το υποκείμενο να προηγείται συνήθως του ρήματος και το αντικείμενο να έπεται (SVO). Η ρηματική και ονοματική κλίση είναι περιορισμένη ενώ η μορφολογία είναι πλούσια. Επιθέματα χρησιμοποιούνται για να υποδηλώσουν τα άρθρα και την κτήση. Τα ρήματα δεν αλλάζουν ανάλογα με τον χρόνο. Η γλώσσα δεν έχει γένη και πληθυντικό αριθμό.

Επίπεδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μπαλινέζικη έχει διάφορα επίπεδα ανάλογα με τη σχέση ιεραρχίας μεταξύ των συνομιλητών: η χαμηλή γλώσσα (basa ketah), η μέση γλώσσα (basa madia) και η υψηλή γλώσσα (basa alus). Τα επίπεδα αυτά συνιστούν διαφορετικές εκδοχές της γλώσσας και διαφέρουν κυρίως ως προς το λεξιλόγιο. Τα ανώτερα επίπεδα της γλώσσας έχουν δανειστεί μεγάλο μέρος του λεξιλογίου τους από την ιαβανέζικη γλώσσα και μια αρχαϊκή μορφή της ιαβανέζικης που ονομάζεται Κάουι (Kawi) χρησιμοποιείται στο Μπαλί ως τελετουργική γλώσσα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Bali». Ethnologue. 
  2. «Balinese language 'will never die'». The Jakarta Post.