Μουχαμμέντ-Γκαμπντουλχάι Κουρμπανγκαλίγιεφ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μουχαμμέντ-Γκαμπντουλχάι Κουρμπανγκαλίγιεφ
Мухаммед-Габдулхай Курбангалиев.png
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1889
d:Q19467823
Θάνατος22  Αυγούστου 1978
Τσελιάμπινσκ
Χώρα πολιτογράφησηςΡωσική Αυτοκρατορία
Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών
ΘρησκείαΙσλάμ
Εκπαίδευση και γλώσσες
Σπουδέςd:Q4287673
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
Οικογένεια
ΓονείςKurbangaliev Gabidulla
Αρχές της δεκαετίας του 1930. Ηγέτες των ιαπωνικών εθνικιστών και μετανάστες από κοινότητες όπου ομιλούνται οι Τουρκικές γλώσσες. Ο Κουρμπανγκαλίγιεφ είναι δεύτερος από τ αριστερά στην πίσω σειρά

Ο Μουχαμμέντ-Γκαμπντουλχάι Κουρμπανγκαλίγιεφ (μπασκιρικά: Мөхәмәтғәбделхәй Ҡорбанғәлиев, ρωσικά: Мухамме́д-Габдулха́й Курбангали́ев, ιαπωνικά: ムハンマド・ガブドゥルハイ・クルバンガリー, 1889-1972) ήταν μπασκιρικός θρησκευτικός ηγέτης, δημόσια και πολιτική φυσιογνωμία του 20ου αιώνα.

Γεννήθηκε το 1889 στο χωριό Μεντιάκ στην επαρχία Τσελιάμπινσκ, στο Κυβερνείο Ορενμπούργκ (σήμερα ανήκει στην επαρχία Αργκαγιάσκι της περιφέρειας Τσελιάμπινσκ στη Ρωσία) από την οικογένεια ενός θρησκευτικού ηγέτη μιας τοπικής Ισλαμικής κοινότητας. Ο πατέρας του Γκαμπιντούλλα Κουρμπανγκαλίγιεφ ήταν ο τοπικός Ιμάμης χατίμπ και θρησκευτικός δάσκαλος που είχε πολλούς οπαδούς (Μουρίδες).

Έλαβε εκπαίδευση στον μεντρεσέ που ίδρυσε ο πατέρας του και μετά στον μεντρεσέ Ρασούλια στο Τρόιτσκ. Δίδαξε στο μεντρεσέ στο μητρικό χωριό του. Μετά ξεκίνησε μια πολλά υποσχόμενη κληρική σταδιοδρομία. Το 1916, προετοιμαζόταν να γίνει ο επικεφαλής μουφτής της Ρωσίας ως διάδοχος του Μουχαμάτ-Σαφά Μπαγιαζίτοφ (βλ. Μουσουλμανική Πνευματική Συνέλευση του Ορενμπούργκ). Αυτά τα σχέδια ματαιώθηκαν από την Ρωσική Επανάσταση και τον μετέπειτα Εμφύλιο Πόλεμο. Το 1916, ο Μουχάμεντ Κουρμπανγκαλίγιεφ ανέλαβε τη θέση του επικεφαλής της Μουσουλμανικής Επαρχίας της Αγίας Πετρούπολης.

Εμφύλιος πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1917, έγινε ενεργός ως δημόσιο πρόσωπο των Μπασκίρ, υπερασπίζοντας τα κοινονικά συμφέροντα των Μπασκίρ της χώρας που υποβάλλονταν σε δραματικές πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές. Προώθησε την ίδρυση του Εθνικού Θύλακα Αργκαγιάς, μια μπασκιρική εθνοτική διοικητική περιοχή στο βόρειο μέρος της Περιφέρειας Τσελιάμπινσκ. Συμμετείχε στο 1ο και 2ο Πανμπασκιρικό Συνέδριο (Κουρουλτάι) τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1917. Υποστήριξε μια αυτόνομη πνευματική διοίκηση για την μουσουλμανική κοινότητα του Μπασκορτοστάν, ενώ ήταν ενάντια της εθνικοποίησης της γης σε οποιαδήποτε μορφή. Μαζί με τον πατέρα του, ενήργησε ως ο βασικός αντίπαλος του Ζεκί Βελιντί Τογκάν στο Μπασκιρικό εθνικό και απελευθερωτικό κίνημα. Διαφώνησε με τον Βελιντί, όταν ο τελευταίος υποστήριξε την Σοβιετική πλευρά για να διατηρηθεί, η αυτονομία των Μπασκίρ, και στο όνομα όλων των Μπασκίρ ανακοίνωσε υποστήριξη στην διοίκηση του Αλεξάντερ Κολτσάκ.

Συμμετείχε στο Λευκό Κίνημα όπου έγινε ένας από τους ηγέτες των μπασκιρικών στρατιωτικών μονάδων εντός του στρατού του Κολτσάκ.

Το καλοκαίρι του 1919, επιχείρησε να οργανώσει ένα νέο πανμπασκιρικό Συνέδριο στην πόλη του Τσελιάμπινσκ και στη συνέχεια, υποχώρησε προς ανατολάς μαζί με τον στρατό του Κολτσάκ. Σύναψε συμμαχίες με τους στρατιωτικούς ηγέτες του Λευκού Κινήματος: Βλαντιμίρ Κάππελ, Ρόμαν φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ, και Γκριγκόρι Σεμιόνοφ για να προστατεύσει τα συμφέροντα των Μπασκίρ.

Μετανάστευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Οκτώβριο του 1920, ο στρατός του Κολτσάκ μαζί με τα συνδεδεμένα Μπασκιρικά στρατεύματα υπέστησαν μια μεγάλη ήττα, παραδίδοντας την πόλη Τσιτά στον Κόκκινο Στρατό. Ο Μουχάμεντ Κουρμπανγκαλίγιεφ μετανάστευσε στην Μαντζουρία, όπου προσπάθησε να φέρει σε επαφή τους μπασκίρ και τους τουρκόφωνους μετανάστες στη περιοχή, να μεριμνήσει για τις παραδοσιακές Ισλαμικές θρησκευτικές πρακτικές μεταξύ τους, να υποστηρίξει την διδασκαλία της μητρικής γλώσσας, και ενεργούσε ως Ιμάμης και μουνταρίς (δάσκαλος).

Το 1924, μετακόμισε στην Ιαπωνία, όπου ίδρυσε μια Μουσουλμανική κοινότητα (έναν μαχαλά με το όνομα Ισλαμίγια) στο Τόκιο και έγινε ο θρησκευτικός της ηγέτης. Το 1927, άνοιξε ένα σχολείο για τους μουσουλμάνους της Ιαπωνίας. Το 1928, συγκάλεσε το Πανιαπωνικό Κογκρέσο Μουσουλμάνων. Επίσης ασχολήθηκε με την έκδοση βιβλίων στα αραβικά. Ταξίδεψε εκτενώς σε όλη την Ιαπωνία για να κηρύξει το Ισλάμ και δημοσίευσε αρκετά βιβλία σχετικά με τους Τουρκικούς πληθυσμούς και τις ιστορίες τους.

Το 1932-1936, ίδρυσε μια Μουσουλμανική κοινότητα στον Μαντσούκουο, έναν μεντρεσέ στο Μούκντεν, και ξεκίνησε την έκδοση του "Япон Мөхбире" (Yapon Möxbire, το οποίο σημαίνει "Κήρυκας της Ιαπωνίας" στις Τουρκικές γλώσσες). Επίσης δημοσίευσε για πρώτη φορά το Κοράνι στην Άπω Ανατολή.

Ανέπτυξε σχέσεις με Κοράτες και Μαντζουαριανές επιχειρηματίες και είχε στενές προσωπικές σχέσεις με στρατιωτικούς ηγέτες της Ιαπωνίας, όπως τους εξής: Ογκασαουάρα Ναγκανάρι, Νάνγκο Τζουντίρο, τους πολιτικούς Όκουμα Σιγκενόμπου, Τογιάμα Μιτσούρου (αρχηγός της Γκενιόσα). Επίσης έλαβε χρηματοδότηση από ιαπωνικές οικονομικές ολιγαρχίες για να υποστηριχθούν οι θρησκευτικές και δημόσιες δραστηριότητές του.

Στις 12 Μαΐου του 1938, άνοιξε το τζαμί "Ισλαμίγια" στο Τόκιο και έγινε ο πρώτος μουφτής στην Ιαπωνία. Η μουσουλμανική μεταναστευτική κοινότητα της Ιαπωνίας συμμετείχε στην διεθνή πολιτική και προώθησε την επέκταση της Ιαπωνίας στην νοτιοανατολική Ασία, βλέποντάς το ως μέσο για να απελευθερώσει τις εθνοτικές τους πατρίδες από τη κομμουνιστική κυβέρνηση. Ωστόσο, οι δραστηριότητες του Μουχάμεντ Κουρμπανγκαλίγιεφ εμπόδιζαν την συνεκτική πολιτική της Ιαπωνίας προς τις Μουσουλμανικές κοινότητες εντός και εκτός της χώρας, και οι αρχές της χώρας κανόνισαν για την "οικειοθελή αναχώρηση" για το Νταλιάν της Μαντζουρίας.

Ο Μουχάμεντ Κουρμπανγκαλίγιεφ υποστήριζε την ίση θέση του Ισλάμ παράλληλα με τις άλλες θρησκείες στην Ιαπωνία. Το 1939, ο πρωθυπουργός της Ιαπωνίας Χιρανούμα Κιιτσίρο ανακοίνωσε ότι το Ισλάμ είχε ίσα δικαιώματα στην Ιαπωνία με το Βουδισμό και τον Χριστιανισμό.

Σύλληψη, φυλάκιση, ύστερη ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1945, όταν τελείωσε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Μουχάμεντ Κουρμπανγκαλίγιεφ συνελήφθη από την NKVD (η Σοβιετική μυστική αστυνομία). Καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκισης για "εσχάτη προδοσία". Εξέτισε την ποινή του στη Κεντρική Φυλακή του Βλαντιμίρ μέχρι το 1955.

Μετά την αποφυλάκισή του, επέστρεψε στην πατρική του περιοχή. Εγκαταστάθηκε σε μια αγροτική κοινότητα κοντά στο Τσελιάμπινσκ όπου υπηρέτησε ως Μουλάς μέχρι το θάνατό του το 1972.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]