Μουρραιΐα του Κένιγκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μουρραιΐα του Κένιγκ
(Murraya koenigii)
ή κοινώς
Δέντρο κάρυ
(Curry tree)
Φύλλωμα δέντρου κάρυ.
Φύλλωμα δέντρου κάρυ.
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Angiosperms)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Eudicots )
Τάξη: Σαπινδώδη (Sapindales)
Οικογένεια: Ρουτίδες (Rutaceae)
Γένος: Μουρραιΐα (Murraya)
Είδος: Μ. του Κένιγκ
(M. koenigii)

Διώνυμο
Μουρραιΐα του Κένιγκ
(Murraya koenigii)

Κάρολος Λινναίος Sprengel[1]

Η Μουρραιΐα του Κένιγκ (Λατινικά: Murraya koenigii ή Bergera koenigii) ή κοινώς το κάρυ (δέντρο) (Αγγλικά: curry tree), είναι ένα τροπικό έως υποτροπικό δέντρο στην οικογένεια των Ρουτίδων (Rutaceae) (η οικογένεια του απήγανου (Ρυτή η βαρυόσμος, (Ruta graveolens)), η οποία περιλαμβάνει τα εσπεριδοειδή και το φυτό Murraya paniculata (M. η φοβοειδής) το οποίο είναι εγγενές στην Ινδία και τη Σρι Λάνκα.

Τα φύλλα του χρησιμοποιούνται σε πολλά φαγητά, στην Ινδία, Σρι Λάνκα, καθώς και στις γειτονικές χώρες. Συχνά χρησιμοποιούνται στις τροφές με κάρυ, τα φύλλα γενικά ονομάζονται «φύλλα κάρυ», αν και είναι επίσης κυριολεκτικά "φύλλα γλυκού neem"[Σημ. 1] στις περισσότερες Ινδικές γλώσσες (σε αντίθεση με τα συνηθισμένα φύλλα neem, τα οποία είναι πολύ πικρά και ανήκουν στην οικογένεια Μελιίδες (Meliaceae) και όχι στην οικογένεια Ρουτιδών (Rutaceae)).

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα μικρά του άνθη είναι λευκά και αρωματικά.
Ώριμοι και άγουροι καρποί.
Στο Τζαϋάντι (χωριό) [Jayanti] στο Buxa Tiger Reserve στην περιοχή Jalpaiguri της Δυτικής Βεγγάλης, στην Ινδία.
Φύλλα κάρυ, σε δέντρο στο Ασσάμ.

Είναι ένα μικρό δέντρο, το οποίο αναπτύσσεται μεταξύ 4-8,7 m (13-31 ft), με έναν κορμό διαμέτρου έως 81 cm (32 in). Τα αρωματικά φύλλα είναι πτεροειδή, με 11-21 φυλλάδια, κάθε φυλλάδιο έχει μήκος 2-4 cm (0,79–1,57 in) και πλάτος 1-2 cm (0,39–0,79 in). Το φυτό παράγει μικρά λευκά άνθη που μπορούν να αυτο-επικονιαστούν για να παράξουν μικρά λαμπερά μαύρα μούρα τα οποία περιέχουν έναν ενιαίο, μεγάλο βιώσιμο σπόρο. Αν και ο πολτός του μούρου είναι βρώσιμος—με μια γλυκιά γεύση, η οποία όμως θυμίζει φάρμακο—σε γενικές γραμμές, ούτε ο πολτός, ούτε ο σπόρος, χρησιμοποιούνται για χρήση στη μαγειρική.[2]

Το όνομα του είδους τιμά το βοτανολόγο Johann Gerhard König. Το γένος Μάρεϊ (Murray), τιμά τον Σουηδό ιατρό και βοτανολόγο Johann Andreas Murray ο οποίος πέθανε το 1791. [2]

Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα φύλλα έχουν υψηλή αξία ως καρύκευμα στη νότια και δυτική ακτή της Ινδίας, στις μαγειρικές της Ινδίας και της Σρι Λάνκα, ιδιαιτέρως στις τροφές με κάρυ, συνήθως τηγανίζονται στο πρώτο στάδιο της προετοιμασίας, μαζί με το ψιλοκομμένο κρεμμύδι. Επίσης, χρησιμοποιούνται για την παρασκευή thoran,[Σημ. 2] vada,[Σημ. 3] rasam[Σημ. 4] και kadhi.[Σημ. 5][Υποσημ. 1]Στην φρέσκια μορφή, έχουν μικρή διάρκεια ζωής και δεν αντέχουν πολύ στο ψυγείο. Διατίθενται επίσης και αποξηραμένα, αν και το άρωμα είναι σε μεγάλο βαθμό κατώτερο. Τα φύλλα μπορούν επίσης να συλλεχθούν από φυτά τα οποία έχουν αναπτυχθεί σε οικίες, όπου επίσης καλλιεργούνται αρκετά εύκολα σε θερμότερες περιοχές του πλανήτη ή σε γλάστρες, εκεί όπου το κλίμα δεν είναι υποστηρικτικό στους εξωτερικούς χώρους.

Επίσης, τα φύλλα του Murraya koenigii, χρησιμοποιούνται ως βότανο στην ιατρική αγιουρβέντα.[3]

Αν και συχνότερα χρησιμοποιούνται στις τροφές με κάρυ, τα φύλλα από το δέντρο κάρυ, μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε πολλά άλλα πιάτα, για να τα νοστιμίσουν. Στην Καμπότζη, οι Χμερ ψήνουν τα φύλλα σε μια ανοικτή φλόγα ή τα ψήνουν μέχρι να γίνουν τραγανά και στη συνέχεια τα θρυμματίζουν σε ένα πιάτο ξινισμένης σούπας, το οποίο ονομάζεται maju krueng.

Λόγω των χαρακτηριστικών του αρωματικών ιδιοτήτων, το φυτό χρησιμεύει στην παρασκευή σαπουνιών, λοσιόν σώματος, ποτ πουρί, αρωματικά αποσμητικά χώρου, αρωματικά σώματος, αρώματα, έλαια λουτρού και μασάζ, αρωματοθεραπεία, αρωματισμό πετσετών, ιαματικά λουτρά και κέντρα υγείας, θυμίαμα, ατμών προσώπου ή θεραπείες για τα μαλλιά.

Ελλείψει φύλλων τουλσί (tulsi),[Σημ. 6] τα φύλλα κάρυ χρησιμοποιούνται για Ινδουιστικές τελετές, όπως τις pujas.[Σημ. 7]

Διάδοση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δομή Girinimbine.

Οι σπόροι πρέπει να είναι ώριμοι και φρέσκοι για την φύτευση, οι αποξηραμένοι ή ζαρωμένοι καρποί, δεν επιβιώνουν. Μπορεί κανείς να φυτέψει ολόκληρο τον καρπό, αλλά είναι καλύτερο να αφαιρεθεί ο πολτός πριν από τη φύτευσή του σε μείγμα γλάστρας το οποίο διατηρείται υγρό, αλλά δεν είναι βρεγμένο.

Τα μοσχεύματα μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για πολλαπλασιασμό.

Αλκαλοειδή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αλκαλοειδή που βρέθηκαν στα φύλλα, τους μίσχους (stalks) [Σημ. 8] και τους σπόρους του δέντρου κάρυ, περιέχουν mahanimbine, girinimbine, koenimbine και mahanine.[4]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Το neem (Αζαδιράχτη η ινδική - Azadirachta indica), είναι ένα τροπικό δέντρο του Παλαιού Κόσμου, το οποίο παράγει ξυλεία σαν το μαόνι, έλαιο, φαρμακευτικά προϊόντα και εντομοκτόνα.
  2. Το thoran (Μαλαγιάλαμ: തോരൻ, προφέρεται [t̪oːɾan]· ή Upperi στο Μάλαμπαρ), είναι ένα πιάτο με βάση την καρύδα στην κουζίνα των λαχανικών της Κεράλα.
  3. To vada [vəɽɑː], είναι ένας κοινός όρος για πολλούς διαφορετικούς τύπους αλμυρών τηγανητών σνακ από την Ινδία. Διαφορετικοί τύποι vadas, περιγράφονται ποικιλοτρόπως ως τηγανίτες, λουκουμάδες ή ζυμαρικά.[Παρ. Σημ. 1]
  4. Το rasam, chaaru, saaru ή kabir, είναι μια σούπα από την Νότια Ινδία, η οποία παραδοσιακά παρασκευάζεται χρησιμοποιώντας ως βάση τον χυμό οξυφοίνικα (tamarind), με την προσθήκη ντομάτας, πιπεριάς τσίλι, πιπεριού, κύμινου και άλλων μπαχαρικών, όπως καρυκεύματα. Φακές μαγειρεμένες στον ατμό, μπορούν να προστεθούν μαζί με άλλα τυχόν προτιμητέα λαχανικά.[Παρ. Σημ. 2][Παρ. Σημ. 3]
  5. Το kadhi ή karhi, είναι ένα Ινδικό πιάτο. Αποτελείται από μια παχιά σάλτσα με βάση το αλεύρι από το ρεβίθι και περιέχει φυτικούς λουκουμάδες οι οποίοι ονομάζονται pakoras, στους οποίους προστίθεται ξινό γιαούρτι για να τους δώσει λίγο ξινή γεύση. Συχνά τρώγονται με βραστό ρύζι ή roti.
  6. Εννοείται το φυτό με την επιστημονική ονομασία Ocimum tenuiflorum (Ώκιμον το λεπτανθές) ή κοινώς ιερό βασιλικό (holy basil).
  7. Η Πούτα (Pūjā) ή Πούταχ (Poojah), είναι μια τελετουργική προσευχή, η οποία εκτελείται από τους Ινδουιστές για να τιμήσει και να λατρέψει μία ή περισσότερες θεότητες ή για να εορταστεί πνευματικά ένα γεγονός.[Παρ. Σημ. 4][Παρ. Σημ. 5]
  8. Ένας μίσχος (στη βοτανική) είναι ένα στέλεχος που αποδίδει ενιαία λουλούδια στην ταξιανθία. Είναι τα κλαδιά ή τα στελέχη που συνδέουν το κάθε λουλούδι σε μια ταξιανθία, που περιέχει περισσότερα από ένα λουλούδι.[Παρ. Σημ. 6]
Παραπομπές σημειώσεων
  1. Andrea Nguyen (2011). Asian Dumplings. Ten Speed Press, σελ. 3. ISBN 9781607740926. https://books.google.com/books?id=SZSH3ok5_SsC&pg=PA3. 
  2. «Rasam - Recipes, Food & Drink - The Independent». Web.archive.org. Ανακτήθηκε στις 4 April 2014. 
  3. «Metro Plus Chennai / Food : Raise a toast to Rasam». Hindu.com. Ανακτήθηκε στις 18 January 2014. 
  4. James Lochtefeld, The Illustrated Encyclopedia of Hinduism, Vol. 2, ISBN 0-8239-2287-1, pp. 529–530.
  5. Paul Courtright, in Gods of Flesh/Gods of Stone (Joanne Punzo Waghorne, Norman Cutler, and Vasudha Narayanan, eds), ISBN 978-0231107778, Columbia University Press, see Chapter 2.
  6. Hickey, M.; King, C. (2001). The Cambridge Illustrated Glossary of Botanical Terms. Cambridge University Press. 

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Το roti (επίσης γνωστό και ως τσαπάτι (chapati)), είναι ένα επίπεδο ψωμί το οποίο προέρχεται από την Ινδική υποήπειρο, φτιαγμένο από αλεύρι ολικής αλέσεως, που έχει όμως αλεστεί με μυλόπετρες, παραδοσιακά γνωστό ως «αλεύρι atta», το οποίο προέρχεται και καταναλώνεται στην Ινδία, το Πακιστάν, το Νεπάλ, τη Σρι Λάνκα, τη Σιγκαπούρη, τις Μαλδίβες και το Μπαγκλαντές.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Murraya koenigii information from NPGS/GRIN». www.ars-grin.gov. Ανακτήθηκε στις 2008-03-11. 
  2. 2,0 2,1 Henry, Trimen (1893). A hand-book to the flora of Ceylon. London: Dulau & Co., σελ. 219. https://archive.org/stream/handbooktoflorao01trim#page/220/mode/2up. Ανακτήθηκε στις 1 August 2015. 
  3. «Anti-diabetic effect of Murraya koenigii leaves on streptozotocin induced diabetic rats». Pharmazie 61 (10): 874–7. Oct 2006. PMID 17069429. 
  4. Jain, Vandana (2012). «Murraya Koenigii: An Updated Review». International Journal of Ayurvedic and Herbal Medicine 2 (2): 607:627. ISSN 2249-5746. http://interscience.org.uk/issue/V2-I5/3%20ijahm.pdf. Ανακτήθηκε στις 2014-10-11. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Curry tree (έκδοση 729221984) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).