Μον-ντε-Μαρσάν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 43°53′25″N 0°30′2″W / 43.89028°N 0.50056°W / 43.89028; -0.50056

Μον-ντε-Μαρσάν
Confluent Mont de Marsan.JPG
Μον-ντε-Μαρσάν η «πόλη των τριών ποταμών»
Blason mont-de-marsan.svg
Έμβλημα
Διοίκηση
ΧώραΓαλλία
Διοικητική υπαγωγήΚαντόνιο του Μον-ντε-Μαρσάν-Νορ, Καντόνιο του Μον-ντε-Μαρσάν-Συντ, Λαντ και Διαμέρισμα του Μον-ντε-Μαρσάν
 • Δήμαρχος του Μον-ντε-ΜαρσάνΖενεβιέβ Νταριεσέκ (από 2008)
Ταχυδρομικός κώδικας40000
Κωδικός Κοινότητας40192
Έκταση36,88 km²[1]
Υψόμετρο63 μ.
Ζώνη ώραςUTC+01:00 (επίσημη ώρα)
UTC+02:00 (θερινή ώρα)
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Μον-ντε-Μαρσάν
43°53′25″N 0°30′2″W
Ιστότοποςhttp://www.montdemarsan.fr
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Το Μον-ντε-Μαρσάν (γαλλικά: Mont-de-Marsan) είναι κοινότητα στα νοτιοδυτικά της Γαλλίας, πρωτεύουσα του νομού Λαντ, στην περιοχή της Νέας Ακουιτανίας.

Η πόλη ιδρύθηκε τον Μεσαίωνα γύρω από τρεις ποταμούς, πάνω στο δρόμο του Βεζελαί της διαδρομής του Αγίου Ιακώβου της Κομποστέλα και ήταν η κυριότερη οχυρωμένη πόλη των Λαντ. Η ιστορία της έχει αφήσει ίχνη ορατά σήμερα στο κέντρο της πόλης: ο ακρόπυργος Λακαταί, που σήμερα στεγάζει ένα μουσείο γλυπτών, μεσαιωνικά δρομάκια, τμήματα των αρχαίων τειχών, παλιά αρχοντικά, αρχαίο λιμάνι του ποταμού, πάρκα, κήποι και χώροι περιπάτου, κ.ά.

Οι κάτοικοι ονομάζονται Μοντουά (ζ).[2]

Τοπωνυμία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν διάφορες απόψεις για την προέλευση του ονόματος της πόλης, η επικρατέστερη δείχνει ότι η πόλη πήρε το όνομά της από

  • το Mont που αναφέρεται στο ψηλό και οχυρωμένο μέρος μιας πόλης
  • τον τίτλο του υποκόμη του Μαρσάν που ίδρυσε την πόλη το 1133. Αυτός ο τίτλος προέρχονταν από την ενορία του Μαρσάν, στον σημερινό νομό Ζερς, από το λατινικό Martianus, με αναφορά στην παλιά ίδρυσή της. [3]

Στα γασκωνικά, διάλεκτο της οξιτανικής γλώσσας που παραδοσιακά ομιλείτο στην πόλη και την περιοχή, το όνομα της πόλης είναι Lo Mont, και ολόκληρο Lo Mont de Marçan, (προφέρεται Λου Μουν ντε Μαρσάν).ξ

Γεωγραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο δρυμός των Λαντ, στα νότια της πόλης
Η θέση του Μον-ντε-Μαρσάν στις Λαντ της Γασκώνης

Το Μον ντε Μαρσάν βρίσκεται κοντά στην ακτή του Ατλαντικού ωκεανού, στα νοτιοδυτικά της Γαλλίας. Σε ευθεία γραμμή απέχει 713 χιλιόμετρα από το Παρίσι και 135 χιλιόμετρα οδικώς από το Μπορντώ,[4] την πρωτεύουσα της Νέας Ακουιτανίας.

Το Μον ντε Μαρσάν βρίσκεται νότια του δρυμού των Λαντ, του μεγαλύτερου δάσους στη Δυτική Ευρώπη. Οι αμμώδεις παραλίες της Κοτ ντ'Αρζάν στον Ατλαντικό και τα Πυρηναία είναι εύκολα προσβάσιμα.

Ονομάστηκε «η πόλη των τριών ποταμών», καθώς είναι χτισμένη στη συμβολή δύο ποταμών, των Μιντού και Ντουζ, που συμβάλουν στο κέντρο της πόλης για να αποτελέσουν έναν τρίτο: τον ποταμό Μιντούζ, κύριο παραπόταμο του Αντούρ.

Η πόλη είναι «Φυσική περιοχή οικολογικού ενδιαφέροντος, πανίδας και χλωρίδας». Ανήκει επίσης στις περιοχές Natura 2000 «Υδρογραφικό δίκτυο τρίτων υδάτων του Μιντούζ» και «Υδρογραφικό δίκτυο Μιντού και Λυντόν».

Κατά την τελευταία απογραφή του 2016, η πόλη είχε 29.885 κατοίκους, με αύξηση πληθυσμού 1.94% σε σύγκριση με το 2009. Η πόλη είναι το κέντρο μιας ευρύτερης περιοχής που αριθμεί 47 κοινότητες που συγκεντρώνουν 68.500 κατοίκους. (2009)

Έχει έκταση 36,9 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Το κλίμα είναι ωκεάνιο.

Πολεοδομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χώρος περιπάτου στις όχθες του ποταμού Μιντούζ

Το εμβληματικό πρόγραμμα «Ποτάμια στην πόλη» είναι ένα μεγάλο αναπτυξιακό έργο που προχώρησε από το 2011 στην πόλη, με το οποίο αναβαθμίσθηκαν τα τρία ποτάμια (Ντουζ, Μιντού και Μιντούζ) κατά τη νέα ανάπτυξη του κέντρου.

Οι όχθες των ποταμών έγιναν πράσινες διαβάσεις και χώροι περιπάτου πεζών και ποδηλάτων.

Το έργο ανέδειξε την αρχιτεκτονική και φυσική κληρονομιά που μέχρι τότε δεν είχε αξιοποιηθεί στο κέντρο της πόλης, συμπεριλαμβανομένου του παλιού λιμανιού με τις αποβάθρες του και τις κύριες πλατείες του κέντρου της πόλης. Στο πλαίσιο αυτό, η πλατεία θεάτρου και οι γύρω πεζόδρομοι αναβαθμίστηκαν το 2011 και αποκαταστάθηκαν και αναπαλαιώθηκαν ιστορικά κτίρια της πόλης.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προϊστορία και αρχαιότητα

Οι ανασκαφές αποκάλυψαν ότι η περιοχή μεταξύ των δύο ποταμών είχε κατοικηθεί από την Παλαιολιθική εποχή. Οι ανακαλύψεις των αρχαιολόγων φαίνεται να πιστοποιούν την παρουσία μιας σημαντικής ομάδας νεολιθικών αγροτών στο μεσαιωνικό κάστρο, που βρίσκεται στην όχθη του ποταμού Μιντούζ. Η τοποθεσία του τόπου στη συμβολή των ποταμών είναι όντως ευνοϊκή για την εγκατάσταση των πληθυσμών.[5] Πολλά ευρήματα από πλούσια διακοσμημένα κεραμικά της εποχής του Χαλκού αποδεικνύουν την αδιάλειπτη κατοίκηση της περιοχής.

Ρωμαϊκά κτίσματα βρέθηκαν κάτω από τον κήπο του ακροπυργίου Λακαταί, καθώς και κάτω από το σημερινό κτίριο του Γενικού Συμβουλίου. Τα αρχαιολογικά ευρήματα είναι άφθονα με έναν εντυπωσιακό αριθμό θραυσμάτων αμφορέων από τον 1ο και τον 2ο αιώνα μ.Χ. και στοιχεία που προδίδουν την παρουσία κατοικιών. Δεδομένης της τοποθεσίας του στη συμβολή των ποταμών και των αρχαίων λειψάνων που έχουν ανακαλυφθεί, θεωρείται πιθανό ότι ο χώρος του Μον-ντε-Μαρσάν ήταν ποτάμιο λιμάνι κατά τη ρωμαϊκή περίοδο.

Η ίδρυση της πόλης τον 12ο αιώνα

Τα μεσαιωνικά τείχη του Μον-ντε-Μαρσάν

Η ίδρυση του Μον-ντε-Μαρσάν οφείλεται στον Πιέρ ντε Λομπανέ[6], υποκόμη του Μαρσάν, του Τουρσάν και του Γκαμπαρντάν, ο οποίος μέχρι τότε είχε την έδρα του στο Ροκφόρ, στα ανατολικά. Ενδιαφερόμενος για τη συμβολή του Μιντούζ, αποφάσισε μεταξύ 1136 και 1140 να δημιουργήσει μια νέα πόλη.

Κατασκεύασε πρώτα ένα φρούριο, το οποίο αργότερα θα πάρει το όνομα Παλιό-Κάστρο, στην σημερινή θέση του θεάτρου, για να ελέγξει τη συμβολή των ποταμών, να επιβάλει φόρους στα αγαθά που κυκλοφορούσαν και να εξασφαλίσει έτσι σημαντικό εισόδημα. Η νέα πρωτεύουσα της υποκομητείας συμμετείχε σε μια σημαντική εμπορική ανταλλαγή: τα σιτηρά και η ρητίνη κατέβαιναν από το Μον-ντε-Μαρσάν προς τη Μπαγιόν, από όπου επέστρεφαν αλάτι ή μέταλλα. Για το κρασί και το ποτό αρμανιάκ, θα πρέπει να περιμένουμε τον 14ο αιώνα.

Ο Πιέρ ντε Λομπανέ κάλεσε κατοίκους από γειτονικές περιοχές να εγκατασταθούν γύρω από το νέο κάστρο, στους οποίους υποσχέθηκε και έδωσε ελευθερίες και προνόμια σε αντάλλαγμα για τη βοήθεια και υπεράσπισή του. [5]Το Μον-ντε-Μαρσάν αναπτύχθηκε πολύ γρήγορα, ειδικά προς τα βορειοανατολικά. Τον 13ο αιώνα, πέτρινα τείχη περιέβαλλαν μια ήδη πολυάνθρωπη πόλη. Η κατασκευή μιας αποβάθρας και μιας γέφυρας στο ποτάμι στους πρόποδες του κάστρου οδήγησε στην εμφάνιση ενός χωριού στην απέναντι όχθη. Το λιμάνι του Μον-ντε-Μαρσάν δημιουργήθηκε πιο πέρα, στην αριστερή όχθη του Μιντούζ. Αναπτύχθηκε γρήγορα λόγω της στρατηγικής θέσης της πόλης, μεταξύ της Μπαγιόν και της Τουλούζης, του Πω και του Μπορντώ. Μια νέα συνοικία αναπτύχθηκε γύρω από το νέο λιμάνι, όπου ιδρύθηκε και το μοναστήρι των Κορδελιέρων (Φραγκισκανών) γύρω στο 1260.

Σε λίγο περισσότερο από έναν αιώνα, γεννήθηκε μια πραγματική πόλη, με τριπλό χαρακτήρα: αμυντικό, λιμενικό και θρησκευτικό.

Μεσαίωνας και Εκατονταετής πόλεμος πόλεμος

Το παλιό παρατηρητήριο της πόλης

Το 1152, η Ελεονώρα της Ακουιτανίας έδωσε προίκα το δουκάτο της Ακουιτανίας στον άντρα της Ερρίκο Πλανταγενέτη, ο οποίος έγινε βασιλιάς της Αγγλίας ως Ερρίκος Β ' το 1154. Το Μον-ντε-Μαρσάν, όπως και όλη η Γασκώνη στην οποία ανήκε η πόλη, πέρασε έτσι υπό βρετανική κυριαρχία για σχεδόν τρεις αιώνες, μέχρι το 1441. Ο πληθυσμός έβρισκε καταφύγιο πίσω από τα τείχη της πόλης κατά τη διάρκεια των μαχών και λεηλασιών που σχετίζονται με τον Εκατονταετή πόλεμο και παράλληλα, δημιουργήθηκαν στην περιοχή οχυρωμένα χωριά. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η πόλη έγινε οχυρό φρούριο.

Τον 13ο αιώνα πέρασε υπό την κυριαρχία του οίκου της Φουά-Μπεάρν. Το 1344, ο Γκαστόν Γ΄ Φοίβος, υποκόμης του Μαρσάν, αποκατέστησε το κάστρο και ενίσχυσε τις οχυρώσεις και την άμυνα της πόλης.

Η αγγλική κυριαρχία οδήγησε σε μια μοναδική παράδοση, η οποία απαιτούσε κάθε νέος δήμαρχος να ορκίζεται στην εκκλησία του Σαιν-Πιέρ-ντυ-Μον πριν αναλάβει το αξίωμα. Αυτή η πρακτική διήρκεσε 5 αιώνες και τελείωσε με τη Γαλλική Επανάσταση.

Σημαντικό εμπορικό κέντρο, η πόλη έστελνε προς το λιμάνι της Μπαγιόν τα προϊόντα της ενδοχώρας (δημητριακά και κρασιά αρμανιάκ κυρίως) κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα και του Παλαιού καθεστώτος. Η ανάπτυξη της κυκλοφορίας του ποταμού εξασφάλισε την ευημερία των ναυτικών, που οργανώθηκαν σε αδελφότητες. Η πλοήγηση γίνονταν με ποταμόπλοια με επίπεδη βάση που ονομάζονται τοπικά «γκαλούπ». Η πόλη βρίσκονταν σχεδόν σε συνεχή ανταγωνισμό με άλλες εμπορικές πόλεις, όπως το Νταξ.

Από τους Θρησκευτικούς πολέμους στη Γαλλική Επανάσταση

Επιστολή του Ερρίκου Δ'γραμμένη στό Μον-ντε-Μαρσάν, στις 10 Οκτωβρίου 1585, Εθνικά αρχεία. AE / II / 727

Το 1517, η πόλη συντάχθηκε στο πλευρό του οίκου του Αλμπρέ, που συνόρευε με την υποκομητεία στα δυτικά και βασίλευε εκείνη την εποχή στη Ναβάρρα. Κτήση της Ιωάννας του Αλμπρέ (που μετεστράφη στον Καλβινισμό το 1560) και έπειτα του γιου της Ερρίκου Γ' της Ναβάρρας, μελλοντικού βασιλιά Ερρίκος Δ' της Γαλλίας, η πόλη έγινε προτεσταντικό οχυρό. Από το 1560, οι ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα στους Καθολικούς και τους Ουγενότους ήταν συνεχείς στη Γασκώνη[5] και η πόλη άλλαζε συνεχώς κυρίαρχο. Τα προάστια της πόλης καταστράφηκαν καθώς και το μοναστήρι των Κλαρισσών, οικοδόμημα του 13ου αιώνα. Ο Ερρίκος Γ 'της Ναβάρας, ως αρχηγός των Προτεσταντών, μπήκε στην πόλη κατακτητής στις 22 Νοεμβρίου 1583 και υποσχέθηκε στους κατοίκους το δρόμο προς μια περίοδο οικονομικής ευημερίας.[7] Μέχρι το 1586, έχτισε οχυρωμένους προμαχώνες, προστατεύοντας την πρόσβαση στα ανατολικά της πόλης. Όταν ανέβηκε στο θρόνο το 1594, ένωσε την πόλη με το Βασιλικό στέμμα (το 1607).

Όταν τέλειωσαν οι Θρησκευτικοί πόλεμοι (τυπικά το 1589), τα στρατιωτικά οχυρά θεωρήθηκαν πλέον άχρηστα αλλά και επικίνδυνα. Ο Ρισελιέ για να σταθεροποιήσει την απόλυτη εξουσία του βασιλιά, το 1622 τα κατεδάφισε. [8]Τα μοναδικά απομεινάρια αυτών των οχυρώσεων σήμερα είναι μερικά τμήματα των παλαιών τειχών, ένα οχυρωμένο σπίτι στο κέντρο της πόλης και το παλιό παρατηρητήριο. Η πόλη κατελήφθη ξανά από βασιλικά στρατεύματα κατά τη διάρκεια της εξέγερσης της Σφενδόνης, συνεπεία της συσπείρωσης της με τους εξεγερμένους πρίγκιπες το 1653.

Κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα κατασκευάστηκαν πολλά μοναστήρια. Η πόλη είχε εξέχουσα θέση ως αγορά κρασιού, αρμανιάκ και σιτηρών: το 1654, το Μον-ντε-Μαρσάν θεωρούνταν ο σιτοβολώνας της Κάτω Γκιγιέν. Το 1777 έλαβε άδεια να κατεδαφίσει τις πύλες της πόλης και το 1809, τα ερείπια του Παλιού κάστρου καταστράφηκαν οριστικά, ώστε να διευκολυνθεί η ανάπτυξη της πόλης.

Δημιουργία και ανάπτυξη του νομού (1789 - 1945)

Το λιμάνι του Μον-ντε-Μαρσάν στις αρχές του 19ου αιώνα.

Τον Ιανουάριο 1790 δημιουργήθηκε ο νομός Λαντ και πρωτεύουσα ορίστηκε το Μον-ντε-Μαρσάν, προβλέποντας αρχικά εναλλαγή με το Νταξ, έδρα της επισκοπής των Λαντ, αλλά αυτή η εναλλαγή δεν έγινε ποτέ.

Η Νομαρχία, 1816

Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής επανάστασης η πόλη μετονομάστηκε σε Μον-Μαρά. Σύντομα κατασκευάστηκαν νέα κτίρια για να φιλοξενήσουν τη διοίκηση. Έτσι, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η πόλη μεταμορφώθηκε εντελώς αποβάλλοντας την όψη της οχυρωμένης πόλης. Ανάμεσα στα μεγάλα έργα ήταν η ταυτόχρονη κατασκευή του Δικαστηρίου, της Φυλακής και της Νομαρχίας, της εκκλησίας Μαντλέν το 1830 σε νεοκλασικό ρυθμό, κ.ά. Οι γέφυρες ανακατασκευάστηκαν και χαράχτηκαν οι πρώτες λεωφόροι.

Η πόλη ωφελήθηκε πολύ από την ανάπτυξη του οδικού δικτύου και την έλευση του σιδηροδρόμου.

Το 1866 προσαρτήθηκαν όμορες κοινότητες και η πόλη αύξησε σημαντικά την περιοχή της. Την ίδια χρονιά εγκαινιάστηκε το πρώτο λύκειο.

Μετά το 1860 και με την εκμετάλλευση του δρυμού των Λαντ, οι δασικές δραστηριότητες προστέθηκαν σ' αυτές του λιμανιού. Πλούσιοι έμποροι έχτισαν αρκετά αρχοντικά. Αλλά από τις αρχές του 20ού αιώνα, η δραστηριότητα των λιμένων επιβραδύνθηκε και εξαφανίστηκε εντελώς τον 20ό αιώνα.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνολικά, τρεις τομείς κυριαρχούν στην οικονομική δραστηριότητα της πόλης:

  • Ο τομέας αγροτικών προϊόντων και διατροφής: εκτρέφονται πουλερικά (πάπιες, κοτόπουλα, φουά γκρα) και καλλιεργείται σε μεγάλη έκταση αραβόσιτος.
  • Η βιομηχανία ξύλου
  • Στρατιωτικό Πειραματικό Κέντρο Αεροπορίας: Η Αεροπορική Βάση του Μον-ντε-Μαρσάν (BA 118) είναι μία από τις κύριες βάσεις της Γαλλικής Πολεμικής Αεροπορίας.

Ως πρωτεύουσα του νομού Λαντ, το Μον-ντε-Μαρσάν είναι επίσης έδρα πολλών διοικητικών δομών, όπως το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο των Λαντ και το Γενικό Συμβούλιο του νομού. Στην πόλη υπάρχει Πανεπιστήμιο με τμήματα βιολογίας, δικτύων και τηλεπικοινωνιών, μηχανικής, νομικής και οικονομικών.

Στρατιωτικές εγκαταστάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γαλλική Πολεμική Αεροπορία έχει την αεροπορική βάση Κονσταντάν Ροζανόφ Μον-ντε-Μαρσάν (ΒΑ118), περίπου 2 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης. Η βάση περιλαμβάνει το CEAM (ο στρατιωτικός οργανισμός δοκιμών και πειραματισμών της Γαλλικής Πολεμικής Αεροπορίας), ένα κέντρο αναφοράς για τον εντοπισμό και τον έλεγχο της εναέριας άμυνας. Η αεροπορική βάση του Μον-ντε-Μαρσάν ήταν παλαιότερα στην πρώτη επιχειρησιακή μοίρα πυρηνικών βομβαρδισμών της Γαλλίας, το Dassault Mirage IVA.

Η παρουσία της Αεροπορικής Βάσης 118 έχει σημαντική επίδραση στην οικονομική και δημογραφική εξέλιξη του οικισμού, αν και εμποδίζει τη γεωγραφική επέκταση προς βορρά.

Ο δρόμος του Αγίου Ιακώβου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμβολο του σωματείου «Φίλοι του Αγίου Ιακώβου»

Από το Μον-ντε-Μαρσάν περνούσε ένας από τους δρόμους της διαδρομής του Αγίου Ιακώβου της Κομποστέλα, ο δρόμος που ξεκινούσε από το Βεζελαί (η ρωμαϊκή via Lemovicensis).

Στο παρελθόν, οι προσκυνητές έμπαιναν στην πόλη διασχίζοντας την παλιά γέφυρα του Μαι ντε Ντιου (Μητέρας του Θεού, στα γασκωνικά), της οποίας ερείπια είναι ακόμη ορατά στο πάρκο Ζαν-Ραμώ. Έπειτα κατευθύνονταν προς το παρεκκλήσι των Βενεδικτίνων μοναχών (στον σημερινό χώρο της εκκλησίας της Μαντλέν) και έβρισκαν καταφύγιο στα νοσοκομεία-χώρους φιλοξενίας των μοναστηριών των Κλαρισσών ή των Φραγκισκανών μοναχών (δεν υπάρχουν πλέον). Στη συνέχεια ανέβαιναν τη σημερινή οδό Γκαμπετά προς τη σημερινή πλατεία Ζαν Ζωρές και έφευγαν από την πύλη του Σαιν-Σεβέρ (που καταστράφηκε το 1777).

Στο κέντρο του Μον-ντε-Μαρσάν υπάρχει ένα κέντρο φιλοξενίας 14 θέσεων, το οποίο διαχειρίζεται το σωματείο «Φίλοι του Αγίου Ιακώβου»[9] και εξυπηρετεί σύγχρονους προσκυνητές.

Αξιοθέατα-Τουρισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Δημαρχείο
Παλιά δημοτική βιβλιοθήκη
  • Ξεναγήσεις της πόλης τον Ιούλιο και τον Αύγουστο κάθε μέρα και περιήγηση στην Παλιά Πόλη όλο το χρόνο.
  • Ακρόπυργος Λακαταί. Στεγάζει το μουσείο Despiau-Wlerick που ειδικεύεται στην εικαστική γλυπτική του Μεσοπολέμου.
  • Μουσείο του 34ου Συντάγματος Πεζικού.
  • Η αρένα του Πλυμασόν. Κάθε καλοκαίρι, τον Ιούλιο, κατά τη διάρκεια της γιορτής της Μαντλέν, γίνονται 4 ταυρομαχίες.
  • Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης: έκθεση ζωγράφων και γλυπτών και μόνιμη έκθεση.
  • Δημοτική Πινακοθήκη εκθεμάτων (παλιός μύλος του 10ου αιώνα).
  • Κύκλωμα γλυπτών στο δρόμο.
  • Ζωολογικός κήπος Nahuques: ζώα σε ημι-ελευθερία και παιδική χαρά για παιδιά.
  • Πάρκο Ζαν Ραμώ: με ανθοκήπια, ιαπωνικό κήπο, κιόσκι, υπαίθριο θέατρο, βόλτα κατά μήκος του ποταμού και παιχνίδια.
  • Παλιά δημόσια πλυσταριά, υπάρχουν 6 στην πόλη.
  • Τμήματα των παλαιών τειχών.
  • Εκκλησίες.
  • Ρωμαϊκά σπίτια, στεφάνια οδών.
  • Ποδηλατόδρομοι προς Βιλνέβ-ντε-Μαρσάν και άλλες κοντινές περιοχές.
  • Χώροι περιπάτου κατά μήκος του ποταμού Μιντούζ.
  • Δημοτική πισίνα.
  • Η αρένα Πλυμασόν

  • Το Λύκειο Μισέλ Ντυρυί, το πρώτο της πόλης, 1866

  • Τμήμα των παλιών τειχών

  • Παρεκκλήσι του 14ου αιώνα

  • Το δημοτικό θέατρο

  • Παλιό δημόσιο πλυσταριό

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 répertoire géographique des communes. Institut géographique national. Ανακτήθηκε στις 26  Οκτωβρίου 2015.
  2. . «habitants.fr». 
  3. Bénédicte et Jean-Jacques Fénié,Dictionnaire des Landes , Sud Ouest, 349 p
  4. . «fr.distance.to/Bordeaux». 
  5. 5,0 5,1 5,2 Mont-de-Marsan, Résumé d'historique, d'après Alain Lafourcade, consultable à l'entrée du donjon Lacataye.
  6. Ονομάζεται και Πιέρ ντε Μαρσάν
  7. Mémoire en images, Mont-de-Marsan, Serge Pacaud, éditions Alan Sutton, 1998, p. 7.
  8. Ο Ρισελιέ το 1626 διέταξε να γκρεμιστούν όλα τα οχυρωμένα κάστρα της Γαλλίας, με μόνη εξαίρεση εκείνων που ήταν απαραίτητα για την άμυνα ενάντια σε εισβολείς, ώστε να μην μπορούν να να χρησιμοποιηθούν ενάντια στα στρατεύματα του βασιλιά σε περίπτωση εξέγερσης.
  9. . «compostelle-landes».