Μονγκέ Χαν
| Μονγκέ Χαν | |
|---|---|
![]() | |
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | ᠮᠥᠩᠬᠡ (Μογγολικά) και Мөнх (Μογγολικά) |
| Γέννηση | 11 Ιανουαρίου 1209 Αυτοκρατορία των Μογγόλων |
| Θάνατος | 11 Αυγούστου 1259 Diaoyu Fortress |
| Τόπος ταφής | Burkhan Khaldun |
| Χώρα πολιτογράφησης | Αυτοκρατορία των Μογγόλων |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | Χαν |
| Οικογένεια | |
| Σύζυγος | Qutuqtai Khatun Yesuder Khatun Chubei Huolicha Oghul-Khoimish Qutai qatun |
| Τέκνα | Baltu Asutai Urüng Tash[1] Shireki Bayalun Shirin Bichihe |
| Γονείς | Τολούι[1] και Sorghaghtani Beki |
| Αδέλφια | Dumugan Yesubuhua Κουμπλάι Χαν Χουλεγκού Χαν Αρίκ Μποκέ Qutuqtu Bochuo Moge Suigedu Xuebietai |
| Οικογένεια | Μπορτζίγκιν |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | Χαγάνος (1251–1259) αυτοκράτορας |
Ο Μονγκέ Χαν, Μονγκέ Χαγκάν, ή Μονγκέ, Möngke Kha(ga)n· [α] 11 Ιανουαρίου 1209 – 11 Αυγούστου 1259) ήταν ο 4ος χαγάνος της Μογγολικής αυτοκρατορίας, βασιλεύοντας από την 1η Ιουλίου 1251 έως τις 11 Αυγούστου 1259. Ήταν ο πρώτος χαγάνος από τη γραμμή των Τολουιδών και έκανε σημαντικές μεταρρυθμίσεις, για να βελτιώσει τη διοίκηση της αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια της βασιλείας του. Υπό τον Μονγκέ, οι Μογγόλοι κατέκτησαν το Ιράκ και τη Συρία, καθώς και το βασίλειο του Νταλί (σύγχρονο Γιουνάν).
Πρώιμη ζωή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Μονγκέ γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1209, ως ο μεγαλύτερος γιος του νεαρού γιου τού Τζένγκις Χαν, Τολούι, και της Σοργκαχτανί Μπακί. Ο Τεμπ Τενγκρί Χοχτσού, ένας σαμάνος, ισχυρίστηκε ότι είδε στα άστρα ένα λαμπρό μέλλον για το παιδί, και του έδωσε το όνομα Μονγκέ, που σημαίνει «αιώνιος» στα μογγολικά. Η άτεκνη βασίλισσα Ανγκί του θείου του Ογκεντέι Χαν τον μεγάλωσε στο orda της (νομαδικό παλάτι). [3] Ο Ογκεντέι ανέθεσε στον Πέρση λόγιο Ιντί-νταν Μουχαμάντ να διδάξει γραφή στον Μονγκέ.
Στο δρόμο της επιστροφής του στην πατρίδα του μετά την κατάκτηση της Χβαρεσμίας από τους Μογγόλους, ο Τζένγκις Χαν τέλεσε μία τελετή στα εγγόνια του, τον Μονγκέ και τον Κουμπλάι, μετά το πρώτο τους κυνήγι το 1224 κοντά στον ποταμό Ιλί. Ο Μονγκέ ήταν 15 ετών και, μαζί με τον αδελφό του, τον Κουμπλάι, σκότωσαν ένα κουνέλι και μία αντιλόπη. Ο παππούς τους άλειψε το λίπος από τα σκοτωμένα ζώα στα μεσαία τους δάχτυλα, ακολουθώντας την μογγολική παράδοση.
Το 1230 ο Μονγκέ πήγε στον πόλεμο για πρώτη φορά, ακολουθώντας τον Ογκεντέι και τον πατέρα του Τολούι στη μάχη εναντίον της δυναστείας Τζιν. Ο Τολούι απεβίωσε το 1232, και ο Ογκεντέι διόρισε τον Σοργκαχτανί επικεφαλής της πατρικής οικογένειας των Τολουιδών. Ακολουθώντας το μογγολικό έθιμο, ο Μονγκέ κληρονόμησε τουλάχιστον μία από τις συζύγους τού πατέρα του, την Ογκούλ-Κοϊμίς της φυλής Οϊράτ. Ο Μονγκέ την αγαπούσε βαθιά, και έδειχνε ιδιαίτερη εύνοια στη μεγαλύτερη κόρη της, Σιρίν.
Ο Ογκεντέι τον έστειλε μαζί με τους συγγενείς του να επιτεθούν στους Κιπτσάκους, τους Ρως του Κιέβου και τους Βουλγάρους στη δύση το 1235. Όταν ο πιο τρομερός αρχηγός των Κιπτσάκων, ο Μπαχμάν, κατέφυγε σε ένα νησί στο δέλτα του Βόλγα, ο Μονγκέ διέσχισε τον ποταμό και τον συνέλαβε. Όταν διέταξε τον Μπαχμάν να γονατίσει, ο Μπαχμάν αρνήθηκε, και εκτελέστηκε από τον αδελφό τού Μονγκέ, τον Μπουτζέκ. Ο Μονγκέ συμμετείχε επίσης σε μάχες σώμα με σώμα, κατά τη διάρκεια της μογγολικής εισβολής στους Ρως. Ενώ τα εξαδέλφια του, ο Σιμπάν και ο Μπουρί, πήγαν στην Κριμαία, ο Μονγκέ και ο Καντάν, γιος του Ογκεντέι, διατάχθηκαν να μειώσουν τις φυλές στον Καύκασο. Οι Μογγόλοι κατέλαβαν την πρωτεύουσα των Αλανών, Μαγκάς, και σφαγίασαν τους κατοίκους της. Πολλοί αρχηγοί των Αλανών και των Κιρκάσιων παραδόθηκαν στον Μονγκέ. Μετά την εισβολή στην Ανατολική Ευρώπη, ο Μονγκέ θα τους έφερνε πίσω στη Μογγολία. Συμμετείχε επίσης στην Πολιορκία του Κιέβου (1240). Ο Μενγκέ προφανώς αιχμαλωτίστηκε από τη λάμψη του Κιέβου, και πρότεινε στην πόλη να παραδοθεί, αλλά οι απεσταλμένοι του σκοτώθηκαν. Αφού ο στρατός του Μπατού ενώθηκε με τον στρατό του Μενγκέ, λεηλάτησαν την πόλη. Πολέμησε επίσης στο πλευρό του Μπατού στη Μάχη του Μόχι. Το καλοκαίρι του 1241, πριν από το πρόωρο τέλος της εκστρατείας, ο Μενγκέ επέστρεψε στην πατρίδα του, όταν ο θείος του Ογκεντέι τον ανακάλεσε τον χειμώνα του 1240-41. Ωστόσο, ο Ογκεντέι απεβίωσε τον Δεκέμβριο του 1241.
Το 1246 ο Τεμουγκέ, ο μοναδικός εναπομείνας αδελφός του Τζένγκις Χαν, προσπάθησε ανεπιτυχώς να καταλάβει τον θρόνο χωρίς την επιβεβαίωση ενός κουρουλτάι. Ο νέος χαγάν Γκουγιούκ τού ανέθεσε το λεπτό έργο της δοκιμασίας τού Ονττσιγκίν («φύλακα της εστίας»), ένας τίτλος που δόθηκε και στους δύο νεότερους αδελφούς τού Τζένγκις) στον Μενγκέ και τον Ορντά Χαν, τον μεγαλύτερο αδελφό του Μπατού. Ο Γκουγιούκ τελικά απεβίωσε καθ' οδόν προς τη δύση το 1248, και ο Μπατού και ο Μενγκέ αναδείχθηκαν οι κύριοι διεκδικητές.
Επανάσταση των Τολουιδών
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ακολουθώντας τη συμβουλή τής μητέρας του, Σοργκαχτανί, ο Μονγκέ πήγε στη Χρυσή Ορδή για να συναντήσει τον Μπατού, ο οποίος έπασχε από ουρική αρθρίτιδα. Ο Μπατού αποφάσισε να υποστηρίξει την εκλογή του, και κάλεσε ένα κουρουλτάι στο Αλά Καμάκ. Ο αρχηγός των οικογενειών των αδελφών του Τζένγκις Χαν, και αρκετοί σημαντικοί στρατηγοί, ήρθαν στο κουρουλτάι. Οι γιοι του Γκουγούκ, Νακού και Χοτζά παρευρέθηκαν για λίγο, αλλά στη συνέχεια έφυγαν. Παρά τις έντονες αντιρρήσεις του Μπαλά, του γραφέα του Ογκούλ Καϊμίς, το κουρουλτάι ενέκρινε τον Mονγκέ. Δεδομένης της περιορισμένης συμματοχής και της τοποθεσίας του, αυτό το κουρουλτάι ήταν αμφισβητήσιμης εγκυρότητας. Ο Μπατού έστειλε τον Mονγκέ υπό την προστασία των αδελφών του, Μπερκέ και Tουκά-Ταμούρ, και τού γιου του Σαρτάκ για να συγκεντρώσουν ένα επίσημο κουρουλτάι στο Kοντοέ Αράλ στη Μογγολία. Όταν η Σοργκαχτανί και ο Μπερκέ οργάνωσαν ένα δεύτερο κουρουλτάι την 1η Ιουλίου 1251, το συγκεντρωμένο πλήθος ανακήρυξε τον Μενγκέ ως Μεγάλο Χαν της Μογγολικής αυτοκρατορίας, και μερικοί από τους πρίγκιπες των Ογκεντεϊδών και Τσαγκαταϊδών, όπως ο εξάδελφός του Καντάν, και ο έκπτωτος χάνος Καρά Χουλεγκού, αναγνώρισαν την απόφαση.
Λίγο αργότερα, ο γιος του Ογκούλ, ο Χοτζά, και ο αγαπημένος εγγονός του Ογκεντέι, Σιρεμούν, ήρθαν για να «αποτίσουν φόρο τιμής» στον Mονγκέ ως νέο ηγεμόνα, αλλά έφεραν μαζί τους ολόκληρο τον στρατό της φατρίας Ογκεντέι. Ο γερακάρης Κανκαλί του Μονγκέ, ο Κεσίγκ, ανακάλυψε τις προετοιμασίες για την επίθεση, και το είπε στον κύριό του. Στο τέλος της έρευνας υπό τον πιστό υπηρέτη τού πατέρα του, Μενγκεζάρ νογιάν, έκρινε τούς συγγενείς του ενόχους, αλλά στην αρχή ήθελε να τους δείξει έλεος, όπως είναι γραμμένο στο Μεγάλο Γιασά. Οι αξιωματούχοι του Μονγκέ αντιτάχθηκαν, και στη συνέχεια άρχισε να τιμωρεί τούς συγγενείς του. Οι δίκες έλαβαν χώρα σε όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας, από τη Μογγολία και την Κίνα στα ανατολικά, μέχρι το Αφγανιστάν και το Ιράκ στα δυτικά. Ο Μπερκέ, αδελφός του Μονγκέ και του Μπατού, κανόνισε να κατηγορηθεί ο Ογκούλ για χρήση μαύρης μαγείας εναντίον του Μονγκέ. Αφού συνελήφθη και ανακρίθηκε από τη Σοργκαχτανί, ο Ογκούλ Καιμίς ράφτηκε σε έναν σάκο και πετάχτηκε σε ένα ποτάμι και πνίγηκε, η παραδοσιακή μογγολική τιμωρία για τη χρήση μαύρης μαγείας. Οι εκτιμήσεις για τους θανάτους αριστοκρατών, αξιωματούχων και Μογγόλων διοικητών περιλαμβάνουν τους Ελτζιγιντέι, Γεσού Μονγκέ, Μπουρί και Σιρεμούν, και κυμαίνονται από 77 έως 300 άτομα. Ωστόσο, οι περισσότεροι από τους πρίγκιπες που κατάγονταν από τον Τζένγκις Χαν και συμμετείχαν στη συνωμοσία, εξορίστηκαν με κάποιο τρόπο. Η αντι-μονγκέ συνωμοσία ενός Ουιγούρου γραμματέα, του Μπαλά, και του Ιντικούτ Σαλιντί (του μονάρχη των Ουιγούρων) αποκαλύφθηκε, και εκτελέστηκαν δημόσια. Μετά την άνοδό του στον θρόνο το 1251, ο Μονγκέ ανακοίνωσε ότι θα ακολουθούσε τους προγόνους του, αλλά δεν θα μιμούνταν τους τρόπους άλλων χωρών. [4] Για να ενισχύσει τη νομιμότητά του, το 1252 απένειμε αναδρομικά στον πατέρα του τον τίτλο του Ιχ Χαγάν. Ο Μονγκέ μοιράστηκε το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας με τον σύμμαχό του Μπατού Χαν, διασφαλίζοντας την ενότητα της αυτοκρατορίας. Η μητέρα του Μονγκέ, Σοργκαχτανί, απεβίωσε το 1252.
Διοικητικό ήθος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μονγκέ συνέταξε τα δικά του διατάγματα, και παρακολουθούσε στενά την αναθεώρησή τους. Ο Μονγκέ απαγόρευσε τις υπερβολικές δαπάνες των ευγενών Μπορτζιγκίν και των μη Μπορτζιγκίν. Περιόρισε επίσης τα δώρα προς τους πρίγκιπες, μετατρέποντάς τα σε τακτικούς μισθούς, και υπέβαλε τους εμπόρους σε φόρους. [5] Ο Μονγκέ περιόρισε τις διαβόητες καταχρήσεις, και έστειλε αυτοκρατορικούς ερευνητές για να επιβλέπουν τις δραστηριότητες των εμπόρων, που χρηματοδοτούνταν από τους Μογγόλους. Τους απαγόρευσε να χρησιμοποιούν τους αυτοκρατορικούς σταθμούς αναμετάδοσης, τη yam (οδό) και τις paizas, πινακίδες που έδιναν στον κομιστή την εξουσία να απαιτεί αγαθά και υπηρεσίες από τον άμαχο πληθυσμό. [5] Με το τέλος τού Γκουγιούκ, πολλοί τοπικοί αξιωματούχοι δεν ήθελαν πλέον να εξοφλούν τις έντυπες συναλλαγματικές, που χρησιμοποιούσε ο Γκουγιούκ. Ο Μονγκέ αναγνώρισε ότι αν δεν εκπλήρωνε τις οικονομικές υποχρεώσεις του Γκουγιούκ, αυτό θα έκανε τους εμπόρους απρόθυμους να συνεχίσουν τις συναλλαγές τους με τους Μογγόλους. Ο Μονγκέ πλήρωνε όλες τις συναλλαγματικές που συντάσσονταν από υψηλόβαθμες μογγολικές ελίτ, σε αυτούς τους εμπόρους. Ο Ατά-Μαλίκ Τζουβεϊνί δήλωσε: «και από ποιο βιβλίο ιστορίας έχει διαβαστεί ή ακουστεί... ότι ένας βασιλιάς πλήρωσε το χρέος ενός άλλου βασιλιά;» Οι στρατηγοί και οι πρίγκιπες (συμπεριλαμβανομένου τού γιου του), που επέτρεπαν στα στρατεύματά τους να λεηλατούν πολίτες χωρίς άδεια, τιμωρούνταν επανειλημμένα από τον χαν Μονγκέ. Χρησιμοποίησε αξιωματούχους από τη Βόρεια Κίνα, Μουσουλμάνους και Ουιγούρους. Ο αρχιδικαστής (darughachi) τού χαγάν ήταν ο αξιωματούχος Τζαϊτ-Τζαλαΐρ Μενγκεσέρ, ενώ ο αρχιγραμματέας ήταν ο Μπουλγκάι των Κεραϊτών, ο οποίος ήταν Χριστιανός. Εννέα από τους 16 αρχι-επαρχιακούς αξιωματούχους του Χαν Μονγκέ ήταν σίγουρα Μουσουλμάνοι. Επαναδιόρισε τους τρεις αξιωματούχους του Γκουγιούκ: τον Μαχμούντ Γιαλαβάτς στην Κίνα, τον Μασούντ Μπεγκ στο Τουρκεστάν και τον Αργκούν Ακά του Οϊράτ στο Ιράν. Ο Μονγκέ διαχώρισε τη θέση του μεγάλου δικαστή στην αυλή από αυτή του αρχιγραμματέα.

Το 1253 ο Μονγκέ ίδρυσε το Υπουργείο Νομισματικών Υποθέσεων για να ελέγξει την έκδοση χαρτονομισμάτων, προκειμένου να εξαλειφθεί η υπερβολική έκδοση νομίσματος από Μογγόλους και μη Μογγόλους ευγενείς, από την εποχή του Μεγάλου Χαν Ογκεντέι. Η εξουσία του καθιέρωσε ενιαίο μέτρο βασισμένο σε sukhe ή αργυρή ράβδο, ωστόσο, οι Μογγόλοι επέτρεπαν στους ξένους υπηκόους τους να κόβουν νομίσματα στις ονομαστικές αξίες, και να χρησιμοποιούν βάρος που χρησιμοποιούσαν παραδοσιακά. Κατά τη διάρκεια των βασιλειών των Ογκεντέι, Γκουγιούκ και Μονγκέ, τα μογγολικά νομίσματα αυξήθηκαν με χρυσά και αργυρά νομίσματα στην Κεντρική Ασία, και χάλκινα και αργυρά νομίσματα στον Καύκασο, το Ιράν και το Μπολγκάρ.
Μεταξύ 1252 και 1259, ο Mονγκέ διεξήγαγε απογραφή της Μογγολικής αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένων του Ιράν, του Αφγανιστάν, της Γεωργίας, της Αρμενίας, της Ρωσίας, της Κεντρικής Ασίας και της Βόρειας Κίνας. Ενώ η απογραφή της Κίνας ολοκληρώθηκε το 1252, το Νόβγκοροντ στα βορειοδυτικά δεν καταμετρήθηκε μέχρι τον χειμώνα του 1258-1259. Υπήρξε εξέγερση στο Νόβγκοροντ κατά της μογγολικής κυριαρχίας το 1257, αλλά ο Αλέξανδρος Νέφσκι ανάγκασε την πόλη να υποβληθεί στην μογγολική απογραφή και φορολογία. Η νέα απογραφή κατέγραψε όχι μόνο τα νοικοκυριά, αλλά και τον αριθμό των ανδρών ηλικίας 15-60 ετών και τον αριθμό των αγρών, των ζώων, των αμπελώνων και των οπωρώνων. Στο μητρώο πολιτών οι τεχνίτες καταγράφονταν ξεχωριστά, ενώ στα στρατιωτικά μητρώα διακρίνονταν τα βοηθητικά και τα κανονικά νοικοκυριά. Οι κληρικοί των εγκεκριμένων θρησκειών διαχωρίστηκαν, και δεν καταμετρήθηκαν. Όταν ολοκληρώθηκε το νέο μητρώο, ένα αντίγραφο στάλθηκε στο Καρακορούμ και ένα αντίγραφο κρατήθηκε για την τοπική διοίκηση. Ο Mονγκέ προσπάθησε να δημιουργήσει έναν σταθερό κεφαλικό φόρο, που θα εισπράττονταν από αυτοκρατορικούς πράκτορες και θα μπορούσε να διαβιβαστεί στις άπορες μονάδες. Αρχικά, ο μέγιστος συντελεστής ορίστηκε σε 10-11 χρυσά ντινάρ στη Μέση Ανατολή και 6-7 ταέλ αργύρου στην Κίνα. Οι διαμαρτυρίες των γαιοκτημόνων μείωσαν αυτόν τον σχετικά χαμηλό συντελεστή σε 6-7 δηνάρια και ταέλ. Ορισμένοι αξιωματούχοι αύξησαν τον ανώτατο συντελεστή των 500 δηναρίων για τους πλούσιους. Ενώ η μεταρρύθμιση δεν ελάφρυνε το φορολογικό βάρος, έκανε τις πληρωμές πιο προβλέψιμες. Παρόλα αυτά, η απογραφή και η οπισθοδρομική φορολογία που διευκόλυνε, πυροδότησαν λαϊκές ταραχές και αντίσταση στις δυτικές περιοχές.
Το 1259 ο Γεωργιανός βασιλιάς, Δαυίδ ΣΤ΄ επαναστάτησε ανεπιτυχώς εναντίον των Μογγόλων, και στη συνέχεια κατέφυγε στο Κουτάισι, από όπου βασίλευσε στην Ιμερέτι στη δυτική Γεωργία ως de facto ξεχωριστός ηγεμόνας. Το 1261 έδωσε καταφύγιο στον Δαυίδ Ζ΄, ο οποίος αργότερα προσπάθησε να τερματίσει την μογγολική κυριαρχία. Ωστόσο ο Δαυίδ Ζ΄ Ουλού έκανε ειρήνη με τους Μογγόλους, και επέστρεψε στην Τιφλίδα το 1262. Ο αξιωματούχος των Μονγκέ και Μπατού, Αργκούν, τιμώρησε σκληρά τους Γεωργιανούς και Αρμένιους ευγενείς, λεηλατώντας τις πόλεις τους και εκτελώντας τους εξέχοντες ηγέτες τους. Χώρισε τους Γεωργιανούς σε έξι πολιτείες. Εν τω μεταξύ, ο Μπαϊτζού κατέστειλε την εξέγερση του Σελτζούκου σουλτάνου Καϊκαούς Β΄ κοντά στην Άγκυρα το 1256, και αποκατέστησε τη μογγολική εξουσία στην Ανατολική Τουρκία. Μέχρι τότε, οι Κασμίριοι είχαν επαναστατήσει, και ο Μονγκέ διόρισε τους στρατηγούς του, Σαλί και Τακουντάρ, για να αντικαταστήσουν την αυλή και έναν βουδιστή διδάσκαλο, τον Οτοτσί, ως αρχιδικαστή στο Κασμίρ. Ωστόσο, ο βασιλιάς του Κασμίρ σκότωσε τον Οτοτσί στο Σριναγκάρ. Ο Σαλί εισέβαλε ξανά σκοτώνοντας τον βασιλιά, και κατέστειλε την εξέγερση, μετά την οποία η χώρα παρέμεινε υποτελής στην Μογγολική αυτοκρατορία για πολλά χρόνια.
Θρησκευτική πολιτική
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Μονγκέ επιβεβαίωσε τον διορισμό του Χαϊγιούν από τον Γκουγιούκ ως αρχηγού όλων των Βουδιστών στην Μογγολική Αυτοκρατορία το 1251. Το 1253, ο Ναμό από το Κασμίρ έγινε αρχηγός όλων των Βουδιστών μοναχών στην αυτοκρατορία. Κατά την κατάκτηση του Θιβέτ το 1252-53, όλοι οι βουδιστές κληρικοί εξαιρέθηκαν από τη φορολογία. Ο Θιβετιανός Κάρμα Πάκσι, 2ος Καρμάπα Λάμα, έλαβε την προστασία του Μονγκέ. Ο Μονγκέ είχε εντυπωσιαστεί από τον ηλικιωμένο ταοϊστή μοναχό Τσιού Τσουτζί, ο οποίος γνώρισε τον παππού του Τζένγκις Χαν στο Αφγανιστάν. Ο Μονγκέ έκανε τον Λι Ζιτσάνγκ αρχηγό των Ταοϊστών. Ωστόσο, οι Ταοϊστές είχαν εκμεταλλευτεί τον πλούτο και την κοινωνική τους θέση, κατασχένοντας βουδιστικούς ναούς. Ο Μονγκέ απαίτησε από τους Ταοϊστές να σταματήσουν την υποτίμηση του Βουδισμού. Ο Μονγκέ διέταξε τον Κουμπλάι να τερματίσει την κληρική διαμάχη μεταξύ των Ταοϊστών και των Βουδιστών στην επικράτειά του. Ο Κουμπλάι συγκάλεσε συνέδριο Ταοϊστών και Βουδιστών ηγετών στις αρχές του 1258. Στο συνέδριο, ο ταοϊστικός ισχυρισμός διαψεύστηκε επίσημα, και ο Κουμπλάι μετέτρεψε βίαια τους 237 ναούς τους σε Βουδιστικούς, και κατέστρεψε όλα τα αντίγραφα των πλαστών κειμένων.
Παρά τις κατακτήσεις του στο χαλιφάτο των Αββασιδών και στο Ισμαηλικό κράτος, ο Μονγκέ ευνόησε τους Μουσουλμάνους. Αυτός και ο Χουλεγκού έκαναν την κοινότητα των Δωδεκαδιστών στη Νατζάφ μία αυτόνομη θρησκευτική πολιτεία απαλλαγμένη από φόρους. Όπως και οι προκάτοχοί του, απάλλαξε τους κληρικούς, τους μοναχούς, τις εκκλησίες, τα τζαμιά, τα μοναστήρια και τους ιατρούς από τη φορολογία.
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μονγκέ, ο Λουδοβίκος Θ΄ της Γαλλίας έστειλε τον Γουλιέλμο του Ρούμπρουκ ως διπλωμάτη, αναζητώντας συμμαχία με τους Μογγόλους εναντίον των Μουσουλμάνων. Μέχρι τότε, ο χατούν Ογκούλ-Χοϊμής του Μονγκέ ήταν ήδη νεκρός. Αφού άφησε τον Γάλλο απεσταλμένο να περιμένει για πολλούς μήνες, ο Μονγκέ υποδέχτηκε επίσημα τον Γουλιέλμο Ρούμπρουκ στις 24 Μαΐου 1254. Ο Ρούμπρουκ τον ενημέρωσε ότι είχε έρθει για να διαδώσει τον λόγο του Ιησού. Στη συνέχεια, παρέμεινε για να βοηθήσει τους Χριστιανούς στο Καρακορούμ, και παρακολούθησε συζητήσεις μεταξύ αντίπαλων θρησκειών που διοργάνωσαν οι Μογγόλοι. Ο Μονγκέ Χαν κάλεσε τον Γουλιέλμο Ρούμπρουκ για να τον στείλει πίσω στην πατρίδα του το 1255. Είπε στον Ρούμπρουκ:
Πρέσβεις από τη Λατινική αυτοκρατορία και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στη Νίκαιας ήρθαν στην αυλή των Μογγόλων, για να διαπραγματευτούν τους όρους και με τον Χαν Μονγκέ. Το 1252 ο βασιλιάς Χετούμ Α΄ της Μικράς Αρμενίας ξεκίνησε το ταξίδι του στη Μογγολία. Έφερε πολλά πλούσια δώρα, και συναντήθηκε με τον Μονγκέ στο Καρακορούμ. Είχε ακρόαση με τον Μονγκέ στις 13 Σεπτεμβρίου 1254, συμβούλεψε τον Χαγάνο για χριστιανικά ζητήματα στη Δυτική Ασία, και έλαβε από τον Μονγκέ έγγραφα που εγγυώνταν το απαραβίαστο τού προσώπου του και τού βασιλείου του. Σύμφωνα με τα αρμενικά έγγραφα, ο Χετούμ Α΄ ζήτησε από τον χαγάνο και τούς αξιωματούχους του να ασπαστούν τον Χριστιανισμό. Απαντώντας, ο Μονγκέ εξήγησε ότι επιθυμούσε οι υπήκοοί του να λατρεύουν πραγματικά τον Μεσσία, αλλά δεν μπορούσε να τους αναγκάσει να αλλάξουν θρησκεία. Ο Μονγκέ ενημέρωσε επίσης τον Χετούμ Α΄ ότι ετοιμαζόταν να εξαπολύσει επίθεση στη Βαγδάτη, και ότι θα παρέδιδε την Ιερουσαλήμ στους Χριστιανούς, αν συνεργάζονταν μαζί του. Ο Χετούμ Α΄ ενθάρρυνε έντονα άλλους Σταυροφόρους να ακολουθήσουν το παράδειγμά του, και να υποταχθούν στην μογγολική κυριαρχία, αλλά έπεισε μόνο τον γαμπρό του Βοημούνδο ΣΤ΄, ηγεμόνα του πριγκιπάτου της Αντιόχειας και της κομητείας της Τρίπολης, ο οποίος προσέφερε τη δική του υποταγή κάποια στιγμή στη δεκαετία του 1250. Οι στρατοί του Αρμενικού βασιλείου της Κιλικίας και του Βοημούνδου ΣΤ΄ θα βοηθούσαν σύντομα τον στρατό του Μονγκέ στη Δύση.
Μουσουλμάνοι ηγεμόνες υπέβαλαν επίσης την υποταγή τους στον Μονγκέ στο Καρακορούμ, όπως ο Αγιουβίδης ηγεμόνας της Μαγιαφαρικίν Αλ-Καμίλ Μουχαμάντ, ο οποίος πήγε αυτοπροσώπως το 1253, και συνάντησε εκεί άλλους μουσουλμάνους ηγεμόνες από τη Μοσούλη (απεσταλμένους του Μπαντρ αλ'Ντιν Λουλού) και το Μαρντίν (Αρτουκίδες) προσφέροντας την υποταγή τους. [6]
Οι σαμάνοι έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην αυλή, και μερικές φορές επηρέαζαν την πολεμική προετοιμασία.
Περίοδος κατακτήσεων
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύζυγοι, παλλακίδες και παιδιά
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Κύριες σύζυγοι: [7]
- αυτοκράτειρα Zεντζιέ, από τη φυλή ΧονγκτζΚουτουκάι (忽都台), κόρη του Ουλαντάι Κουρεγκέν
- Μπαλτού (班禿 大子, π. 1258), 1ος γιος
- Ουρούνγκ-Τας (玉龙答失, π. 1267), 3ος γιος
- Μπαγιαλούν, μεγάλη πριγκίπισσα της Πολιτείας Τσανγκ (伯雅倫 昌国大长公主), 1η κόρη
- παντρεύτηκε τον Kουρίν Κουρεγκέν (ανιψιός του Ουλαντάι Κουρέγκ)
- αυτοκράτειρα, της φυλής Χονγκιλά του Χονγκιράντ (也速兒皇后 弘吉剌氏d. μετά το 1260), προσωπικό όνομα Γιεσουέρ (也速兒)
- αυτοκράτειρα, των Οϊράτς Μπορτζίγκιν, προσωπικό όνομα Ογκούλ Τουτμίς ή Ογκούλ Καϊμίς (κόρη του Κουτουκά Μπεκί των Οϊράτς)
- πριγκίπισσα Σιρίν, μεγάλη πριγκίπισσα της Πολιτείας Τσανγκ (失邻昌国大长公主), 2η κόρη
- παντρεύτηκε τον Τσοχιμτάι Κιουρεγκέν (γιο του Ταϊτζού Κιουρεγκέν από το Ολχουνούτ)
- Μπιτσιγκέ, μεγάλη πριγκίπισσα της Πολιτείας Τσανγκ (必赤合), 3η κόρη
- παντρεύτηκε τον Τσοχιμτάι Κιουρεγκέν (γιο του Ταϊτζού Κιουρεγκέν από το Ολχουνούτ)
- πριγκίπισσα Σιρίν, μεγάλη πριγκίπισσα της Πολιτείας Τσανγκ (失邻昌国大长公主), 2η κόρη
- Τσουμπέι Χατούν (απεβ. 8 Σεπτεμβρίου 1259).
Παλλακίδες:
- σύζυγος, της φυλής Bayaut Borjigin, προσωπικό όνομα Μπαγιαβτσίν (巴牙兀真贵妃)
- Σιρεγκί, πρίγκιπας του Χεπίνγκ (昔里 河平王, π. 1280), 4ος γιος
- σύζυγος, της φυλής Eλτζιγκίν του Χονγκιράντ (贵妃), Κουιτανί (奎帖尼)
- Asutai (阿速台), 2ος γιος


Σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Πρότυπο:Langx Мөнх, Πρότυπο:Transliteration, [mn];[2] κινεζικά:
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 (Αγγλικά, Κινεζικά) China Biographical Database.
- ↑ «Мөнх хаан». mongoltoli.mn, mongolian state dictionary (στα Μογγολικά). Ανακτήθηκε στις 5 Οκτωβρίου 2017.
- ↑ Pratt Atwood, Christopher (2004). Encyclopedia of Mongolia and the Mongol Empire. Facts on File. σελ. 362. ISBN 978-0-8160-4671-3.
- ↑ J. Weatherford Genghis Khan and the Making of the Modern World, p. 169, (ISBN 978-0609809648)
- 1 2 Enkhbold, Enerelt (2019). «The role of the ortoq in the Mongol Empire in forming business partnerships». Central Asian Survey 38 (4): 531–547. doi:.
- ↑ Meri, Josef W. (2006). Medieval Islamic Civilization: An Encyclopedia. Psychology Press. σελ. 541. ISBN 978-0-415-96690-0.
The Ayyubid ruler of Mayyafariqin, al-Kamil Muhammad, arrived at Mo ̈ngke's court in 1253, made his submission, and found there Muslim princes from Mosul and Mardin. It is clear, then, that years before Hulegu's arrival in the area, the majority of Muslim princes in Iraq, Jazira, and Syria had made some type of submission to the Mongols and that at least some were paying tribute.
- ↑ Rashīd al-Dīn Ṭabīb, 1247?-1318. (1971). The successors of Genghis Khan. New York: Columbia University Press. σελίδες 198–199. ISBN 0-231-03351-6.
Περαιτέρω ανάγνωση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Mongol Imperialism: The Policies of the Grand Qan Möngke in China, Russia, and the Islamic Lands, 1251–1259 by Thomas T. Allsen, University of California Press, 1987 (ISBN 0-520-05527-6)
- The Empire of the Steppes by René Grousset, Rutgers University Press, 1970. (ISBN 0-8135-1304-9).
- Pow, Stephen (2017). «Fortresses that Shatter Empires: A Look at Möngke Khan's Failed Campaign against the Song Dynasty, 1258–1259». Annual of Medieval Studies at CEU (Central European University) 27: 102. https://www.academia.edu/34202841.
- Rockhill, William Woodville (1967), The Journey of William of Rubruck to The Eastern Parts of the World, 1253-55, As Narrated by Himself, With Two Accounts of the Earlier Journey of John of Pian de Carpine.
- Genghis Khan and the Making of the Modern World by Jack Weatherford
- The mission of William of Rubruck: His journey to the court of the Great Khan Möngke 1253–1255 by William, Peter Jackson, David Morgan, Hakluyt Society, Hakluyt Society, Hakluyt Society, 1990.
