Μονή Παναγίας του Άρακα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μονή Παναγίας του Άρακα
Panagia tou Arakou Lagoudera.JPG
Η μονή εξωτερικά
Είδοςμοναστήρι και εκκλησία
Γεωγραφικές Συντεταγμένες34°57′56″N 33°0′22″E
Διοικητική υπαγωγήΛαγουδερά
ΧώραΚύπρος
Προστασίατμήμα μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς (από 2001)

Η Μονή της Παναγίας του Άρακα είναι μια μονή που βρίσκεται κοντά στο χωριό Λαγουδερά Λευκωσίας. Η Μονή της Παναγίας του Άρακα ανάγεται στις εκκλησίες όπου δημιουργήθηκαν στη Μέση Βυζαντινή Περίοδο, γύρω στον 12ο αιώνα. Παρήκμασε τον 18ο αιώνα και σήμερα σώζεται το διώροφο μοναστηριακό κτήριο στην βόρεια πλευρά της εκκλησίας που χρησιμοποιείται σαν κατοικία του ιερέα. Η προέλευση του ονόματος Άρακος, ίσως να προέρχεται από το φυτό αρακάς ή από την λέξη ιέρακας, το γεράκι.

Αρχιτεκτονική και Διακόσμηση Ναού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι μονόκλιτου τύπου με τρούλο. Εξωτερικά η στέγη διαμορφώνεται σε σχήμα σταυρού. Η εκκλησία είναι διακοσμημένη με εξαιρετικής τέχνης τοιχογραφίες με δαπάνη του Λέοντος του Αυθέντη το 1192. Αυτή είναι και οι μεγάλη σημασία της εκκλησίας, ότι παρουσιάζει μια συμπληρωμένη σειρά με τοιχογραφίες του νεοκλασικού ρυθμού της Βυζαντινής τέχνης. Οι κομψές και εκλεπτυσμένες μορφές με ελληνιστική επίδραση, η πλούσια κίνηση τον ενδυμάτων, με ελευθερία στη κίνηση, απλώνουν την ομορφιά τους και τη χάρη τους, σε όλους τους τοίχους της εκκλησίας. Στην αψίδα οι τοιχογραφίες διαφέρουν τεχνοτροπικά από τις άλλες τοιχογραφίες του ναού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έγιναν σε προγενέστερη εποχή αλλά μάλλον έγιναν από άλλο ζωγράφο. Τον 14ο αιώνα ο ζωγράφος Λεόντιος ζωγράφισε τη Θεοτόκο στο τυφλό τόξο πάνω από την βόρεια είσοδο του ναού και την εξωτερική πλευρά του αρχικού δυτικού τοίχου. Τον 17ο αιώνα ζωγραφίστηκαν διάφοροι άγιοι στην εξωτερική πλευρά του βόρειου τοίχου.

Οι πιο διάσημες εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εικόνα της Θεοτόκου Αρακιώτισσας

Οι πιο διάσημες εικόνες της εκκλησίας θεωρούνται αυτές του Χριστού και της Θεοτόκου Αρακιώτισσας, οι οποίες έχουν αποδοθεί στον Θεόδωρο Αψευδή και χρονολογούνται στο τέλος του 12ου αιώνα. Ο ζωγράφος αποδίδει με πολλή προσοχή της λεπτομέρειες και με έντονη αντιπαράθεση φωτός και σκιάς στο πρόσωπο, ιδιαίτερα εκείνο του Χριστού, όπου ο λαδοπράσινος σκοτεινός προπλασμός έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις πλατιές κόκκινες επιφάνειες που αποδίδουν τα ζυγωματικά του προσώπου. Χαρακτηριστική είναι επίσης η επιμέλεια με την οποία ο ζωγράφος αποδίδει τη κόμη και τη γενειάδα του Χριστού. Στην εικόνα όμως της Παναγίας που ανήκει στον τύπο της Οδηγήτριας, χρησιμοποιεί λιγότερο θερμά χρώματα. Αν και ζωγράφισε το κεφάλι της Παναγίας όρθιο, σχεδόν σε αγέρωχη στάση, έδωσε μελαγχολική έκφραση στον πρόσωπο. Ο τρόπος απόδοσης του προσώπου με την περιορισμένη σκιά και τους φωτεινούς τόνους της σάρκας και τις έντονες κόκκινες βούλλες στα μάγουλα και τη κόκκινη γραμμή που τονίζει τα βλέφαρα και τη μύτη συνδέουν την εικόνα με άλλες σύγχρονες εικόνες.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εικόνες της Κύπρου, Α. Παπαγεωργίου, Έκδοση Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, Λευκωσία 1991.
  • Οδοιπορικό στις Αγιογραφημένες Εκκλησίες της Κύπρου, Δομετίου μοναχού, Κύπρος 2005.