Μογγολιστάν

Το Μογγολιστάν, (Mogulistan) [α] που ονομάζεται επίσης Χανάτο των Μογγόλων ή Ανατολικό Χανάτο Τσαγκατάι, [β] ήταν ένα Τουρκο-Μογγολικό, μουσουλμανικό, αποσχισθέν χανάτο του Χανάτου Τσαγκατάι και μία ιστορική γεωγραφική περιοχή βόρεια της οροσειράς Τένγκρι Ταγκ, [1] στα σύνορα της Κεντρικής Ασίας και της Ανατολικής Ασίας. Αυτή η περιοχή σήμερα περιλαμβάνει τμήματα του Καζακστάν, του Κιργιστάν και του βορειοδυτικού Σιντζιάνγκ. Το χανάτο κυβέρνησε ονομαστικά την περιοχή από τα μέσα του 14ου αι. έως τα τέλη του 17ου αι.
Ξεκινώντας από τα μέσα του 14ου αι., ένα νέο χανάτο -με τη μορφή μίας νομαδικής φυλετικής συνομοσπονδίας με επικεφαλής ένα μέλος της οικογένειας Τσαγκατάι- αναδύθηκε στην περιοχή τού ποταμού Ιλί. Ως εκ τούτου, θεωρείται συνέχεια του Χανάτου Τσαγκατάι, αλλά αναφέρεται επίσης ως Χανάτο των Μογγόλων.
Στην πραγματικότητα, ο τοπικός έλεγχος βρισκόταν στους τοπικούς Μογγόλους Ντουγκλάτ ή Νακσμπαντί Σούφι στις αντίστοιχες οάσεις τους. Αν και οι ηγεμόνες απολάμβαναν μεγάλο πλούτο από το εμπόριο με τη δυναστεία Μινγκ, η περιοχή μαστιζόταν από συνεχή εμφύλιο πόλεμο και εισβολές από την αυτοκρατορία των Τιμουριδών, η οποία αναδύθηκε από το δυτικό τμήμα του πρώην Χανάτου Τσαγκάται. Το χανάτο χωρίστηκε στο Χανάτο Τουρπάν με έδρα την πόλη Τουρπάν, και στο Χανάτο Γιαρκέντ με έδρα την πόλη Γιαρκέντ, μέχρι που το Χανάτο Τζουνγκάρ κατέκτησε την περιοχή στις αρχές του 18ου αι.
Ετυμολογία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το «Μογγολιστάν» είναι περσικό όνομα, και σημαίνει απλώς «Γη των Μογκούλ» ή Μογγόλων (ο όρος Μογκούλ ή Μουγκάλ είναι περσικός για τον «Μογγόλο», και -ιστάν σημαίνει γη στα περσικά) αναφερόμενος στον ανατολικό κλάδο των εθνοτικών Μογγόλων Χαν Τσαγκατάι που την κυβέρνησαν. [3] Ο όρος «Μογγολιστάν» εμφανίζεται κυρίως στη σοβιετική ιστοριογραφία, ενώ η κινεζική ιστοριογραφία χρησιμοποιεί κυρίως τον όρο «Ανατολικό Χανάτο Τσαγκατάι», το οποίο αντιπαραβάλλει το Μογγολιστάν με την αυτοκρατορία των Τιμουριδών. Οι Μογγόλοι Χαν θεωρούσαν τούς εαυτούς τους κληρονόμους των μογγολικών παραδόσεων και αυτοαποκαλούνταν Μογγόλοι Ουλς, από τους οποίους προέρχεται ο περσικός όρος «Μογγολιστάν». Οι μανδαρίνοι της δυναστείας Μινγκ αποκαλούσαν τους Μογγόλους «τις μογγολικές φυλές στο Μπεσμπαλίκ» (κινεζικά: 别失八里 )". Το Τιμουριδικό εξώνυμο για το Moγκουλιστάν ήταν Ουλουσ-ί Τζαλάχ. [1]
Όταν οι Μογγόλοι κατέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος της Ασίας και της Ρωσίας τον 13ο αι. και δημιούργησαν τη Μογγολική αυτοκρατορία, ζούσαν ως μειονότητες σε πολλές από τις περιοχές που είχαν υποτάξει, όπως το Ιράν και την Κίνα. Ως αποτέλεσμα, οι Μογγόλοι σε αυτές τις περιοχές υιοθέτησαν γρήγορα την τοπική κουλτούρα. Για παράδειγμα, στο Περσικό Ιλχανάτο οι Μογγόλοι χάνοι υιοθέτησαν το Ισλάμ και την περσική κουλτούρα μετά από λιγότερο από μισό αιώνα, ενώ οι χάνοι της δυναστείας Γιουάν ασπάστηκαν τα κινεζικά έθιμα της αυλής. Αντίθετα, οι Μογγόλοι και οι υφιστάμενοί τους, που εγκαταστάθηκαν σε αυτό που έγινε γνωστό ως Μογγολιστάν, ήταν στην καταγωγή νομάδες της στέπας από τη Μογγολία. Εξαιτίας αυτού, ήταν πολύ πιο ανυπόμονοι στην αλλαγή τού τρόπου ζωής τους. Διατήρησαν τον κυρίως νομαδικό τρόπο ζωής τους για αρκετούς αιώνες, και ήταν από τους τελευταίους Μογγόλους που ασπάστηκαν το Ισλάμ. Κατά τον 14ο αι. οι κάτοικοι του Μογγολιστάν ήταν γνωστοί ως «Μογγόλοι», ενώ οι αρχηγοί και η αριστοκρατία των Μογγόλων χρησιμοποιούσαν τίτλους τουρκικής και τουρκο-περσικής καταγωγής, όπως «Μιρζά», «μπεγκ» και «αμίρ». Παρά ταύτα, ο πρώτος Χαν του Μογγολιστάν, ο Τουγλούγκ Τιμούρ, έγινε μουσουλμάνος το 1354 μαζί με 160.000 οπαδούς. Αυτό το γεγονός σηματοδότησε τελικά τον εξισλαμισμό του Μογγολιστάν.
Οι Μογγόλοι σχηματίστηκαν από πολυάριθμες τουρκικές φυλές των Τζετίσου (Ουσούν, Ντουγκλάτ, κ.λπ.), τουρκικές φυλές του Ντεστ-Κιπτσάκ (Κιπτσάκ, Κανγκλί, κ.λπ.), μογγολικές φυλές από το μογγολικό οροπέδιο (Αρλάτ, Μπαρίν, Μπαρλάς, Μπεσούντ, Κουνγκράτ /Κονγκιράτ, Σουντούς) και μη μογγολικές φυλές από τη Μογγολία (Τζαλαΐρ, Κερεϊτ, Μερκίτ, Ναϊμάν). [4] Η μουσουλμανική άποψη για τους Τούρκους ως νομάδες της εσωτερικής Ασίας, υιοθετήθηκε από τους Μογγόλους του Ιλχανάτου και τους Μογγόλους διαδόχους στην Κεντρική Ασία (Τιμουρίδες, Μογγόλους και Σιμπανίδες Ουζμπέκους), οι οποίοι θεωρούσαν τούς εαυτούς τους ως τον πιο εξέχοντα κλάδο των Τούρκων. [5] Οι Μογγόλοι υιοθέτησαν την τουρκική γλώσσα, με αποτέλεσμα τον σχηματισμό της τουρκικής γλώσσας Τσαγκατάι. Σύμφωνα με τον Βασίλι Μπαρτόλντ, υπάρχουν «ορισμένες ενδείξεις ότι ορισμένοι από τους Μογγόλους εξακολουθούσαν να μιλούν μογγολικά μέχρι τις αρχές του 16ου αι.». [6] Για τους μόνιμους Μογγόλους στην Υπερωξιανή, οι νομάδες Μογγόλοι στα ανατολικά τους, αντιπροσώπευαν ένα προπύργιο του αληθινού μογγολικού πολιτισμού, εξ ου και το όνομα «Μογγολιστάν». [7]
Γεωγραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Δεδομένου ότι οι Μογγόλοι ήταν νομάδες της στέπας, τα όρια των εδαφών τους σπάνια παρέμεναν τα ίδια για πολύ. Ωστόσο, το Μογγολιστάν με την αυστηρότερη έννοια βρισκόταν στο κέντρο της περιοχής Ιλί . Οριοθετούνταν δυτικά από την επαρχία Σας και τα Όρη Καρατάου, ενώ η νότια περιοχή της λίμνης Μπαλκάς σηματοδοτούσε το βόρειο όριο της επιρροής των Μογγόλων. Από εκεί τα σύνορα σταδιακά έγερναν προς νοτιοανατολική κατεύθυνση, μέχρι να φθάσουν στο ανατολικό τμήμα των Ορέων Τιεν Σαν. Το Τιεν Σαν χρησίμευε τότε ως το νότιο σύνορο του Μογγολιστάν. Εκτός από το καθαυτό Μογγολιστάν, οι Μογγόλοι έλεγχαν επίσης ονομαστικά τη σύγχρονη Τζουνγκαρία (βόρεια Σιντζιάνγκ, συμπεριλαμβανομένου του βυθίσματος Τουρπάν) και τη Ναντζιάνγκ (νότια Σιντζιάνγκ, συμπεριλαμβανομένης της λεκάνης Ταρίμ). Εκτός από το Μογγολιστάν, το Ναντζιάνγκ και το Μπεϊτζιάνγκ, αρκετές άλλες περιοχές υπήχθησαν επίσης προσωρινά στην κυριαρχία των Μογγόλων κατά καιρούς, όπως η Τασκένδη, η Φεργκάνα και τμήματα του Μπανταχσάν. Το Μογγολιστάν ήταν κυρίως στεπική περιοχή, και ήταν το μέρος, όπου συνήθως κατοικούσαν οι Μογγόλοι. Λόγω της νομαδικής φύσης των Μογγόλων, οι πόλεις του Μογγολιστάν παρήκμασαν κατά τη διάρκεια τής κυριαρχίας τους, αν κατάφερναν να παραμείνουν κατεχόμενες.

Εκτός από τις πόλεις, οι οποίες βρίσκονταν στους πρόποδες των βουνών, σχεδόν όλη η Ναντζιάνγκ ήταν έρημος. Ως αποτέλεσμα, οι Μογγόλοι γενικά έμεναν έξω από την περιοχή και αποτελούσε μία μικρή πηγή ανθρώπινου δυναμικού. Οι Ντουγκλάτ εμίρηδες ή ηγέτες του ισλαμικού τάγματος Νακσμπάντι διοικούσαν αυτές τις πόλεις στο όνομα των Μογγόλων χαν μέχρι το 1514. [3] Οι Μογγόλοι κυβερνούσαν πιο άμεσα την Ναντζιάνγκ, αφού έχασαν το ίδιο το Μογγολιστάν. Η πρωτεύουσα της Ναντζιάνγκ ήταν συνήθως η Γιαρκάντ ή το Κασγκάρ. Ένας σύγχρονος κινεζικός όρος για μέρος της περιοχής της Ναντζιάνγκ ήταν «Νότια διαδρομή Τιεν Σαν» (κινεζικά: 天山南路 ), σε αντίθεση με τη «Βόρεια» διαδρομή, δηλαδή την Τζουνγκαρία . [8]
Η μεταγενέστερη τουρκική λέξη «Αλτίσαχρ», που σημαίνει «Έξι πόλεις», έγινε δημοφιλής κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας του Τατζίκ πολέμαρχου Γιακούμπ Μπεγκ του 19ου αι., ο οποίος είναι ένας ανακριβής όρος για ορισμένες δυτικές, τότε μουσουλμανικές πόλεις-οάσεις. [9] Ο Σοκάν Γουαλιχανόφ τις ονομάζει Γιαρκάντ, Κασγκάρ, Χοτάν, Ακσού, Ουτς-Τουρπάν και Γιανγκί Χισάρ . Δύο ορισμοί του Άλμπερτ φον Λε Κοκ αντικαθιστούν το Ουτς-Τουρφάν με το Μπατσού (Μαραλμπισί) ή το Ακσού με Γιετσένγκ (Καργκαλίκ). Κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας του Γιακούμπ, το Τουρφάν αντικατέστησε το Ουτς-Τουρφάν, και άλλοι πληροφοριοδότες προσδιορίζουν επτά, αντί για έξι, πόλεις στο «Αλτί-σαχρ». [9] Τα σύνορα του Αλτί-Σαχρ ήταν καλύτερα καθορισμένα από αυτά του Μογγολιστάν, με την Τιεν Σαν να σηματοδοτεί το βόρειο όριο, το Παμίρ το δυτικό και το Κουνλούν Σαν το νότιο. Τα ανατολικά σύνορα ήταν συνήθως ελαφρώς ανατολικά του Κούτσα .
Το βουδιστικό βασίλειο στο Μπεϊτζιάνγκ, με επίκεντρο το Τουρφάν, ήταν η μόνη περιοχή όπου οι άνθρωποι αναγνωρίστηκαν ως «Ουιγούροι» μετά τις ισλαμικές εισβολές. [10] Η ευρύτερη περιοχή του Τουρφάν συνορεύει με τη Ναντζιάνγκ στα δυτικά, την Τιεν Σαν στα βόρεια, την Κουνλούν Σαν στα νότια και το πριγκιπάτο του Χάμι. Το 1513 το Χάμι έγινε εξαρτημένο από το Τουρφάν, και παρέμεινε έτσι μέχρι το τέλος της κυριαρχίας των Μογγόλων. Ως αποτέλεσμα, οι Μογγόλοι έγιναν άμεσοι γείτονες της Κίνας Μινγκ. Αν και ο όρος «Ουιγουρστάν» χρησιμοποιήθηκε για την πόλη-κράτος του Τουρφάν, ο όρος συγχέεται στις μουσουλμανικές πηγές με τον όρο Καθάι. Οι Ουιγούροι χαν είχαν γίνει οικειοθελώς Μογγόλοι υποτελείς κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Τζένγκις Χαν, και ως εκ τούτου τούς επετράπη να διατηρήσουν τα εδάφη τους. Καθώς η Μογγολική αυτοκρατορία διασπάστηκε στα μέσα του 13ου αι., η περιοχή του Σιντζιάνγκ ανατέθηκε στους Τσαγκαταΐδες. Η δύναμη των Ουιγούρων χαν μειώθηκε σταδιακά υπό την κυριαρχία των Μογγόλων, μέχρι που ο τελευταίος καταγεγραμμένος χαν ασπάστηκε βίαια το Ισλάμ τη δεκαετία του 1380 ή του 1390. Μετά τον 15ο αι. φαίνεται ότι υποβλήθηκε σε άμεση κυριαρχία των Μογγόλων, και ιδρύθηκε εκεί ένα ξεχωριστό Χανάτο των Μογγόλων στα μέσα του 15ου αι. Μετά τον εξισλαμισμό του Τουρφάν, ο μη ισλαμικός όρος «Ουιγούρ» εξαφανίστηκε, μέχρι που ο Κινέζος εθνικιστής ηγέτης Σενγκ Σιτσάι, ακολουθώντας τη Σοβιετική Ένωση, τον εισήγαγε για έναν διαφορετικό, μουσουλμανικό πληθυσμό το 1934. [10]
Ιστορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι διαφωνίες σχετικά με τη διαδοχή οδήγησαν στη διάλυση της Μογγολικής αυτοκρατορίας στην Ασία: στο Χανάτο Τσαγκάται στην Κεντρική Ασία, στη δυναστεία Γιουάν (1279–1368) στην Κίνα, στο Ιλχανάτο στην Περσία και στη Χρυσή Ορδή στο Ντεστ-ι-Κιπτσάκ, τα οποία διεξήγαγαν καταστροφικούς πολέμους μεταξύ τους.
Το Μογγολιστάν, το οποίο αποτελούσε το ανατολικό τμήμα του Χανάτου Τσαγκατάι, έγινε ανεξάρτητο το 1347 υπό τον Τσαγκαταΐδη, ονόματι Τουγλούγκ Τιμούρ. Δεν υπάρχει αποδεκτή ημερομηνία για τη διάλυση του Χανάτου Τσαγκατάι, αν και ορισμένοι ιστορικοί την ορίζουν με την άνοδο του Τουγλούγκ. Υπήρχαν λίγες σύγχρονες ιστορίες για το Μογγολιστάν, σε αντίθεση με την καλά τεκμηριωμένη αυτοκρατορία των Τιμουριδών. Το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης γνώσης για την περιοχή προέρχεται από το Ταρίκ-ι-Ρασίντι, τη μόνη πρωτογενή πηγή για την περιοχή. [1]
Διαίρεση του Χανάτου Τσαγκατάι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ανατολικές περιοχές του Χανάτου Τσαγκατάι στις αρχές του 14ου αι. κατοικούνταν από αρκετές μογγολικές νομαδικές φυλές. Αυτές οι φυλές δυσανασχετούσαν με τον προσηλυτισμό των Ταρμασιρίν στο Ισλάμ, και τη μετακίνηση του χαν στις κατοικημένες περιοχές της Υπερωξιανής. Ήταν πίσω από την εξέγερση, που κατέληξε στον θάνατο του Ταρμασιρίν. Ένας από τους χαν που ακολούθησαν τον Ταρμασιρίν, ο Τσανγκσί, ευνοούσε την ανατολή και ήταν μη μουσουλμάνος.
Τη δεκαετία του 1340, καθώς μία σειρά από εφήμερους χαν αγωνίζονταν να κρατήσουν την εξουσία στην Υπερωξιανή, οι Τσαγκαταΐδες έδωσαν ελάχιστη προσοχή στις ανατολικές περιοχές. Ως αποτέλεσμα, οι ανατολικές φυλές εκεί ήταν ουσιαστικά ανεξάρτητες. Οι πιο ισχυρές από τις φυλές, οι Ντουγκλάτ, έλεγχαν εκτεταμένες περιοχές στο Μογγολιστάν και τη δυτική λεκάνη του Ταρίμ. Το 1347 οι Ντουγκλάτ αποφάσισαν να διορίσουν έναν δικό τους χαν, και ανέβασαν στον θρόνο τον Τσαγκαταΐδη Τουγλούγκ Τιμούρ.
Ο Τουγλούγκ Τιμούρ (1347–1363) έγινε έτσι επικεφαλής μίας φυλετικής συνομοσπονδίας, που κυβερνούσε τη λεκάνη Ταρίμ και την περιοχή της στέπας του Μογγολιστάν (που πήρε το όνομά της από τους Μογγόλους). Η βασιλεία του ήταν σύγχρονη με τη σειρά των μαριονετών χαν που κυβέρνησαν στην Υπερωξιανή, πράγμα που σημαίνει ότι τώρα υπήρχαν ουσιαστικά δύο χανάτα με επικεφαλής τους Τσαγαταΐδες: ένα στη δύση, με κέντρο την Υπερωξιανή, και ένα στην ανατολή, με κέντρο το Μογγολιστάν. Σε αντίθεση με τους χαν στη δύση, ωστόσο, ο Τουγλούγκ Τιμούρ ήταν ένας ισχυρός ηγεμόνας, που ασπάστηκε το Ισλάμ (1354) και προσπάθησε να μειώσει τη δύναμη των Ντουγκλάτ. Ο Τουγλούγκ Τιμούρ υιοθέτησε το Ισλάμ, του οποίου οι έννοιες της ούμμα, του γκαζάτ (ιερού πολέμου) και του τζιχάντ ενέπνευσαν τον εδαφικό επεκτατισμό του στην Υπερωξιανή. Η στροφή ήταν επίσης πολιτικά βολική, καθώς στιγμάτισε τους αντιφρονούντες πρίγκιπες, τους οποίους σκότωσε, ως «παγανιστές και ειδωλολάτρες». [1] Η μεταστροφή τού γενικού πληθυσμού ακολούθησε με αργούς ρυθμούς. Το 1360 εκμεταλλεύτηκε την κατάρρευση της τάξης στην Υπερωξιανή και τη νομιμότητά του ως απογόνου του Χαν Τσαγάται , για να εισβάλει στην περιοχή και να την ελέγξει, επανενώνοντας έτσι προσωρινά τα δύο χανάτα. Παρά την εισβολή για δεύτερη φορά το 1361 και τον διορισμό τού γιου του Ιλγιά Χοτζά ως ηγεμόνα της Υπερωξιανής, ωστόσο, ο Τουγλούγκ Τιμούρ δεν μπόρεσε να διατηρήσει τον έλεγχο της περιοχής, και οι Μογγόλοι τελικά εκδιώχθηκαν από τον Αμίρ Χουσεΐν και τον Τιμούρ, οι οποίοι στη συνέχεια πολέμησαν μεταξύ τους για τον έλεγχο της Υπερωξιανής.
Μογγολιστάν
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η κυριαρχία των Τσαγκαταΐδών στο Μογγολιστάν διακόπηκε προσωρινά από το πραξικόπημα του Ντουγκλάτ Αμίρ Καμάρ-ουντ-Ντιν, ο οποίος πιθανότατα σκότωσε τον Ιλγιά Χοτζά το 1368 και αρκετούς άλλους Τσαγκαταΐδες. Αυτή η κατάληψη της εξουσίας προκάλεσε μία περίοδο σχεδόν συνεχών εμφυλίων πολέμων, επειδή οι αρχηγοί των φυλών δεν μπορούσαν να δεχτούν ότι ο Καμάρ-ουντ-Ντιν, ένας «κοινός άνθρωπος», μπορούσε να ανέλθει στο θρόνο. Η αντίθεση στον Καμάρ-ουντ-Ντιν εντός της δικής του φυλής Ντουγκλάτ έθεσε σε κίνδυνο την ενότητα του Μογγολιστάν, καθώς ο Μιρζά Αμπού Μπακρ Ντουγκλάτ ανέλαβε τον έλεγχο του Κασγκάρ. [1] Οι Μογγόλοι που παρέμειναν υπάκουοι σε αυτόν βρίσκονταν συνεχώς σε πόλεμο με τον Τιμούρ, ο οποίος εισέβαλε στο Μογγολιστάν αρκετές φορές, αλλά δεν μπόρεσε να συλλάβει τους Ντουγκλάτ εισβολείς. Ο Τιμούρ έστειλε τουλάχιστον πέντε νικηφόρες αποστολές στο Μογγολιστάν, αποδυναμώνοντας σοβαρά το καθεστώς των οπαδών του Κουμάρ-ουντ-Ντιν. Οι Μογγόλοι είχαν στείλει μία ανεπιτυχή δέηση στον αυτοκράτορα Χονγκγού της Κίνας ζητώντας βοήθεια, καθώς ο Ταμερλάνος ήθελε επίσης να κατακτήσει την Κίνα, [1] ενώ τόνιζαν ότι η Υπερωξιανή ήταν γη που ανήκε στους δικούς τους Μογγόλους προγόνους, θεωρώντας τον έλεγχο των Τιμουριδών επί της Υπερωξιανής παράνομο. [11] Αν και δεν προέκυψε στρατιωτική συμμαχία, η δυναστεία Μινγκ άνοιξε το εμπόριο καραβανιών στο Μογγολιστάν, πλουτίζοντας σε μεγάλο βαθμό τους Μογγόλους ηγεμόνες που εισέπρατταν <i>ζακάτ</i> (φόρο) στο επικερδές εμπόριο του Δρόμου του Μεταξιού. [12] Αυτό το εμπόριο εγκαινίασε μία εποχή οικονομικών και πολιτιστικών ανταλλαγών με την Κίνα, με αντάλλαγμα την αποδοχή από το κράτος (αυτό που οι Μινγκ θεωρούσαν) καθεστώτος υποτελούς στους Μινγκ. [3]
Αφού οι Κινέζοι Χαν ενώθηκαν και εκδίωξαν τους Μογγόλους από την Κίνα, εγκαθιδρύοντας τη δυναστεία Μινγκ (1368–1644), πρόσφυγες Γιουάν Μογγόλοι, κυρίως της φυλής Μπορτζιγκίν, μετανάστευσαν στο ανατολικό Χανάτο Τσαγκατάι. [12] Αυτοί οι Μογγόλοι συμμάχησαν με τους νομάδες βουδιστές, χριστιανούς και σαμανιστές εξεγερμένους των περιοχών Ισίκ Κουλ και Ισί εναντίον του Τσαγκαταΐδη χαν Ταρμασίριν τη δεκαετία του 1330, μετά τη μεταστροφή του στο Ισλάμ.
Μία αποκατάσταση των Τσαγκαταϊδών έλαβε χώρα τη δεκαετία του 1380, όταν οι Ντουγκλάτ ενθρόνισαν τον επιζώντα κληρονόμο των Τσαγκαταϊδών, Χιζρ Χοτζά, αλλά οι Ντουγκλάτ διατήρησαν μία σημαντική θέση εντός του χανάτου. Για τα επόμενα σαράντα χρόνια εγκατέστησαν αρκετούς χαν τής επιλογής τους. Αφού αποκαταστάθηκε στο θρόνο από τους Ντουγκλάτ, ο Χιζρ Χοτζά πάντρεψε την αδελφή του με τον Αμίρ Τιμούρ (Ταμερλάνο), και στη συνέχεια ηγήθηκε προσωπικά ενός ιερού πολέμου εναντίον των «Χιτάι» (των Ουιγούρων στο Τουρφάν και το Κοτσό), προσηλυτίζοντάς τους βίαια στο Ισλάμ και θέτοντας τέλος στην πολιτεία των Ουιγούρων. [13]
Κατά τη διάρκεια του 15ου αι. οι Μογγόλοι έπρεπε να αντιμετωπίσουν αρκετές εχθρικές επιδρομές από τους Οϊράτες, τους Τιμουρίδες και τους Ουζμπέκους.
Η κυριαρχία των Μογγόλων στην περιοχή αποκαταστάθηκε από τον Ουβαΐς Χαν (1418–1428), έναν ευσεβή Μουσουλμάνο που βρισκόταν συχνά σε πόλεμο με τους Οϊράτ (Δυτικούς Μογγόλους) που περιπλανιόντουσαν στην περιοχή ανατολικά της λίμνης Μπαλκάς. Συνήθως ηττήθηκε και μάλιστα αιχμαλωτίστηκε δύο φορές από τους Οϊράτ Εσέν Ταϊσί, αλλά κατάφερε να εξασφαλίσει την απελευθέρωσή του και τις δύο φορές. Τον Ουβαΐς Χαν διαδέχθηκε ο Εσέν Μπουκά (1428–1462), ο οποίος επιτέθηκε συχνά στην αυτοκρατορία των Τιμουριδών στα δυτικά.
Διαίρεση του Μογγολιστάν
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αργά κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ο θρόνος τού Εσέν Μπούκα διεκδικήθηκε από τον αδελφό του Γιουνούς Χαν (1462–1487), ο οποίος είχε αναβαθμιστεί στο αξίωμα του χαν από τους Τιμουρίδες, σε μία προσπάθεια να αντιμετωπίσει τον Εσέν Μπουκά. Όταν ο Εσέν Μπουκά πέθανε το 1462, οι εμίρηδες Ντουγκλάτ διχάστηκαν, για το αν έπρεπε να ακολουθήσουν τον γιο του Ντοστ Μουχαμάντ, ο οποίος ήταν τότε 17 ετών, ή τον αδελφό του Γιουνούς Χαν. [14] Μετά τον θάνατο του Ντοστ Μουχαμάντ το 1469, [15] ο Γιουνούς Χαν επανένωσε το χανάτο, νίκησε τους Ουζμπέκους και διατήρησε καλές σχέσεις με τους Καζάκους και τους Τιμουρίδες, αλλά η δυτική λεκάνη του Ταρίμ χάθηκε από μία εξέγερση των Ντουγκλάτ. Το 1484 κατέλαβε την Τασκένδη από τους Τιμουρίδες.
Ο Γιουνούς Χαν (1462–1487) επωφελήθηκε από την αδυναμία των γειτόνων του και κατέλαβε την Τασκένδη το 1482. Προς το τέλος της βασιλείας του Γιουνούς, ο γιος του, Αχμάντ Αλάκ, ίδρυσε ένα αποσχισμένο ανατολικό Χανάτο στο ευρύτερο Τουρπάν.
Κατά τη διάρκεια του 15ου αι. οι Μογγόλοι χάνοι εκτουρκίζονταν ολοένα και περισσότερο. Αναφέρεται μάλιστα ότι ο Γιουνούς Χαν είχε την εμφάνιση Τατζίκου αντί για Μογγόλου. Αυτός ο εκτουρκισμός μπορεί να μην ήταν τόσο εκτεταμένος στον γενικό πληθυσμό των Μογγόλων, οι οποίοι επίσης ασπάστηκαν το Ισλάμ πιο αργά από τον χαν και τους κορυφαίους εμίρηδες (αν και μέχρι τα μέσα τού 15ου αι. οι Μογγόλοι θεωρούνταν σε μεγάλο βαθμό Μουσουλμάνοι ). Οι χάνοι υιοθέτησαν επίσης την ισλαμική σαρία αντί της μογγολικής Γιάσα. [16]

Μετά τον θάνατο του Γιουνούς Χαν, τα εδάφη του διαιρέθηκαν από τους γιους του. Ο Αχμάντ Αλάκ (1487–1503), ο οποίος κυβέρνησε το ανατολικό Μογγολιστάν ή Χανάτο Τουρπάν από το Τουρπάν, πολέμησε μία σειρά από επιτυχημένους πολέμους εναντίον των Οϊράτ, επιτέθηκε σε κινεζικά εδάφη, και προσπάθησε να καταλάβει τη δυτική λεκάνη Ταρίμ από τους Ντουγκλάτ, αν και τελικά δεν τα κατάφερε. Το 1503 ταξίδευσε δυτικά για να βοηθήσει τον αδελφό του Μαχμούντ Χαν (1487–1508), τον ηγεμόνα του δυτικού Μογγολιστάν στην Τασκένδη, εναντίον των Ουζμπέκων υπό τον Μουχάμαντ Σαϊμπανί. Οι αδελφοί ηττήθηκαν και αιχμαλωτίστηκαν. Απελευθερώθηκαν, αλλά η Τασκένδη καταλήφθηκε από τους Ουζμπέκους. Ο Αχμάντ Αλάκ πέθανε λίγο αργότερα, και τον διαδέχθηκε ο γιος του Μανσούρ Χαν (1503–1545), ο οποίος κατέλαβε το Χαμί από το Καρά Ντελ, ένα Μογγολικό εξαρτημένο μέρος της Κίνας Μινγκ, το 1513. Ο Μαχμούντ Χαν πέρασε αρκετά χρόνια προσπαθώντας να ανακτήσει την εξουσία του στο Μογγολιστάν. Τελικά τα παράτησε και υποτάχθηκε στον Μουχάμαντ Σαϊμπανί, ο οποίος τον εκτέλεσε. Το υπόλοιπο δυτικό Μογγολιστάν (η περιοχή του σύγχρονου Κιργιστάν) σταδιακά χάθηκε από τις Κιργιζικές φυλές. [17] Το 1469-70 οι Κιργίζιοι που ανήκαν στη συνομοσπονδία Οϊράτ, μετανάστευσαν στα βουνά Τιεν Σαν στο Μογγολιστάν. Οι Κιργιζικές φυλές, με επικεφαλής τον Ταγκάι Μπίι, επαναστάτησαν εναντίον των Μογγόλων. Μέχρι το 1510-11 είχαν ουσιαστικά εκδιώξει τους Μογγόλους. Ωστόσο μέχρι το 1526-27, ο Μογγόλος χαν Σουλτάν Σαΐντ προσπάθησε, αλλά απέτυχε, να επαναφέρει τους Κιργίζιους στην υποδούλωση. [18]
Ο αδελφός του Μανσούρ Χαν, Σουλτάν Σαΐντ Χαν (1514–1533), κατέκτησε τη δυτική λεκάνη του Ταρίμ από τον Μιρζά Αμπού Μπακρ Ντουγκλάτ το 1514, και εγκαταστάθηκε στο Κασγκάρ σχηματίζοντας το χανάτο Γιαρκέντ. Στη συνέχεια, το χανάτο του Μογγολιστάν διαιρέθηκε οριστικά, αν και ο Σουλτάν Σαΐντ Χαν ήταν ονομαστικά υποτελής του Μανσούρ Χαν στο Τουρπάν. Μετά τον θάνατο του Σουλτάν Σαΐντ Χαν από οίδημα μεγάλου υψομέτρου σε μία αποτυχημένη επίθεση στο Θιβέτ το 1533 [17], τον διαδέχθηκε ο Αμπντουρασίντ Χαν (1533–1565), ο οποίος ξεκίνησε τη βασιλεία του εκτελώντας ένα μέλος της οικογένειας Ντουγκλάτ. Ανιψιός του νεκρού εμίρη, ο Μιρζά Μουχαμάντ Χαϊντάρ Ντουγκλάτ κατέφυγε στην αυτοκρατορία των Μουγκάλ στην Ινδία, και τελικά κατέκτησε το Κασμίρ, όπου έγραψε μία ιστορία των Μογγόλων. Ο Αμπντουρασίντ Χαν πολέμησε επίσης για τον έλεγχο του (δυτικού) Μογγολιστάν εναντίον των Κιργιζο-Κοζάκων της Μεγάλης Ορδής, αλλά το (δυτικό) Μογγολιστάν τελικά χάθηκε. έκτοτε οι Μογγόλοι περιορίστηκαν σε μεγάλο βαθμό στην κατοχή της λεκάνης Tαρίμ.
Η κυριαρχία των Χότζα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στα τέλη του 16ου και στις αρχές του 17ου αι. το Χανάτο του Γιαρκέντ (1514–1705) πέρασε μία περίοδο αποκέντρωσης, με την εμφάνιση πολυάριθμων υπο-χανάτων με κέντρα το Κασγκάρ, το Γιαρκάντ, το Ακσού και το Χοτάν.
Στα τέλη του 16ου και του 17ου αι., η εξουσία στα κράτη των Μογγόλων μετατοπίστηκε σταδιακά από τους Χαν στους χοτζά(δες), οι οποίοι ήταν ισχυροί θρησκευτικοί ηγέτες τον 16ο αι. του τάγματος των Σούφι Νακσμπαντί. Οι χαν παραχωρούσαν όλο και περισσότερο την κοσμική εξουσία στους χοτζάδες, μέχρι που αυτοί ουσιαστικά έγιναν η κυβερνώσα δύναμη στην Κασγκαρία. Ταυτόχρονα, οι Κιργίζιοι άρχισαν να διεισδύουν και στο Αλτί-Σαχρ.
Οι ίδιοι οι χοτζάδες ήταν χωρισμένοι σε δύο αιρέσεις: τους Ακ Ταγκλίκ και τους Καρά Ταγκλίκ. Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του 1670, όταν οι Μογγόλοι χαν προφανώς προσπάθησαν να επαναβεβαιώσουν την εξουσία τους, εκδιώκοντας τον ηγέτη των Ακ Ταγκλίκ.
Το 1677 ο χοτζά Αφάκ του Ακ Ταγκλίκ κατέφυγε στο Θιβέτ, όπου ζήτησε βοήθεια από τον 5ο Δαλάι Λάμα για να αποκαταστήσει την εξουσία του. Ο Δαλάι Λάμα κανόνισε την εισβολή του βουδιστικού Χανάτου Τζουνγκάρ, που κατοικούσε στα εδάφη βόρεια του χανάτου του Γιαρκέντ, το 1680, και εγκατέστησε ηγεμόνες-μαριονέτες στο Γιαρκέντ. [19]
Το Χανάτο Γιασκέντ ανατράπηκε τελικά το 1705, θέτοντας τέλος στην κυριαρχία των Τσαγκατάι στην Κεντρική Ασία. [20] Οι Κασγκάρ μπέγκ και οι Κιργίζιοι πραγματοποίησαν εξέγερση και κατέλαβαν τον Ακμπάς Χαν κατά τη διάρκεια μίας επίθεσης στο Γιαρκάντ. Οι Γιαρκάντ μπεγκ ζήτησαν στη συνέχεια από τους Τζουνγκάρ να παρέμβουν, με αποτέλεσμα οι Τζουνγκάρ να νικήσουν τους Κιργίζιους και να τερματίσουν πλήρως την κυριαρχία των Τσαγκατάι, εγκαθιστώντας το Ακ Ταγκλίκ στο Κασγκάρ. Βοήθησαν επίσης το Ακ Ταγκλίκ να υπερκεράσει το Καρά Ταγκλίκ στο Γιαρκάντ. Λίγο αργότερα, το βασίλειο των Μογγόλων του Τουρπάν και του Χαμί κατακτήθηκε επίσης από το χανάτο Ζουνγκάρ, αλλά οι Ζουνγκάρ εκδιώχθηκαν από την Κίνα των Τσινγκ. Οι απόγονοι του οίκου Τσαγκατάι υποτάχθηκαν στους Τσινγκ, και κυβέρνησαν το Χανάτο Κουμούλ (1696–1930) ως υποτελείς της Κίνας μέχρι το 1930. Ο Μακσούντ Σαχ ήταν ο τελευταίος από αυτούς, ο οποίος πέθανε το 1930. Η λεκάνη του Ταρίμ έπεσε υπό την κυριαρχία των Τζουνγκάρ, μέχρι που καταλήφθηκε από τους Μαντσού αυτοκράτορες της Κίνας στα μέσα του 18ου αι.
Δείτε επίσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Λίστα των χαν Τσαγκατάι
- Κατάλογος μογγολικών κρατών
- Κατάλογος μεσαιωνικών μογγολικών φυλών και φυλών
- Τουρπάν
- Αυτοκρατορία των Μουγκάλ
Σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ from Πρότυπο:Langx, Πρότυπο:Transliteration; κινεζικά:
- ↑ κινεζικά:
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 3 4 5 6 Kim, Hodong (2000). «The Early History of the Moghul Nomads: The Legacy of the Chaghatai Khanate». Στο: Amatai-Preiss, Reuven, επιμ. The Mongol Empire & Its Legacy. Brill. σελίδες 290, 299, 302–304, 306–307, 310–316.
- ↑ Lach, Donald F.; Van Kley, Edwin J. (1994), Asia in the Making of Europe, Chicago: University of Chicago Press, ISBN 978-0-226-46734-4.
- 1 2 3 Starr, S. Frederick (2004). Xinjiang: China's Muslim Borderland. M.E. Sharpe. σελίδες 45–47. ISBN 0-7656-1317-4.
- ↑ Lee, Joo-Yup (June 2018). «Some remarks on the Turkicisation of the Mongols in post-Mongol Central Asia and the Qipchaq Steppe». Acta Orientalia Academiae Scientiarum Hungaricae 71 (2): 121–144. doi:. ISSN 0001-6446. https://akjournals.com/view/journals/062/71/2/article-p121.xml.
- ↑ Lee, Joo-Yup (2019-12-23), «Turkic Identity in Mongol and Post-Mongol Central Asia and the Qipchaq Steppe», Oxford Research Encyclopedia of Asian History, doi:, ISBN 978-0-19-027772-7, https://oxfordre.com/asianhistory/display/10.1093/acrefore/9780190277727.001.0001/acrefore-9780190277727-e-443, ανακτήθηκε στις 2025-02-27
- ↑ Бартольд В. В. (1968). Москва: Наука. σελίδες 169–170. Missing or empty
|title=(βοήθεια) - ↑ Timothy May (2016). The Mongol Empire: A Historical Encyclopedia. ABC-CLIO. σελ. 49. ISBN 978-1-61069-340-0.
- ↑ Lansdell, Henry (1894). Chinese Central Asia; a ride to Little Tibet. 1. Charles Scribner's Sons. σελ. 318.
- 1 2 Canfield, Robert Leroy (2010). Ethnicity, Authority, and Power in Central Asia: New Games Great and Small. Taylor & Francis. σελ. 45.
- 1 2 Gladney, Dru (2004). «The ethnogenesis of the Uyghur». Dislocating China: Muslims, Minorities, and Other Subaltern Subjects. University of Chicago press. σελίδες 213–214, 217.
- ↑ textsThe Mongol empire & its legacy. Leiden; Boston : Brill. 2000. σελ. 315. ISBN 978-90-04-11946-8.
- 1 2 Upshur, Jiu-Hwa· Terry, Janice J (2011). World History: Before 1600: The Development of Early Civilizations. 1. Cengage Learning. σελίδες 431–432.
- ↑ James A. Millward (2007). Eurasian Crossroads: A History of Xinjiang. Hurst Publishers. σελ. 69. ISBN 978-1-84904-067-9.
- ↑ Barthold, V. V. (1962). Four Studies on the History of Central Asia. Brill. σελ. 149.
The town of Aqsu (in Chinese Turkestan) and the region to the west of it were ruled, down to 873/1468-9, by Esen-buqa's son Dost-Muhammad, after whose death Yunus occupied Aqsu.
- ↑ Journal of the Royal Asiatic Society of Great Britain & Ireland. Cambridge University Press for the Royal Asiatic Society. 1898. σελ. 725.
The author of the "Tarikh-i-Rashidi" gives the following chronogram of the death of Dost Muhammad Khan of Aksu: = 877 H. "That pig died."
- ↑ «元明两代的鄯善战乱». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Αυγούστου 2019. Ανακτήθηκε στις 24 Ιουνίου 2014.
- 1 2 Christoph Baumer (2018). History of Central Asia, The: 4-volume set. Bloomsbury Publishing. ISBN 978-1-83860-867-5.
- ↑ Ahmad Hasan Dani, Vadim Mikhaĭlovich Masson (2003). History of Civilizations of Central Asia: Development in contrast: from the sixteenth to the mid-nineteenth century. UNESCO. σελίδες 111–112. ISBN 978-92-3-103876-1.
- ↑ Millward, James A. (2007). Eurasian Crossroads: A History of Xinjiang (illustrated έκδοση). Columbia University Press. σελίδες 86–88. ISBN 978-0-231-13924-3. Ανακτήθηκε στις 10 Μαρτίου 2014.
- ↑ Adle, Chahryar (2003), History of Civilizations of Central Asia 5, σελ. 193
Βιβλιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Millward, James A. Ευρασιατικό Σταυροδρόμι: Μια Ιστορία του Σιντζιάνγκ . Νέα Υόρκη: Columbia University Press, 2007· Λονδίνο: C. Hurst, 2007.
- Μίρζα Μουχάμαντ Χαϊντάρ . Το Ταρίκ-ι-Ρασίντι: Ιστορία των Μογγόλων της Κεντρικής Ασίας . Μετάφραση: Έντουαρντ Ντένισον Ρος . ISBN 81-86787-02-Χ .
- Grousset, Rene (1970), Empire of the Steppes, Rutgers University Press, ISBN 0-8135-1304-9.
- Elias, N. Σχόλια. Το Tarikh-i-Rashidi (Ιστορία των Μογγόλων της Κεντρικής Ασίας) . Από τον Mirza Muhammad Haidar. Μετάφραση από τον Edward Denison Ross, επιμέλεια N. Elias. Λονδίνο, 1895.