Μικρή ρέα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μικρή ρέα
Ενήλικη μικρή ρέα φωτογραφημένη σε πάρκο πτηνών στην Γερμανία
Ενήλικη μικρή ρέα φωτογραφημένη σε πάρκο πτηνών στην Γερμανία
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Ρεόμορφα (Rheiformes)
Οικογένεια: Ρεΐδες (Rheidae)
Γένος: Ρέα (Rhea) (Brisson, 1760) F
Είδος: R. pennata
Διώνυμο
Rhea pennata (Ρέα η πτερωτή)
d’ Orbigny, 1834
Υποείδη

Rhea pennata garleppi
Rhea pennata pennata
Rhea pennata tarapacensis

Η Μικρή ρέα είναι παλαιόγναθο ατροπιδοφόρο πτηνό της οικογενείας των Ρεϊδών, που απαντά αποκλειστικά στην Νότια Αμερική. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Rhea pennata [1] και περιλαμβάνει 3 υποείδη.[2]

  • Η μικρή ρέα είναι το μικρότερο από τα 2 αρτίγονα μέλη του γένους Rhea, της οικογενείας των Ρεϊδών, ατροπιδοφόρων πτηνών που απαντούν στην Νότια Αμερική. Το άλλο μέλος της οικογενείας είναι η μεγάλη ρέα.

Τάση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Καθοδική ↓ [3]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους, Rhea, είναι άμεση απόδοση της ελληνικής Ρέα. Η Ρέα (μυθολογία) ήταν σημαντική τιτανική θεότητα στα αρχαία χρόνια, μητέρα του Δία, αδελφή και σύζυγος του Κρόνου. Άγνωστος παραμένει ο λόγος ονοματοδοσίας του πτηνού, καθώς η ίδια η λέξη έχει άγνωστη ετυμολογία [4]. Πιθανόν, επειδή το πτηνό έχει απωλέσει την πτητική του ικανότητα και κινείται συνεχώς στο έδαφος, την γη, να συσχετίζεται η ονομασία με την θεά Γη, της οποίας η Ρέα ήταν θυγατέρα.[5] Κατ’ άλλην -πιθανότερη- εκδοχή, στην κωμωδία του Αριστοφάνη Όρνιθες, υπάρχει σκωπτική αντιπαράθεση μεταξύ της «Μεγάλης Μητέρας» (Ρέα) και του «Μεγάλου Όρνιθος» (Στρουθοκάμηλος), δηλαδή ο αρχαίος κωμικός «χειρίζεται» την θεά Ρέα σαν πτηνό, στοιχείο που οδήγησε στην ονοματοδοσία του.[6]

Ο όρος pennata στην επιστημονική ονομασία του είδους, είναι λατινικός και σημαίνει «ο φέρων φτερά, πτερωμένος, πτερωτός». Προέρχεται από το σημαντικό διαγνωστικό στοιχείο της παρουσίας φτερών στην κνήμη του ζώου,[5] από όπου δόθηκε η παλαιότερη επιστημονική ονομασία του γένους, Pterocnemia (βλ. Συστηματική ταξινομική).

Η αγγλική λαϊκή ονομασία του είδους, όπως και η αντίστοιχη ελληνική παραπέμπουν στο μέγεθος του πτηνού, συγκρινόμενο με εκείνο της μεγάλης ρέας. Άλλες ονομασίες του είδους είναι ñandú petiso, ή ñandú del norte, κυρίως στην Αργεντινή. Η λέξη ñandú (στην γλώσσα guarani), σημαίνει «αράχνη», πιθανόν λόγω της συνήθειας του πτηνού να ανοιγοκλείνει τις πτέρυγες, όταν τρέχει. Επίσης, στην γλώσσα Κέτσουα (Quechua), αποκαλείται suri ή surí και στην γλώσσα mapuche αποκαλείται choique, ονομασία με πιθανή προέλευση την Παταγονία.

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφική κατανομή των υποειδών του είδους Rhea pennata: Κίτρινο R. p. tarapacensis, Πράσινο σκούρο R. p. pennata, Λαδί R. p. garleppi

Το είδος περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον Γάλλο φυσιοδίφη Α. Ντ’ Ορμπινί (Alcide Charles Victor Marie Dessalines d'Orbigny, 1802-1857), από τον κάτω Ρίο Νέγρο, (Μπουένος Άιρες Αργεντινή, 1834). Μέχρι πρόσφατα ήταν τοποθετημένο στο γένος Pterocnemia, βάσει κυρίως της παρουσίας φτερών στον ταρσό, καθώς και την διευθέτηση των φολίδων στην ίδια περιοχή. Όμως, γενετικές μελέτες έδειξαν στενή συγγενική σχέση με την μεγάλη ρέα και ταξινομήθηκε στο ίδιο με αυτήν γένος –ωστόσο, η ITIS δεν έχει αποδεχθεί ακόμη αυτή την αλλαγή.[7]

Αναγνωρίζονται 3 υποείδη, αλλά υπάρχουν διαφωνίες μεταξύ των ερευνητών, καθώς έχει προταθεί η ταξινόμηση του ενός (1) από αυτά ως ξεχωριστό είδος (βλ. Πίνακα κατανομής υποειδών). Ωστόσο, αυτή η πρόταση δεν έχει υιοθετηθεί πλήρως. Η ταξινομική κατάσταση των επί μέρους taxa στις περιοχές όπου οι κατανομές τους συναντώνται ή πλησιάζουν μεταξύ τους, στην επαρχία Μεντόζα παραμένει αβέβαιη και απαιτεί περαιτέρω διευκρίνιση. Δεν είναι γνωστό εάν είναι είναι παραπατρικά, με μικρή ενδιάμεση περιοχή υβριδοποίησης, εάν υπάρχουν σταδιακά ενδιάμεσοι πληθυσμοί (clinal) σε μια μεγάλη περιοχή, που διαχωρίζονται από στενή, αλλά σημαντική περιοχή βιοτόπου ή υψομέτρου ή αλληλοεπικαλύπτονται χωρίς διασταυρώσεις μεταξύ τους.[8]

Γεωγραφική κατανομή υποειδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μικρή ρέα απαντά στην Νότια Αμερική, στην περιοχή των αλτιπλάνος και στην Παταγονία, από το ύψος της βόρειας Χιλής, νότια μέχρι την Γη του Πυρός. Τα κράτη όπου κατανέμεται -όχι αναγκαστικά σε όλη τους την έκταση- είναι η Βολιβία, το Περού, η Χιλή και η Αργεντινή.

Αρ. Υποείδος Περιοχές αναπαραγωγής (επιδημητικό ή/και καλοκαιρινός επισκέπτης) Περιοχές μετακίνησης ή/και διαχείμασης Σημειώσεις
1 Rhea pennata garleppi λειμώνες (puna) ΝΑ Περού (Moquegua και Δ Puno), ΝΔ Βολιβία, ΒΔ Αργεντινή (Jujuy, νότια προς San Juan) Θεωρείται ότι, μαζί με το 3, συνιστά ξεχωριστό είδος (Rhea tarapacensis) από κάποιους ερευνητές. Σχεδόν Απειλούμενο (NT).[9][10]
2 Rhea pennata pennata Ν Χιλή, ΔΚ και Ν Αργεντινή, Γη του Πυρός (εισηγμένο από το 1936) Υβριδίζεται με την μεγάλη ρέα σε συνθήκες αιχμαλωσίας. Θεωρείται ως ξεχωριστό είδος (Rhea pennata) από κάποιους ερευνητές, λόγω της παρουσίας περισσοτέρων φολίδων στους ταρσούς, πιο γκρίζο πτέρωμα και μακρυτέρων ταρσών από τα υποείδη 1 και 3. Ελαχίστης ανησυχίας (LC).[9]
3 Rhea pennata tarapacensis Β Χιλή (περιοχές Αρίκα & Παρινακότα έως Αντοφαγάστα) Θεωρείται ότι, μαζί με το 1, συνιστά ξεχωριστό είδος (Rhea tarapacensis) από κάποιους ερευνητές. Σχεδόν Απειλούμενο (NT).[9]

Πηγές:[11][12][13]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μικρή ρέα διαβιοί στην στέπα, τις θαμνώδεις εκτάσεις, τα μικτά εδάφη θάμνων-στέπας και στους υγροτόπους με λιβάδια και λίμνες,[14] μέχρι τα 1.500 μ. ή και τα 2.000 μ.[15] Γενικά, προτιμούν να αναπαράγονται σε ορεινές περιοχές με συστάδες γρασιδιού.[16]

Ωστόσο, υπάρχει διαφορά στο υψόμετρο όπου συχνάζουν τα επί μέρους υποείδη της μικρής ρέας. Το υποείδος 2 (nominate), διαβιοί στα προαναφερθέντα υψόμετρα, αλλά τα υποείδη 1 και 3 απαντούν και σε ερημικές περιοχές, αλατούχα εδάφη τύπου puna, πλατώματα με ελαφρόπετρα, ορεινούς τυρφώνες και περιοχές με tola (Lepidophyllum sp.), ακόμη και μέχρι τα 3.000-4.500 μ.,[17] ιδιαίτερα κατά την αναπαραγωγική περίοδο.

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικη μικρή ρέα

Η μικρή ρέα είναι ατροπιδοφόρο πτηνό που το παρουσιαστικό της θυμίζει μικρή στρουθοκάμηλο, με μέγεθος ικανό για να της δώσει τον «τίτλο» του μεγαλύτερου πτηνού στην Νότια Αμερική, μετά την μεγάλη ρέα. Γενικά, το πτέρωμα είναι αφράτο και «αναμαλλιασμένο», σκούρο γκρίζο με αρκετές αποχρώσεις του καφέ, πιο σκούρο μαυριδερό στην βάση του λαιμού. Το κεφάλι, ο λαιμός, οι γλουτοί και οι μηροί είναι πτερωμένοι. Το πτέρωμα έχει στίγματα καφέ και λευκά, ενώ τα φτερά του είναι παρόμοια με εκείνα των στρουθοκαμήλων, υπό την έννοια ότι δεν διαθέτουν μεταφτερό (aftershaft) στην βάση του καλάμου.[18] Οι πτέρυγες είναι αρκετά μεγάλες, αλλά χρησιμοποιούνται μόνο κατά το τρέξιμο, για να διατηρείται η ισορροπία του πουλιού κυρίως στις κλειστές στροφές, καθώς επίσης και κατά την διάρκεια των ερωτικών επιδείξεων.

Όπως και στην στρουθοκάμηλο, το κεφάλι και το ράμφος είναι μικρά, ενώ οι ταρσοί μεγάλοι, ισχυροί και καλύπτονται από 18 οριζόντιες φολιδωτές «πλάκες» στο μπροστινό μέρος.[19] Τα πόδια είναι, επίσης, ισχυρά και έχουν 3 δακτύλους, με τον οπίσθιο δάκτυλο να απουσιάζει. Σε γενικές γραμμές, τα αρσενικά είναι μεγαλύτερα και βαρύτερα από τα θηλυκά, με πιο σκούρα χρώματα. Οι νεοσσοί είναι γκρίζοι με σκούρες επιμήκεις ρίγες.

  • Το κύριο διαγνωστικό στοιχείο της μικρής ρέας είναι ότι, σε αντίθεση με την μεγάλη ρέα, οι ταρσοί δεν είναι ολοκληρωτικά γυμνοί, αλλά πτερωμένοι στο πάνω εμπρόσθιο μέρος τους. Το στοιχείο αυτό υπήρξε η αφορμή για την παλαιότερη ταξινόμηση του πτηνού στο γένος Pterocnemia.

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: 92 έως 100 (-150) εκατοστά
  • Ύψος: 90 έως 100 (-183) εκατοστά
  • Μήκος ράμφους: 6,2 έως 9,2 εκατοστά
  • Μήκος ταρσού: 28 έως 32 εκατοστά
  • Βάρος: 15 έως 25 (-28,5) κιλά

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μεγάλη ρέα

Όπως και η μεγάλη ρέα, η μικρή ρέα θεωρείται παμφάγο πτηνό, που περιλαμβάνει τόσο φυτική όσο και ζωική ύλη στην διατροφή της. Πέρα από τις ομοιότητες με την μεγάλη «εξαδέλφη» της, η μικρή ρέα τρώει κάκτους, φύλλα, καρπούς και σπέρματα διαφόρων φυτών, ιδιαίτερα όμως κυριαρχούν οι αγρωστώδεις πόες Stipa sp..[19] Επίσης, φυτά που ευδοκιμούν σε «σκληρά», αλατούχα εδάφη, όπως των οικογενειών Chenopodiaceae και Amaranthaceae.

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μικρή ρέα είναι, γενικά, σιωπηλό πτηνό εκτός από την αναπαραγωγική περίοδο, οπότε αρθρώνει υπόκωφους θορύβους (ιδίως το αρσενικό), ενώ οι νεοσσοί παράγουν χαρακτηριστικό σφύριγμα. Κατά την διάρκεια της περιόδου μη-αναπαραγωγής, τυπικά, οι μικρές ρέες σχηματίζουν ομάδες των 5-30 ατόμων, με ένα (1) αρσενικό να συνοδεύεται πάντοτε από αρκετά θηλυκά.[19] Όταν καταδιώκονται, τρέχουν γρήγορα σε σχήμα ζιγκ-ζαγκ, σηκώνοντας εναλλάξ τις πτέρυγες. Η μικρή ρέα μπορεί να φτάσει ταχύτητες των 60 χλμ/ώρα, που τής επιτρέπουν να ξεφεύγει από τα περισσότερα αρπακτικά ζώα.

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μεγάλη ρέα

Απειλές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κυνήγι και η συλλογή των αβγών είναι οι κυριότερες απειλές για το είδος, με την υπερβόσκηση, ίσως, να είναι λιγότερο σημαντική, αλλά εξακολουθεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις.[20] Άτομα σε αιχμαλωσία αναπαράγονται για εμπορικούς λόγους.[21]

Σχέση με τον άνθρωπο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Ρέα (πτηνό)

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tο είδος, αν και έχει περιγραφεί ως «μη κοινό»,[22] έχει μεγάλο φάσμα κατανομής, ως εκ τούτου δεν προσεγγίζει τα κατώτατα όρια για τα Ευάλωτα (VU) είδη, βάσει του κριτηρίου του μεγέθους εύρους κατανομής, την έκταση των οικοτόπων και το μέγεθος του πληθυσμού. Το μέγεθος πληθυσμού δεν έχει ποσοτικοποιηθεί, αλλά δεν πιστεύεται ότι προσεγγίζει τα κατώτατα όρια για τα Ευάλωτα είδη (<10.000 ώριμα άτομα με συνεχιζόμενη πτώση > 10% σε δέκα χρόνια ή τρεις γενεές, ή με μια συγκεκριμένη δομή του πληθυσμού). Παρά το γεγονός ότι η τάση του πληθυσμού είναι καθοδική, η μείωση δεν πιστεύεται ότι είναι αρκετά ταχεία για να προσεγγίσει τα κατώτατα όρια για τα Ευάλωτα είδη, βάσει του κριτηρίου τάσης του πληθυσμού (> 30% πτώση πάνω από δέκα χρόνια ή τρεις γενεές). Για τους λόγους αυτούς, το είδος αξιολογείται ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC) σύμφωνα με την IUCN.[3]

Ωστόσο, τα ανωτέρω αφορούν στους πληθυσμούς του υποείδους Rhea pennata pennata, διότι η κατάσταση των πληθυσμών των άλλων δύο υποειδών Rhea pennata garleppi και Rhea pennata tarapacensis είναι χειρότερη. Ακόμη και εάν δεν θεωρηθεί ως ξεχωριστό είδος (Rhea tarapacensis) (βλ. Πίνακα κατανομής), το «σύνολο» των δύο υποειδών κατατάσσεται ως Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ), καθώς η μείωση του πληθυσμού του μπορεί να είναι «μέτριας» ταχύτητας για πάνω από τρεις γενιές (περίπου 33 έτη), λόγω των επιπτώσεων από την συλλογή των αβγών και το κυνήγι. Βέβαια, ο συνολικός πληθυσμός είχε εκτιμηθεί, παλαιότερα, σε μερικές εκατοντάδες πουλιά, αλλά είναι πιθανόν πολύ υψηλότερος, με «τουλάχιστον πολλές εκατοντάδες» μόνο στη Χιλή, από τα περουβιανά σύνορα προς την ορεινή Αντοφαγάστα. Ωστόσο, ο πληθυσμός στο Περού εξακολουθεί να θεωρείται ότι είναι πολύ μικρός.[23] Μια προκαταρκτική εκτίμηση είναι ότι ο συνολικός πληθυσμός θα μπορούσε να βρίσκεται στο εύρος 1.000-2.499 ωρίμων ατόμων, αλλά ο πραγματικός αριθμός μπορεί να είναι υψηλότερος.[24]

Μέτρα διαχείρισης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ανάπτυξη εκστρατειών για την ευαισθητοποίηση και τη μείωση του κυνηγιού, της συλλογής αβγών και της εξημέρωσης άγριων ατόμων σε συνθήκες αιχμαλωσίας.
  • Ανάπτυξη εναλλακτικών προγραμμάτων αειφόρου συγκομιδής των αβγών.[25]
  • Συλλογή των «ορφανών» αβγών, εκείνων δηλαδή που μένουν έξω από τις φωλιές, για τεχνητή επώαση σε προγράμματα αναπαραγωγής και επανεισαγωγή των ωρίμων ατόμων στην άγρια φύση [26]
  • Διατήρηση οικοτόπων στην κατάλληλη κατάσταση ως τόπων φωλιάσματος [14][25][27]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Clements
  2. Howard & Moore, p. 35
  3. 3,0 3,1 http://www.iucnredlist.org/details/full/22728199/0
  4. ΠΛΜ, 51:471
  5. 5,0 5,1 Gotch
  6. http://www.hbw.com/species/greater-rhea-rhea-americana
  7. http://www.itis.gov/servlet/SingleRpt/SingleRpt?search_topic=TSN&search_value=553787
  8. Μ. Pearman & Α. Jaramillo, in litt. 2014
  9. 9,0 9,1 9,2 http://www.hbw.com/species/lesser-rhea-rhea-pennata
  10. http://www.hbw.com/species/puna-rhea-rhea-tarapacensis
  11. Howard and Moore, p. 35
  12. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22728199
  13. http://ibc.lynxeds.com/species/greater-rhea-rhea-pennata
  14. 14,0 14,1 Bellis et al. 2006
  15. Davies, 2002
  16. del Hoyo et al. 1992
  17. M. Pearman in litt. 2014
  18. Perrins
  19. 19,0 19,1 19,2 Davies
  20. Barri et al. 2008
  21. Barri in litt. 2012
  22. Stotz et al, 1996
  23. J. Barrio in litt. 2014
  24. http://www.iucnredlist.org/details/full/22728206/0
  25. 25,0 25,1 Barri et al. 2008b
  26. Barri et al. 2008a
  27. Barri et al. 2009

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003
  • Helm Dictionary of Scientific Bird Names
  • Alfred Newton A Dictionary of Birds, 1896
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Mary Taylor Gray, The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Handrinos & Akriotis, The Birds of Greece, Helm 1997
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας», Αθήνα 1992
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Barri, F. R., Martella, M. B. and Navarro, J. L. 2008. Characteristics, abundance and fertility of orphan eggs of the Lesser Rhea (Pterocnemia-Rhea-pennata pennata): implications for conservation. Journal of Ornithology 149(2): 285-288.
  • Barri, F. R.; Martella, M. B.; Navarro, J. L. 2009. Nest-site habitat selection by Lesser Rheas (Rhea pennata pennata) in northwestern Patagonia, Argentina. Journal of Ornithology 150(2): 511-514.
  • Bellis, L. M.; Navarro, J. L.; Vignolo, P. E.; Martella, M. B. 2006. Habitat preferences of Lesser Rheas in Argentine Patagonia. Biodiversity and Conservation 15(9): 3065-3075.
  • Chebez, J. C. 1994. Los que se van: especies argentinas en peligro. Albatros, Buenos Aires.
  • Clements, James (2007). The Clements Checklist of the Birds of the World (6 ed.). Ithaca, NY: Cornell University Press. ISBN 978-0-8014-4501-9.
  • Davies, S. 2002. Ratites and Tinamous. Oxford University Press, Oxford.
  • del Hoyo, J.; Elliot, A.; Sargatal, J. 1992. Handbook of the Birds of the World, vol. 1: Ostrich to Ducks. Lynx Edicions, Barcelona, Spain.
  • Folch, A. 1992. Rheidai (Rheas). In: del Hoyo, J.; Elliott, A.; Sargatal, J. (ed.), Handbook of the birds of the world, pp. 84–89. Lynx Edicions, Barcelona, Spain.
  • Gotch, A.F. (1995) [1979]. Rheas: Latin Names Explained. A Guide to the Scientific Classifications of Reptiles, Birds & Mammals. New York, NY: Facts on File. p. 177. ISBN 0-8160-3377-3.
  • IUCN. 2014. The IUCN Red List of Threatened Species. Version 2014.2. Available at:www.iucnredlist.org. (Accessed: 21 May 2015).
  • Perrins, Christopher (1987) [1979]. Harrison, ed. Birds: Their Lifes, Their Ways, Their World. Reader's Digest Association, Inc. pp. 168–170. ISBN 0895770652.
  • Rocha O., O.; Quiroga, C. 1996. Aves. In: Ergueta, S.; de Morales, C. (ed.), Libro Rojo de los vertebrados de Bolivia, pp. 95-164. Centro de Datos para la Conservación, La Paz.
  • Stotz, D. F.; Fitzpatrick, J. W.; Parker, T. A.; Moskovits, D. K. 1996. Neotropical birds: ecology and conservation. University of Chicago Press, Chicago.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Darwin’s rhea της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).