Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μητρόπολη Κιέβου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αναπαράσταση της βαπτίσεως του Πρίγκιπα Βλαδίμηρου Α΄.

Η Μητρόπολη Κιέβου και πάντων των Ρως ή Εκκλησία του Κιέβου και πάντων των Ρως ήταν ιστορική Εκκλησία, η οποία αναπτύχθηκε εντός του κράτους των Ρως του Κιέβου (και, σε μεγαλύτερη κλίμακα, στη Ρουθηνία). Σύμφωνα με την παράδοση, οι καταβολές της ανάγονται στη βάπτιση του Πρίγκιπα Βλαδίμηρου Α' του Μεγάλου, το 988[1], παρά το γεγονός ότι ο Χριστιανισμός είχε διαδοθεί στην ευρύτερη περιοχή αρκετό καιρό νωρίτερα.

Η Μητρόπολη ιδρύθηκε και παρέμεινε υπό την de jure κανονική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως από την ίδρυσή της έως το 2018, παρά τη de facto προσωρινή διαχείριση και διοικητική της υπαγωγή στο Πατριαρχείο Ρωσίας που ξεκίνησε με τη Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1686 και την κατοπινή βίαιη ενσωμάτωσή της στη ρωσική εκκλησιαστική διοίκηση κατά τον 18ο αιώνα.

Από την ίδρυσή της, η Μητρόπολη Κιέβου υπήρξε το λίκνο του Ανατολικού και Δυτικού σλαβικού Χριστιανισμού για τους Ορθοδόξους και τους Ρωμαιοκαθολικούς. Πολλές σημερινές Εκκλησίες αυτοαναγορεύονται άμεσοι ή έμμεσοι κληρονόμοι της παλαιάς Εκκλησίας του Κιέβου:

Χάρτης του Κράτους των Ρως του Κιέβου

Το 991 ιδρύθηκε η Μητρόπολη Κιέβου και πάντων των Ρως, από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Το 1240, το Κιέβο κατελήφθη και καταστράφηκε από τους Μογγόλους του Μπατού. Το 1283, η έδρα της Μητρόπολης Κιέβου μεταφέρθηκε στο Βλαντίμιρ της Μοσχοβίας, διατηρώντας ωστόσο τον τίτλο με γεωγραφικό προσδιορισμό το Κίεβο. Το 1302 ιδρύθηκε η Μητρόπολη Γαλικίας για τις ανάγκες των ορθοδόξων του Πριγκιπάτου της Γαλικίας-Βολυνίας και το 1316 η Μητρόπολη Λιθουανίας για τις ανάγκες των ορθοδόξων του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας.

Το 1325, η έδρα της Μητρόπολης του Βλαντίμιρ μεταφέρθηκε στη Μόσχα, με διατήρηση του τίτλου με γεωγραφικό προσδιορισμό το Κίεβο. Το 1448, μέσω της διακήρυξης της αυτοκεφαλίας της Μητρόπολης Μόσχας, οι Προκαθήμενοι εγκατέλειψαν σταδιακά τον τίτλο με γεωγραφικό προσδιορισμό το Κίεβο, χρησιμοποιώντας πλέον αυτόν του Μητροπολίτη Μόσχας και πασών των Ρωσιών.

Το 1589, η αυτοκεφαλία της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας αναγνωρίστηκε και χορηγήθηκε με σχετικό Τόμο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο και της απέδωσε τον τιμητικά τον τίτλο του Πατριαρχείου. Το 1595-1596, η Ένωση του Μπρεστ σηματοδότησε την ένωση της Μητρόπολης Κιέβου με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Το 1620 αποκαταστάθηκε η Ορθόδοξη ιεραρχία εντός της Πολωνικής-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας.

Εκχριστιανισμός των Ρως (Καθεδρικός ναός Αγίου Βλαδίμηρου στο Κίεβο)

Το 1667, το Κίεβο και η ανατολική Ουκρανία πέρασαν στην κυριαρχία των Ρώσων. Μετά την επέκταση της κυριαρχίας του Βασιλείου της Μεγάλης Ρωσίας στις ανατολικές επαρχίες της Λευκορωσίας και της Ουκρανίας, ο τσάρος Μέγας Πέτρος ανταποκρίθηκε στο επίμονο αίτημα του Πατριάρχη Μόσχας Ιωακείμ (1674-90) να ζητήσει από τον Οικουμενικό Πατριάρχη την υπαγωγή και στην εκκλησιαστική του δικαιοδοσία των προσαρτηθεισών στη κυριαρχία του Βασιλείου της Μεγάλης Ρωσίας ανατολικών επαρχιών της Ουκρανίας. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος Δ΄ απέρριψε το αίτημα του τσάρου και με Συνοδική Πράξη (1686) παραχώρησε κατ' οικονομίαν και επιτροπικώς (δηλαδή ως ανάθεση διαχείρισης και όχι μεταβίβαση κυριαρχίας) στον Πατριάρχη Μόσχας μόνο την άδεια να χειροτονεί ή να ενθρονίζει τον εκλεγμένο από την Κληρικολαϊκή συνέλευση της Μητροπόλεως Κιέβου, υποψήφιο Μητροπολίτη Κιέβου, υπό τον απόλυτο όμως και απαραίτητο όρο, ότι ο Μητροπολίτης Κιέβου θα μνημονεύει σε κάθε Θεία Λειτουργία το πρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχη. Η μνημόνευση αυτή είχε την έννοια ότι ο Μητροπολίτης Κιέβου παρέμενε πάντοτε ως «έξαρχος» στην ανώτατη κανονική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως[α].

Το 1722 η Μητρόπολη Κιέβου έγινε de facto μια από τις επισκοπές του Πατριαρχείου Ρωσίας, όταν ο Μέγας Πέτρος διόρισε τον Βαρλαάμ (Βονιάτοβιτς) στο βαθμό του αρχιεπισκόπου και όχι του μητροπολίτη. Κατά τη διάρκεια των αιώνων που ακολούθησαν, η μνημόνευση του Οικουμενικού Πατριάρχη ατόνισε και χάθηκε, ενώ η Ουκρανική Εκκλησία θεωρούνταν τμήμα της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Διάδοχη κατάσταση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 27 Οκτωβρίου 1990, η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Ρωσίας παραχώρησε αυτονομία (καθεστώς που όμως δεν είναι αυτοκέφαλο)[3], με την σχετική απόφαση να παραδίδεται στον τότε Αρχιεπίσκοπο Κιέβου Φιλάρετο. Αυτός έκτοτε έφερε τον τίτλο «Μητροπολίτης Κιέβου και πάσης Ουκρανίας[4]».

Μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας (24 Αυγούστου 1991) συνεκλήθη στις 1-2 Νοεμβρίου 1991 τοπική Σύνοδος της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας υπό τον Μητροπολίτη Κιέβου Φιλάρετο και αποφάσισε να υποβάλει αίτημα Αυτοκεφαλίας στο Πατριαρχείο Ρωσίας[4]. Η επόμενη Σύνοδος του Πατριαρχείου Ρωσίας, που συνήλθε τον Μάρτιο του 1992, δεν εξέτασε το αίτημα αλλά ζήτησε την παραίτηση του Μητροπολίτη Κιέβου Φιλαρέτου[β]. Ο Φιλάρετος, επιστρέφοντας στην Ουκρανία δήλωσε ότι πιέστηκε να δηλώσει ότι θα παραιτηθεί και ότι δεν πρόκειται τελικά να το κάνει.

Ο Φιλάρετος καθαιρέθηκε από το Πατριαρχείο Ρωσίας στις 27 Μαΐου 1992. Είχε προηγηθεί σύνοδος επισκόπων και πιστών στο Πατριαρχείο Ρωσίας, η οποία εξέλεξε νέο προκαθήμενο της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας τον Βλαδίμηρο (Μαρκιάνοβιτς Σάμπονταν). Ο Φιλάρετος και οι ακόλουθοί του συνήλθαν σε άλλη σύνοδο τον Ιούνιο του 1992, η οποία ίδρυσε την «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία (Πατριαρχείο Κιέβου)» και εξέλεξε «Πατριάρχη» τον Μοστισλάβο (Ιβάνοβιτς Σκρίπνικ). Το 1997, το Πατριαρχείο Ρωσίας αναθεμάτισε τον Φιλάρετο[7][6], απόφαση που αποδέχτηκαν όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Το λεγόμενο «Πατριαρχείο Κιέβου» δεν αναγνωρίστηκε από καμία Ορθόδοξη Εκκλησία και για τα επόμενα χρόνια η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία (Πατριαρχείο Μόσχας) παρέμεινε η μόνη αναγνωρισμένη Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ουκρανία, σε εκκλησιαστική κοινωνία με τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες μέσω της υπαγωγής της στο Πατριαρχείο Ρωσίας.

Η κανονική κατάσταση μεταβλήθηκε ριζικά από το 2018 και έπειτα. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ασκώντας τα έκκλητα κυριαρχικά του δικαιώματα επί της Μητροπόλεως Κιέβου, ήρε την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1686 λόγω παραβίασης των όρων της από το Πατριαρχείο Ρωσίας, αποκατέστησε κανονικά τους Ουκρανούς ιεράρχες και συγκάλεσε Ενωτική Σύνοδο στο Κίεβο το Δεκέμβριο του 2018.[8][9][10] Τον Ιανουάριο του 2019, η Κωνσταντινούπολη χορήγησε επίσημο Τόμο Αυτοκεφαλίας στη νεοϊδρυθείσα Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας.[11]

Η δομή υπό το Πατριαρχείο Ρωσίας (Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία) αρνήθηκε να συμμετάσχει.[12][13]

Σήμερα, τον τίτλο του «Μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας» φέρει νομίμως και κανονικώς, βάσει του Κανονικού Δικαίου, ο προκαθήμενος της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, Μητροπολίτης Επιφάνιος.[14][15] Ο Μητροπολίτης Ονούφριος, μετά την άρση της Πράξης του 1686 και την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου (2018/2019), στερείται πλέον κανονικού τίτλου εντός της ουκρανικής επικράτειας και αναγνωρίζεται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις συνευθυγραμμισμένες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, με τον προσωρινό τίτλο «Μητροπολίτης εν Κιέβω».[16]

Άποψη του Καθεδρικού Ναού του Τσέρνιχιβ.
Άποψη του καθεδρικού Ναού του Νόβγκοροντ.

Η έδρα της Εκκλησίας αρχικά βρισκόταν στο Περέγιασλαβ-Χμελνίτσκι, προτού μετακινηθεί στο Κίεβο.

Κατά τα πρώτα χρόνια της ιστορίας της, η Μητρόπολη Κιέβου και πάντων των Ρως περιλάμβανε τις παρακάτω επαρχίες:

Κατάλογος Μητροπολιτών

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μητροπολίτες Κιέβου (από τις καταβολές έως την Ένωση του Μπρεστ)

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις και παραπομπές

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
  1. ↑ H Συνοδική Πράξη του Οικουμενικού Πατριάρχη Διονυσίου Δ' (1686), η οποία κοινοποιήθηκε με σχετικές Επιστολές στους τσάρους Ιβάν και Πέτρο, στον πατριάρχη Μόσχας Ιωακείμ, στον Έτμάνο των Κοζάκων Σαμοΐλοβιτς, στην Ιεραρχία, τον Κλήρο και τον λαό της Μητροπόλεως Κιέβου, όριζε με σαφήνεια τα ακόλουθα: «Ο εν αγίω Πνεύματι αγαπητός και περιπόθητος αδελφός και συλλειτουργός της ημών μετριότητος (δλδ. ο πατριάρχης Μόσχας) έχη επ' αδείας χειροτονείν Κιέβου Μητροπολίτην κατά την εκκλησιαστικήν διατύπωσιν,... ενός μόνου φυλαττομένου, δηλαδή ηνίκα ο Μητροπολίτης Κιέβου ιερουργών είη την αναίμακτον θείαν μυσταγωγίαν εν τη παροικία ταύτη, μνημονεύοι εν πρώτοις του σεβασμίου ονόματος του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου, ως όντος πηγή και αρχή, υπερκειμένου πάντων των πανταχού παροικιών τε και επαρχιών, έπειτα του Πατριάρχου Μοσκοβίας[2]»...
  2. ↑ Η σχετική ανακοίνωση ανέφερε:«Η Σύνοδος των Επισκόπων έλαβε υπόψη τη δήλωση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας Φιλαρέτου ότι για χάρη της εκκλησιαστικής ειρήνης, στην επόμενη Σύνοδο Επισκόπων της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας, θα υποβάλει αίτημα προκειμένου να απαλλαγεί των καθηκόντων του Προκαθημένου της. Κατανοώντας τη θέση του Μητροπολίτη Φιλαρέτου, η Σύνοδος των Επισκόπων τού εξέφρασε την ευγνωμοσύνη της για τη μακρά περίοδο εργασίας ως Αρχιεπισκόπου Κιέβου και τον ευλόγησε να συνεχίσει την επισκοπική του διακονία σε άλλη επισκοπή της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας[5][6]».
  1. ↑ Bernard Dupuis, L'Église orthodoxe (§ Destin de l'Église russe) in Encyclopédie des religions, Universalis, Paris, 2002, p. 113
  2. ↑ Φειδάς, Βλάσιος. «Η Συνοδική Πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1686) και η Αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ουκρανίας (1686)». Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ανακτήθηκε στις 16 Απριλίου 2023.[νεκρός σύνδεσμος]
  3. ↑ «Украинская Православная Церковь». Πατριαρχείο Μόσχας. Ανακτήθηκε στις 16 Απριλίου 2023.
  4. 1 2 Losiev, Ihor (8 Νοεμβρίου 2012). «Filaret: A Statehood-oriented Patriarch». The Ukrainian Week. Ανακτήθηκε στις 16 Απριλίου 2023.
  5. ↑ «Определение относительно обращения епископата Украинской Православной Церкви по поводу дарования ей автокефалии / Официальные документы / Патриархия.ru». Патриархия.ru (στα Ρωσικά). Ανακτήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 2018.
  6. 1 2 «Official History of the Defrocking and Anathematization of Philaret Denisenko. Documents of the June 1992, 1994, and 1997 Bishops' Councils of the Russian Orthodox Church». OrthoChristian.Com. 17 Οκτωβρίου 2018. Ανακτήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 2018.
  7. ↑ The Russian Orthodox Church. «Statement by the Holy Synod of the Russian Orthodox Church concerning the encroachment of the Patriarchate of Constantinople on the canonical territory of the Russian Church». mospat.ru (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 2018.
  8. ↑ Admin. «Ευ. Βενιζέλος, «Ουκρανικό Αυτοκέφαλο: Η Ιστορία, τα γεγονότα και οι Πρ». evenizelos.gr. Ανακτήθηκε στις 22 Μαΐου 2026.
  9. ↑ nklokas (11 Οκτωβρίου 2018). «Την ανεξαρτησία της Εκκλησίας της Ουκρανίας αναγνώρισε το Οικουμενικό Πατριαρχείο». ΤΟ ΒΗΜΑ. Ανακτήθηκε στις 22 Μαΐου 2026.
  10. ↑ panagiotisandriopoulos (14 Ιουλίου 2020). «ΒΛΑΣΙΟΥ ΦΕΙΔΑ: "ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ ΕΚ ΠΗΓΩΝ ΑΨΕΥΔΩΝ"». Φως Φαναρίου. Ανακτήθηκε στις 22 Μαΐου 2026.
  11. ↑ «Τόμος Αυτοκεφαλίας - Οικουμενικό Πατριαρχείο». Ανακτήθηκε στις 22 Μαΐου 2026.
  12. ↑ «Ο Κιέβου Ονούφριος αρνήθηκε να συναντήσει τους Εξάρχους του Φαναρίου». Ορθοδοξία News Agency. 24 Σεπτεμβρίου 2018. Ανακτήθηκε στις 22 Μαΐου 2026.
  13. ↑ Λουδάρος, Ανδρέας (14 Σεπτεμβρίου 2018). «ΟΝΟΥΦΡΙΟΣ: Δεν θα δεχθώ την πατριαρχική Εξαρχία». ORTHODOXIA INFO. Ανακτήθηκε στις 22 Μαΐου 2026.
  14. ↑ «Η Εκκλησία της Ελλάδος αναγνωρίζει την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας- H Ιεραρχία επικύρωσε την απόφαση της ΔΙΣ- Η αντίδραση από Κίεβο και Μόσχα». Ορθοδοξία News Agency. 12 Οκτωβρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 22 Μαΐου 2026.
  15. ↑ «Η έλευση του Κιέβου Επιφανίου στην Ελλάδα και η τακτική της ρωσικής Εκκλησίας». ΕΚΚΛΗΣΙΑ ONLINE. 25 Αυγούστου 2022. Ανακτήθηκε στις 22 Μαΐου 2026.
  16. ↑ panandr6 (2 Οκτωβρίου 2024). «Τι είναι τελικά ο εν Κιέβω Ονούφριος;». Φως Φαναρίου. Ανακτήθηκε στις 22 Μαΐου 2026.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]