Μερακλής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με αυτό το παρωνύμιο χαρακτηρίζεται στη νεοελληνική αυτός που κατέχεται ή χαρακτηρίζεται από «μεράκι» από εξαιρετικό γούστο (μερακλής, τεχνίτης μερακλής).

Προέρχεται από τη τούρκικη λέξη «μεράκι» που σημαίνει σφοδρή επιθυμία ή καημός. «Το ΄χω μεράκι να...». Χρησιμοποιείται όμως και σε περιπτώσεις ευθυμίας «μπήκαν στα μεράκια» ή «μερακλώθηκαν», ως και σε εκδηλούμενο ζήλο καλαισθησίας «με μεράκι».

Λέγεται ότι το παρωνύμιο αυτό διαδόθηκε περισσότερο στους Αθηναίους στην εποχή του μεσοπολέμου, για κάποιο γηραιό φουστανελοφόρο φύλακα του Σταδίου ο οποίος έφερε με εξαιρετική επιμέλεια την ελληνική ενδυμασία διατηρώντας όμως και «αρειμάνιον μύστακα» που έβαφε με «καραμπογιά» μέχρι του θανάτου του στο μεσοπόλεμο.