Μεγάλη Ορδή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Μεγάλη Ορδή

Η Μεγάλη Ορδή ήταν ταταρικό-μογγολικό χανάτο που υπήρξε από το 1466 περίπου, μέχρι το 1502. Αποτελούσε το απομεινάρι της μεγάλης αυτοκρατορίας των στεπών, Χρυσής Ορδής.

Διάλυση της Χρυσής Ορδής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περιφερειακές περιοχές της Χρυσής Ορδής χωρίστηκαν ως ακολούθως: το 1438 ιδρύθηκε το Χανάτο του Καζάν, το 1441 το Χανάτο της Κριμαίας, και το 1466 το Χανάτο του Άστραχαν. Το υπόλοιπο που τελικώς παρέμεινε, έγινε γνωστό ως "Μεγάλη Ορδή", και διατήρησε την περιοχή της στέπας μεταξύ των ποταμών Δνείπερου και Ουράλη, την πρωτεύουσα Σαράι καθώς και τον ισχυρισμό του φορέα της παράδοσης της Χρυσής Ορδής. Μέχρι το 1470 οι Τάταροι Νογκάι βόρεια της Κασπίας Θάλασσας ήταν πια εχθροί της Μεγάλης Ορδής, και στη δύση, η Πολωνική-Λιθουανική Κοινοπολιτεία επεκτεινόταν κατά μήκος του ποταμού Δνείπερου.

Το 1480 η Μοσχοβία και το Χανάτο της Κριμαίας σχημάτισαν συμμαχία εναντίον της Μεγάλης Ορδής, η οποία με τη σειρά της συμμάχησε με το Βασίλειο της Πολωνίας υπό τον Καζιμίρ Δ΄ Γιαγκελόν. Εκείνη τη χρονιά η προσπάθεια της Μεγάλης Ορδής να εισβάλει στη Μοσχοβία απέτυχε. Την ίδια χρονιά ο ηγέτης της, χαν Αχμέτ, σκοτώθηκε από τους Τατάρους Νογκάι. Τον διαδέχθηκε ο υιός του, Σεΐχ Αχμέτ (σεΐχης Αχμέτ). Μετά από αυτό το γεγονός, η Μεγάλη Ορδή αποδυναμώθηκε από τις συγκρούσεις μεταξύ των υιών του πρώτου Αχμέτ.

Την άνοιξη του 1491 ο χάνος της Κριμαίας πρότεινε στη Μοσχοβία την αποστολή στρατευμάτων για να εξολοθρεύσουν τη Μεγάλη Ορδή, δεδομένου ότι είχε αρπάξει τα άλογα της ορδής. Οι Μοσχοβίτες έστειλαν μοσχοβίτικο και ταταρικό ιππικό και οι Οθωμανοί, επικυρίαρχοι και σύμμαχοι των Τατάρων της Κριμαίας, 2.000 γενίτσαρους. Μέχρι τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, ένα τμήμα της ορδής είχε αποχωρήσει από αυτή και το υπόλοιπο καταδιωκόταν από τους Τάταρους Νογκάι. Το 1500 αναφέρθηκε η παρουσία τους κοντά στο Κουμπάν, σε πολύ άσχημη κατάσταση μετά την ήττα τους από τους Καβαρδινούς (φυλή Κιρκάσιων). Το 1501 ο χαν Σεΐχ Αχμέτ και 20.000 από το λαό του μετακινήθηκαν βόρεια του ποταμού Ντον. Πολλοί από τους ανθρώπους του λιποτάκτησαν.

Το 1502 ο χαν της Κριμαίας αιχμαλώτισε το μεγαλύτερο τμήμα των υπηκόων της Μεγάλης Ορδής μαζί με τα κοπάδια τους και τους μετέφερε στην Κριμαία. Ο χαν Σεΐχ Αχμέτ διέφυγε. Αναφέρθηκε ξανά κοντά στην πόλη Καζάν με 4.000 ιππείς να διαπραγματεύεται με τους Μοσχοβίτες. Κατόπιν πήγε στο Άστραχαν απ' όπου εκτοπίστηκε από τους Νογκάι (1504). Κινήθηκε τότε προς το Κίεβο για να διαπραγματευτεί με τον βασιλιά της Πολωνίας (το Κίεβο ήταν υπό πολωνική κατοχή τότε), και κατόπιν στην πόλη Άκκερμαν (η σημερινή ουκρανική πόλη Μπίλχοροντ στον ποταμό Δνείστερο) για να διαπραγματευτεί με τους Οθωμανούς (που τότε κατείχαν την πόλη Άκκερμαν). Η τελευταία αναφορά γι' αυτόν ήταν ότι βρισκόταν αιχμάλωτος στη φυλακή της λιθουανικής πόλης Βίλνα.