Μαρκομάνοι

Οι Μαρκομάνοι, λατιν.: Marcomanni, ήταν ένας γερμανικός λαός [1], που ίδρυσε ένα ισχυρό βασίλειο βόρεια του Δούναβη, κάπου κοντά στη σύγχρονη Βοημία, κατά τη διάρκεια της κορύφωσης της ισχύος της κοντινής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τον Τάκιτο και τον Στράβωνα ήταν Σουηβοί.
Προέλευση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Πιστεύεται ότι το όνομά τους μπορεί να προέρχεται από το πρωτο-γερμανικό *markō "σύνορο, όριο" (εξ ου και το αγγλικό march ή mark, που σημαίνει "σύνορο, όριο", όπως στα σύνορα της Ουαλίας και στο βασίλειο της Mερκίας) και *mann- (πληθ. *manniz) "άνδρας", *Markōmanniz,[2][3] που θα είχε αποδοθεί σε λατινοποιημένη μορφή ως Marcomanni.
Οι Mαρκομάννοι εμφανίζονται για πρώτη φορά στα ιστορικά αρχεία ως συμπολεμιστές των Σουηβών του Aριόβιστου, που πολέμησαν ενάντια στον Ιούλιο Καίσαρα στη Γαλατία (σημερινή Γαλλία), αφού διέσχισαν τον Ρήνο από τη σημερινή νότια Γερμανία. Η ακριβής θέση των εδαφών τους εκείνη την εποχή δεν είναι γνωστή. Το γεγονός ότι το όνομά τους υπήρχε, πριν οι Ρωμαίοι είχαν έδαφος κοντά στον Δούναβη ή τον Ρήνο, εγείρει το ερώτημα, σε ποια σύνορα ζούσαν κοντά για να εξηγήσουν το όνομά τους. Το όνομά τους μπορεί να απηχεί μία παλαιότερη οριοθέτηση μεταξύ των βόρειων γερμανικών φυλών του πολιτιστικού κύκλου Γιάστορφ και εκείνων της μέγιστης επέκτασης των Κελτών κατά την προηγούμενη και μεταγενέστερη εποχή του Σιδήρου της κυριαρχίας του Λα Τεν σε όλη την Ευρώπη. Τα ευρήματα στα αρχαιολογικά αρχεία δείχνουν ότι είχαν ωθηθεί προς τα βόρεια με κάποια επιρροή μέχρι τη Γιουτλάνδη, αλλά ως επί το πλείστον παρέμειναν χωρισμένοι στο νότο και εγκαταστάθηκαν στην κώμη (oppida) επάνω από τη σημερινή Θουριγγία και Σαξονία κατά μήκος του Ερκύνιου δρυμού, εγγενώς συνδεδεμένη με τους μεγάλους εμπορικούς δρόμους, που πήγαιναν στα πιο εξελιγμένα κέντρα της Βοημίας, της Μοραβίας και της Σιλεσίας, που τότε ήταν όλες ακόμη κελτικές περιοχές. Έχει προταθεί ότι μπορεί να ζούσαν κοντά στη συμβολή των ποταμών Ρήνου και Μάιν, σε περιοχές που είχαν κατοικηθεί, αλλά είχαν μείνει έρημες από τους Ελβέτιους και Ταυρίσκους. Ωστόσο, ο ιστορικός Φλόρος αναφέρει ότι ο Δρούσος έκτισε ένα ανάχωμα από τα λάφυρά τους κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του 12–9 π.Χ., αφότου είχε νικήσει τους Τενκτέρους και τους Τσάτι, και προτού στραφεί στη συνέχεια στους Χερουσίους, Σουηβούς και Σικάμβριους. Αυτό υποδηλώνει ότι δεν ήταν κοντά σε κανένα εμφανές σύνορο εκείνη την εποχή.[4]
Σύμφωνα με τις αφηγήσεις του Τάκιτου (Γερμ. 42), του Πατέρκουλου (2.108), του Πλίνιου του Πρεσβύτερου και του Στράβωνα (vii. p. 290) τελικά μετακόμισαν στη μεγάλη περιοχή, που είχε καταληφθεί από τους Bοίους, συγκεκριμένα σε μία περιοχή που ήδη ονομαζόταν Bαϊόαιμον, όπου ζούσαν οι σύμμαχοί τους και οι συνάδελφοί τους Σουηβοί, οι Κούαδοι. Περιγράφηκε ότι βρισκόταν μέσα στον Ερκύνιο δρυμό και πιθανώς βρισκόταν στην περιοχή της σύγχρονης Βοημίας, αλλά αυτό δεν είναι σίγουρο.[5] Μέχρι το 6 π.Χ., ο βασιλιάς τους, Mαροβόδουος, είχε ιδρύσει ένα ισχυρό βασίλειο, εκεί που ο Αύγουστος αντιλαμβανόταν ως απειλή για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Πριν προλάβει όμως να δράσει, μεσολάβησε η εξέγερση στην Ιλλυρία. Τελικά, ο Mαροβόδουος καθαιρέθηκε και εξορίστηκε από τον Κατουάλδα (19 μ.Χ.). Ο Κατουάλδα, με τη σειρά του, καθαιρέθηκε από τον Βιμπίλιο των Ερμούνδουρων εκείνη τη χρονιά και τον διαδέχθηκε ο Βάννιος των Κούαδων. Γύρω στο 50 μ.Χ., ο Βάννιος καθαιρέθηκε επίσης από τον Βιμπίλιο, σε συντονισμό με τους ανιψιούς του Βάνγιo και Σίδο.
Στα τέλη του 1ου αι., ο Τάκιτος αναφέρει (Germania I.42) τους Μαρκομάννους ότι ήταν υπό την εξουσία βασιλέων, που είχαν διοριστεί από τη Ρώμη.[6]
Μαρκομανικοί πόλεμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Τον 2ο αι. μ.Χ. οι Μαρκομάνοι συνήψαν συμμαχία με άλλους λαούς, συμπεριλαμβανομένων των Κούαδων, των Βανδάλων και των Σαρματών, ενάντια στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Πιθανότατα οδηγήθηκε σε μετανάστευση από μετακινήσεις μεγαλύτερων φυλών, όπως οι Γότθοι. Το αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσουν οι Μαρκομαννικοί Πόλεμοι την εποχή που ήταν αυτοκράτορας ο Μάρκος Αυρήλιος (161-180 μ.Χ.). Τις δεκαετίες του 150-160 μ.Χ. 6000 Λογγοβάρδοι από την βόρεια Γερμανία και Όβιοι αγνώστου ταυτότητας διέσχισαν τον Κάτω Δούναβη, εισήλθαν σε Ρωμαϊκό έδαφος αλλά ηττήθηκαν εύκολα.[7] O Δίων Κάσσιος αναφέρει ότι τα γεγονότα αυτά ανησύχησαν έντονα τους βαρβάρους, οι βασιλείς των Μαρκομάννων και άλλων δέκα φυλών έστειλαν αντιπροσωπεία στον διοικητή της Ρωμαϊκής Παννονίας για την σύναψη ειρήνη. Οι βασιλείς των Γερμανικών φυλών αφού έδωσαν τους κατάλληλους όρκους επέστρεψαν στην πατρίδα τους.[8] Μερικοί μελετητές πιστεύουν ότι Κούαδοι συμμετείχαν ή επέτρεψαν να προχωρήσει η συμφωνία, αντιμετώπιζαν προβλήματα από επιδρομές βόρειων λαών και αναζητούσαν την Ρωμαϊκή υποστήριξη. Οι Ρωμαίοι είχαν σχέδιο να επιτεθούν στα Γερμανικά φύλλα επειδή γνώριζαν τα σχέδια τους να επιτεθούν στην βόρεια Ιταλία, είχαν ωστόσο προβλήματα στους πολέμους του με τους Πάρθους και είχαν πληγεί από την πανώλη των Αντωνίνων. Η Ιστορία των Αυγούστων κατηγορεί τους Μαρκομάννους ότι προκάλεσαν σύγχυση με την συμπεριφορά τους, ενώθηκαν επίσης με άλλες φυλές που είχαν εκδιωχθεί από τα βόρεια.[9] Η Ρωμαϊκή επίθεση ξεκίνησε τελικά (168 μ.Χ.) όταν οι δύο αυτοκράτορες Μάρκος Αυρήλιος και Λεύκιος Βέρος συγκρότησαν δύο Λεγεώνες και διέσχισαν τις Άλπεις αλλά ο θάνατος του Λεύκιου Βέρου διέκοψε την προέλαση. Οι Mαρκομάννοι κατέκλυσαν τις άμυνες μεταξύ Βιντόμπονα και Καρνούς, διείσδυσαν κατά μήκος των συνόρων μεταξύ των επαρχιών Παννονίας και Noρικού, ερήμωσαν τη Φλάβια Σόλβα, κατέστρεψαν το Οντέρτσο και μπόρεσαν να σταματήσουν μόνο λίγο πριν την Ακυληία στην Αδριατική Θάλασσα. Σε κάθε περίπτωση με την ανασυγκρότηση των Ρωμαίων σύμφωνα με την Ιστορία των Αυγούστων οι βάρβαροι δραπέτευσαν, έφτασαν στο σημείο να σκοτώνουν ακόμα και τους αντι-Ρωμαίους ηγέτες τους. Οι Κούαδοι δήλωσαν ότι με τον θάνατο του βασιλιά τους δεν θα προχωρούσαν στην εκλογή νέου βασιλιά χωρίς την έγκριση των Ρωμαίων αυτοκρατόρων.[10]
Ο Μάρκος Αυρήλιος προχώρησε ξανά σε εκστρατεία βόρεια του Δούναβη (169 μ.Χ.), ίδρυσε ένα αρχηγείο ανάμεσα στην Βιέννη και την Μπρατισλάβα από το οποίο δεχόταν αντιπροσωπείες λαών που ζούσαν βόρεια. Σε πολλούς Γερμανούς τους επέτρεψε να εγκατασταθούν μόνιμα στα όρια της αυτοκρατορίας, άλλοι από αυτούς στρατολογήθηκαν στον ίδιο τον Ρωμαϊκό στρατό. Οι Κούαδοι προχώρησαν σε ειρηνική συμφωνία (171 μ.Χ.), επέστρεψαν στους Ρωμαίους τους λιποτάκτες και 13.000 αιχμαλώτους πολέμου, παρέδωσαν άλογα, βοοειδή και υποσχέθηκαν να μην επιτρέψουν στους Μαρκομάννους να περάσουν από τα εδάφη τους. Η ειρήνη έσπασε (173 μ.Χ.) όταν οι Κούαδοι επαναστάτησαν ξανά και έδιωξαν τον διορισμένο από τους Ρωμαίους βασιλιά Φούρτιο.[11][12] Σε μια μεγάλη μάχη που ξέσπασε κατόπιν (174 μ.Χ.) οι Ρωμαίοι αρχικά ηττήθηκαν από τους Κούαδους αλλά μια ξαφνική καταιγίδα τους επέτρεψε να προχωρήσουν σε αντεπίθεση και να αναστρέψουν το αποτέλεσμα της μάχης.[11] Το περιστατικό έκανε γνωστό ο Δίων Κάσσιος σε μια επιγραφή του στην Στήλη του Μάρκου Αυρηλίου στη Ρώμη.[12] Το ιππικό των Μαρκομάννων και των Κούαδων αποχώρησε για την Μέση Ανατολή (175 μ.Χ.), ο Μάρκος Αυρήλιος και ο γιος του Κόμμοδος γιόρτασαν την μεγάλη νίκη επί των Κουαδών και των Σαρματών (176 μ.Χ.).[11] Τα επόμενα χρόνια η κατάσταση ήταν διαταραγμένη, οι Ρωμαίοι κήρυξαν ξανά τον πόλεμο (177 μ.Χ.) και ξεκίνησαν νέα εκστρατεία απέναντι στους Μαρκομάννους, τους Κούαδους και τους Σαρμάτες (178 μ.Χ.).[13] Οι Ρωμαίοι υπό την διοίκηση του επιτρόπου Μάρκου Βαλέριου Μαξιμιανού πέτυχαν απέναντι τους στο Τρέντσιν της Σλοβακίας μια αποφασιστική νίκη (179 μ.Χ.).[12] Οι Κούαδοι και νο Μαρκομάνοι βρέθηκαν σε κατάσταση κατοχής (180 μ.Χ.), στις δύο χώρες τοποθετήθηκαν Ρωμαϊκές φρουρές 20.000 ανδρών, οι Ρωμαίοι μπλόκαραν επίσης τα ορεινά περάσματα ώστε να μην μπορέσουν να μετακινηθούν βόρεια και ενωθούν με τους Σέμνονες. Ο Μάρκος Αυρήλιος σκέφτηκε να ιδρύσει μια νέα Ρωμαϊκή επαρχία με το όνομα "Μαρκομαννία" αλλά τον πρόλαβε ο θάνατος (180 μ.Χ.).[14][15] Ο Ευτρόπιος συνέκρινε τον πόλεμο και την επιτυχία του Αυρήλιου εναντίον των Μαρκομάννων και των συμμάχων τους, με τους Καρχηδονικούς Πολέμους. Η σύγκριση ήταν εύστοχη στο ότι ο πόλεμος σηματοδότησε μία καμπή, είχε σημαντικές ρωμαϊκές ήττες και προκάλεσε τον θάνατο δύο διοικητών της Πραιτωριανής Φρουράς. Ο γιος του Κόμμοδος δεν συνέχισε τα σχέδια του πατέρα του για την ίδρυση της επαρχίας, μερικοί Μαρκομαννοί μετανάστευσαν στην Ιταλία και σε άλλα μέρη της αυτοκρατορίας, άλλοι υπηρέτησαν τον Ρωμαϊκό στρατό.[16]
Οι μετέπειτα συγκρούσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Την περίοδο 214 μ.Χ.-215 μ.Χ. οι Κούαδοι συνέχισαν τις επιδρομές στην Παννονία, ο αυτοκράτορας Καρακάλλας κάλεσε τον βασιλιά τους Γαιοβόμαρο με πρόσχημα να τον συναντήσει και τον εκτέλεσε. Ο Καράκαλλας ισχυρίστηκε ότι "είχε ξεπεράσει την απερισκεψία, την απληστία και την προδοσία όλων των Γερμανών για αυτό έπρεπε να χρησιμοποιήσει βία, ήταν υπερήφανος για την πράξη του και την εχθρότητα του με τους Βανδίλους και τους Μαρκομαννούς που ήταν σύμμαχοι του".[17] Το κέντρο δραστηριότητας των Σουηβών μετατοπίστηκε ανατολικότερα τον 3ο αιώνα, στα σύνορα Σλοβακίας-Ουγγαρίας, αυτό δείχνει ότι οι Κούαδοι ξεπέρασαν σε ισχύ τους Μαρκομαννούς.[18] Ο αυτοκράτορας Φίλιππος ο Άραβας (244-249 π.Χ.) στράφηκε εναντίον των Γότθων του Δούναβη, διέκοψε τα αυτοκρατορικά δώρα που δέχονταν. Την ίδια εποχή οι Μαρκομαννοί πλήρωναν φόρο υποτέλειας στους Γότθους και οι Κούαδοι ήταν ουσιαστικά δούλοι των Γότθων. Ο ιστορικός Ζώσιμος έγραψε ότι την εποχή του Βαλεριανού (253-260 μ.Χ.) οι Μαρκομάνοι προχώρησαν σε σκληρές επιδρομές μαζί με τους Σκύθες, έφτασαν μέχρι την Θεσσαλονίκη και την ερήμωσαν.[19] Ο γιος του Βαλεριανού Γαλλιηνός επέτρεψε σους Μαρκομαννούς να εγκατασταθούν μέσα στην αυτοκρατορία, συγκεκριμένα στην Άνω Παννονία, νότια του Δούναβη, πήρε επίσης ως παλλακίδα του την Πίπα, κόρη του βασιλιά των Μαρκομαννών Αττάλου.[20] Ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός σύμφωνα με μερικές αδιευκρίνιστες πηγές συνέτριψε τους Μαρκομαννούς (299 μ.Χ.)
Οι Κουαδοί και οι υπόλοιπες Γερμανικές φυλές συνέχισαν να καταγράφονται από τους ιστορικούς τον 4ο αιώνα, ο αυτοκράτορας Ουαλεντινιανός Α΄ πέθανε από εγκεφαλικό (375) το οποίο προήλθε από μεγάλο εκνευρισμό σε συνάντηση του με τους αρχηγούς των Κουαδών. Τα επόμενα χρόνια οι Μαρκομαννοί αναφέρονται ελάχιστα, στην Μάχη της Αδριανούπολης (378) οι Ρωμαίοι γνώρισαν την συντριβή από συνδυασμένες δυνάμεις Γότθων, Αλανών και Ούννων. Την ίδια εποχή οι Ρούγιοι και οι Έρουλοι είχαν εγκατασταθεί στα εδάφη που κατοικούσαν πριν οι Μαρκομαννοί. Ο Κατάλογος της Βερόνας δείχνει ότι οι Έρουλοι και οι Ρούγιοι βρίσκονταν στην παραδοσιακή περιοχή των Μαρκομαννών από τις αρχές του 4ου αιώνα (314). Οι κατάλογοι των τελών του 4ου αιώνα όπως η Κοσμογραφία του Ιούλιου Ονώριου και ο ίδιος ο Κατάλογος της Βερόνας καταγράφουν τους Έρουλους μαζί με τους Μαρκομαννούς και τους Κουαδούς στην ίδια περιοχή που θα δημιουργήσουν οι Έρουλοι το βασίλειο τους.[21] Η ήττα της Αδριανούπολης είχε οδυνηρά αποτελέσματα για τους Ρωμαίους στην Παννονία και γενικότερα στην κοιλάδα του Δούναβη. Οι Ρωμαίοι προσπάθησαν να ενισχύσουν την παρουσία τους στην περιοχή με την μεταφορά νέων εποίκων.[22][23] Οι μεταφορές δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, η περιοχή μπορεί να ανήκε τυπικά στην αυτοκρατορία αλλά τον έλεγχο είχαν οι Γότθοι, οι Αλανοί και οι Ούννοι, οι ίδιοι επιπλέον αναδείχτηκαν σε υψηλές θέσεις στον Ρωμαϊκό στρατό. Όταν πέθανε ο Θεοδόσιος Α΄ (395) ο Ιερώνυμος καταγράφει πολλούς Γερμανικούς λαούς οι οποίοι μαζί με άλλους βαρβαρικούς λαούς προκάλεσαν πολλές καταστροφές σε Ρωμαϊκές επαρχίες από την Κωνσταντινούπολη ως τις Ιουλιανές Άλπεις μαζί με την Δαλματία. Οι λαοί αυτοί ήταν οι Γότθοι, οι Σαρμάτες, οι Κούαδοι, οι Αλανοί, οι Ούννοι, οι Βάνδαλοι και οι Μαρκομαννοί.[24] Ο Κλαύδιος Κλαυδιανός τους περιγράφει να διασχίζουν τον παγωμένο Δούναβη με άμαξες, στην συνέχεια όταν τους πλησίασε ο Ρωμαίος στρατηγός Στιλίχων δημιούργησαν τείχος με τις άμαξες. Τα εύφορα εδάφη από την Μαύρη Θάλασσα έως την Αδριατική Θάλασσα όπως επίσης η Παννονία και η Δαλματία είχαν ερημωθεί. Την ίδια εποχή ο Γότθος στρατηγός Αλάριχος Α΄ που είχε υπηρετήσει με τα Γοτθικά στρατεύματα τον Θεοδόσιο Α΄ εξεγέρθηκε, ξεκίνησε την επέλαση του προς την Κωνσταντινούπολη και την Ελληνική χερσόνησο. Την εξέγερση αυτή πυροδότησαν οι Ρωμαϊκές συγκρούσεις που ξέσπασαν με τον θάνατο του Θεοδοσίου του Μέγα ή σύμφωνα με τον Κλαυδιανό την πυροδότησε ο εχθρός του Στιλίχονα Φλάβιος Ρουφίνος. Η ακριβής σχέση του ίδιου του Αλάριχου με τα στρατεύματα που διέσχισαν τον Δούναβη είναι ασαφής.[25]
Τελευταία χρόνια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο επίσκοπος Αμβρόσιος Μεδιολάνων (374-397) ξεκίνησε αλληλογραφία με την βασίλισσα των Μαρκομαννών Φριτίγιλ εγκαινιάζοντας μια νέα ειρηνική εποχή ανάμεσα στον λαό της και τον στρατηγό της Δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας Στιλίχονα. Η Φριτίγιλ ήταν πιθανότατα η βασίλισσα που μετέστρεψε τους Μαρκομαννούς στον Χριστιανισμό χάρη στην αλληλογραφία της με τον Αμβρόσιο. Η αλληλογραφία αυτή είναι η τελευταία σαφής απόδειξη ότι οι Μαρκομάνοι αποτελούσαν μια ανεξάρτητη εθνότητα που κατοικούσε στην Παννονία, στον Ρωμαϊκό Δούναβη. Τα επόμενα χρόνια η Παννονία πέρασε μεγάλη περίοδο αναταραχών αφού δέχτηκε επιθέσεις από βάρβαρους ανατολικούς λαούς όπως οι Ούννοι, οι Γότθοι και οι Αλανοί.[20] Η παρουσία των Μαρκομαννών ωστόσο διατηρήθηκε αφού τους είχε ανατεθεί από τον αυτοκράτορα η άμυνα των περιοχών του Άνω Δούναβη. Η Notitia Dignitatum η οποία περιγράφει τον Ρωμαϊκό στρατό (420 μ.Χ.) απαριθμεί πολλά βοηθητικά στρατεύματα των Μαρκομαννών στις εκστρατείες τόσο στην Ιταλία όσο και στην βόρεια Αφρική.[26] Οι Μαρκομαννοί αποτελούσαν τμήμα του Σουηβικού στρατού που εισέβαλε στην Ιβηρία (409 μ.Χ.) μαζί με Βάνδαλους και Αλανούς, ίδρυσαν το Ρωμαϊκό βασίλειο της Γαλικίας ως Φοιδεράτοι. Οι Σουηβοί αυτοί αποτελούσαν ανάμειξη λαών που βρισκόταν στον Δούναβη και στην Πεδιάδα της Παννονίας όπως οι Μαρκομαννοί, οι Κούαδοι και οι Μπούρι. Εκεί ο Ερμέρικ ορκίστηκε πίστη στον Αυτοκράτορα (410), η "Μπραγκάρα Αουγκούστα", η σύγχρονη πόλη της Μπράγκα στην Πορτογαλία, ήταν η πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Γαλαισίας και τώρα έγινε πρωτεύουσα του Σουηβικού Βασιλείου. Ο Αττίλας αναγνωρίστηκε ως κυβερνήτης στην περιοχή του Δούναβη αλλά δεν υπάρχουν πηγές της εποχής οι οποίες να αποδεικνύουν ότι οι Μαρκομάνοι και οι Κούαδοι εξακολουθούσαν να υπάρχουν με τα παλιά τους ονόματα. Ο Παύλος ο Διάκονος αναφέρει τους λαούς υποτελείς του Αττίλα, πέρα από τους Γότθους και τους Γήπαιδες καταγράφει "τους Μαρκομάννους, τους Κούαδους και τους Σουηβούς μαζί με τους Έρουλους, τους Θουριγγίους και τους Ρούγιους". Η αναφορά αυτή δείχνει ότι οι Μαρκομάνοι συμμετείχαν στην Μάχη των Καταλαυνικών Πεδίων (451) αλλά υπάρχουν αμφιβολίες αν χρησιμοποιούσαν τα παλιά τους ονόματα επειδή οι πηγές της εποχής τους δεν τους καταγράφουν.[27] Σύμφωνα με ιστορικούς όπως ο Χέργουιγκ Βόλφραμ:
Οι Mαρκομάννοι και οι Κούαδοι εγκατέλειψαν τα ιδιαίτερα ονόματά τους, όταν πέρασαν τον Δούναβη, στην πραγματικότητα τόσο οι μετανάστες, όσο και οι ομάδες που έμειναν στην Παννονία, έγιναν ξανά Σουηβοί. Οι Σουηβοί της Παννονίας έγιναν υποτελείς των Ούννων. Μετά τη μάχη στο Nαδάo δημιούργησαν το βασίλειό τους, και όταν αυτό έπεσε, ήρθαν, διαδοχικά υπό την κυριαρχία των Ερούλων και των Λογγοβάρδων, νότια του Δούναβη υπό την κυριαρχία των Γότθων και τελικά πάλι υπό την κυριαρχία των Λογγοβάρδων.[28]
Υπάρχει ένα ρουνικό αλφάβητο που ονομάζεται Mαρκομαννικοί Ρούνοι, αλλά δεν πιστεύεται ότι σχετίζονται με τους Mαρκομάννους. Με τον θάνατο του Αττίλα (453) δημιουργήθηκε στην βορειοανατολική Παννονία ένα Σουηβικό βασίλειο υπό τον Χουνιμούντ. Μία ομάδα από αυτούς μετά την "μάχη του Νεδάο" (454) διακρίθηκε ως ανεξάρτητη, όπως πολλές άλλες ομάδες που προέκυψαν από τη συνομοσπονδία του Αττίλα. Αυτοί οι Σουηβοί ήρθαν τελικά σε σύγκρουση με τους Οστρογότθους που είχαν χάσει στο Ναδάο. Ο Ιορδάνης ο Αλανός ο ιστορικός των Γότθων, ανέφερε (Getica, 280) ότι μετά τη "μάχη της Bόλια", οι Οστρογότθοι επιτέθηκαν στους Σουηβούς (τους κυβερνώμενους από έναν άνδρα ονόματι Χουνιμούντ ο οποίος φαινομενικά ηγήθηκε μίας επίθεσης στο Πάσσαου, που είχαν διασχίσει τον Δούναβη όταν ήταν παγωμένος και πήγαιναν σε μία υψηλή περιοχή των Άλπεων, που κατείχαν οι συνυπόσπονδοι των Σουηβών εκείνη την εποχή, οι Αλαμαννοί.[26] (Αναφέρει ότι πολλά ρέματα ξεκινούν από την περιοχή και καυαλήγουν στον Δούναβη.) Η περιοχή που κατείχαν εκείνοι οι Σουηβοί περιγράφηκε ότι είχε Βαυαρούς στα ανατολικά, Φράγκους στα δυτικά, Βουργουνδούς στα νότια και Θουρίγγειους στα βόρεια. Το κείμενο φαίνεται να υποδεικνύει ότι οι Σουηβοί είχαν μετακομίσει στην περιοχή των Αλαμαννών, αλλά ότι οι Σουάβοι θεωρούνταν διαφορετικοί από τους Αλαμαννούς και τους Βαυαρούς. Αυτή ήταν επίσης η πρώτη αναφορά των Βαυαρών, οι οποίοι επίσης συχνά προτείνεται ότι είχαν Μαρκομαννική καταγωγή. To όνομα των Βαυαρών είναι Γερμανικό και μεταφράζεται ως "καταγωγή από τα ανατολικά" δηλαδή την ανατολική Παννονία στην οποία κατοικούσαν οι Βόιοι, οι Μαρκομαννοί ανήκαν σε αυτούς τους Γερμανικούς λαούς.[29]
Η Κοσμογραφία της Ραβέννας ένα μεταγενέστερο έγγραφο που έχει χαθεί το μεγαλύτερο τμήμα του υποδηλώνει ότι ανήκαν και οι Μαρκομάνοι στους λαούς που ζούσαν στις ορεινές νοτιοανατολικές περιοχές της Παννονίας κοντά στον ποταμό Σάβο. Η επαρχία του Σάβου ή της Σουηβίας που βρισκόταν ανάμεσα στους ποταμούς Σάβο και Δράβο εξακολουθούσε να υπάρχει την εποχή που κυβερνούσαν την Ιταλία οι Οστρογότθοι, πήρε το όνομα της από τους Σουηβούς που μετακινήθηκαν από την περιοχή μετά την ήττα του Χουνιμούντ. Την εποχή των Οστρογότθων οι Σουηβοί διακρίθηκαν από τους ιθαγενείς πληθυσμούς που καταγράφονται ως "παλαιοί βάρβαροι", με τον τρόπο αυτό διακρίθηκαν από τους νέους Γερμανούς εποίκους που δεν ήταν επίσης Ρωμαίοι. Οι νέοι έποικοι θα μπορούσαν να παντρεύονται με γυναίκες των παλαιότερων κατοίκων και να γίνουν συνεπώς μέλη της τάξης των γαιοκτημόνων. Μερικοί μελετητές πιστεύουν ότι ήταν απόγονοι των χριστιανών Μαρκομάννων της βασίλισσας Φριτίγιλ. Την εποχή που κυβερνούσε ο Θεοδώριχος ο Μέγας μια ομάδα Αλαμαννών διέσχισε τον Δούναβη με βοοειδή και άμαξες για να βρούνε καταφύγιο στην παλιότερη πατρίδα τους. Ο ιστορικός Προκόπιος σημειώνει ότι οι Οστρογότθοι συγκρότησαν έναν στρατό Σουηβών με στόχο να επιτεθούν στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο Ιουστινιανός Α´ τερμάτισε την κυριαρχία των Σουηβών στην περιοχή του Σάβου η οποία εισήλθε υπό την εξουσία της Ανατολικής Ρωμαικής αυτοκρατορίας (540).[30] Οι Λομβαρδοί ξεκίνησαν την δεκαετία του 530 την μετακίνηση τους προς τα νότια, την δεκαετία του 540 εισήλθαν στην περιοχή των Σουηβών και η ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία τους παραχώρησε τον έλεγχο της. Οι προγενέστερες Γερμανικές φυλές των Σουηβών ενώθηκαν με τους νέους εποίκους αφού αποδέχτηκαν να ζουν ως Λομβαρδοί σύμφωνα με το Λομβαρδικό δίκαιο.[31] Τα επόμενα χρόνια υπό την μεγάλη πίεση των Αβάρων μετακινήθηκαν προς την Ιταλία και ξεκίνησαν την κατάκτηση της.
Βασιλείς
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Δείτε επίσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑
- Schehl, Franz A. W.· Drinkwater, John Frederick (2012). «Marcoman(n)i». Στο: Hornblower, Simon· Spawforth, Antony· Eidinow, Esther, επιμ. The Oxford Classical Dictionary (4 έκδοση). Oxford University Press. ISBN 9780191735257. Ανακτήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 2020.
Marcoman(n)i... a west German (Suebic) tribe, the name meaning the inhabitants of a border country (‘march’)...
- Darvill, Timothy, επιμ. (2009). «Marcomanni». The Concise Oxford Dictionary of Archaeology (3 έκδοση). Oxford University Press. ISBN 9780191727139. Ανακτήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2020.
Marcomanni. ‘Border Men’, a Germanic people...
- Fischer, Thomas· Nicholson, Oliver (2018). «Marcomanni». Στο: Nicholson, Oliver, επιμ. The Oxford Dictionary of Late Antiquity. Oxford University Press. ISBN 9780191744457. Ανακτήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 2020.
Marcomanni. Germanic tribe belonging originally to the Elbe cultural grouping...
- Schehl, Franz A. W.· Drinkwater, John Frederick (2012). «Marcoman(n)i». Στο: Hornblower, Simon· Spawforth, Antony· Eidinow, Esther, επιμ. The Oxford Classical Dictionary (4 έκδοση). Oxford University Press. ISBN 9780191735257. Ανακτήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 2020.
- ↑ «mark - Origin and meaning of the name mark by Online Etymology Dictionary». etymonline.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 12 Ιουλίου 2017. Ανακτήθηκε στις 7 Μαΐου 2018.
- ↑ «man - Origin and meaning of man by Online Etymology Dictionary». etymonline.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Σεπτεμβρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 7 Μαΐου 2018.
- ↑ Smith, William (1854), Dictionary of Greek and Roman Geography, https://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus:text:1999.04.0064
- ↑ Green, Dennis (2014), «The Boii, Bavaria and Bohemia», The Baiuvarii and Thuringi: An Ethnographic Perspective, σελ. 20, ISBN 9781843839156, https://books.google.com/books?id=pTA3BAAAQBAJ&pg=PA20
- ↑ «Tacitus: Germany: Book 1 [40]».
- ↑ Dobesch 2002
- ↑ Kehne (2001b, p. 310) citing Dio Cassius 72.3
- ↑ Dobesch 2002 παραπέμπει στην Historia Augusta, under Marcus Aurelius 13-14
- ↑ Kehne 2001b, σσ. 310–311
- 1 2 3 Kehne 2001b, σσ. 311–312
- 1 2 3 Kolník 2003, σ. 633
- ↑ Kehne 2001b, σ. 314
- ↑ Kehne 2001b, σ. 313
- ↑ Kolník 2003, σσ. 633–634
- ↑ Kehne 2001a, σ. 298
- ↑ Kolník (2003, σ. 634) παραπομπή σε Δίων Κάσσιος, Ρωμαϊκή Ιστορία, 78
- ↑ Tejral 2001a, σ. 305
- ↑ Kehne (2001a, p. 299) παραπομπή σε Ζώσιμος, 1.29
- 1 2 Kehne 2001a, σ. 299
- ↑ Liccardo 2024, σσ. 296–298
- ↑ Halsall 2007, σσ. 180–185
- ↑ Kulikowski 2007, σσ. 152–153
- ↑ Castritius (2005) παραπέμπει τις Επιστολές του Ιερώνυμου 60.16.2 f
- ↑ Meier 2010
- 1 2 Castritius 2005, σ. 195
- ↑ Kolník 2003, σ. 636
- ↑ The Roman Empire and Its Germanic Peoples, pp. 160–161.
- ↑ Hamann 1973
- ↑ Castritius 2005, σσ. 196–201
- ↑ Castritius 2005, σσ. 201–202
- 1 2 Tac. Ann. 2.62-3
- ↑ Tac. Ann. 2.63; 12.29–30
- ↑ Tac. Ann. 12.29-30
- ↑ Aur. Vict. Caes. 33,6; Epit. 33,1; SHA Gall. 21,3; PIR2 A 1328; PLRE I Attalus
Κλασικές πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Caesar De Bello Gallico, στη Λατινική Βιβλιοθήκη
- Tacitus Germania, στη Λατινική Βιβλιοθήκη
- Tacitus Annales, στη Λατινική Βιβλιοθήκη
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πολυμέσα σχετικά με το θέμα Μαρκομάνοι στο Wikimedia Commons