Μαουρίτσι Μοχνάτσκι
| Μαουρίτσι Μοχνάτσκι | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | Maurycy Mochnacki (Πολωνικά) |
| Γέννηση | 13 Σεπτεμβρίου 1803 Μποιανετσ |
| Θάνατος | 20 Δεκεμβρίου 1834 Οσέρ |
| Αιτία θανάτου | φυματίωση |
| Συνθήκες θανάτου | φυσικά αίτια |
| Τόπος ταφής | Cimetière Dunant |
| Χώρα πολιτογράφησης | Αυστριακή Αυτοκρατορία Ρωσική Αυτοκρατορία Πολωνία |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Πολωνικά |
| Σπουδές | Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | ιστορικός δημοσιογράφος συγγραφέας πολιτικός δημοσιογράφος άποψης κριτικός |
| Οικογένεια | |
| Γονείς | Bazyli Mochnacki |
| Αδέλφια | Kamil Mochnacki Tymoleon Mochnacki |
| Στρατιωτική σταδιοδρομία | |
| Πόλεμοι/μάχες | Νοεμβριανή Εξέγερση |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Βραβεύσεις | Χρυσός Σταυρός του Τάγματος Στρατιωτικής Αξίας της Πολωνίας |
| Υπογραφή | |
Ο Μαουρίτσι Μοχνάτσκι (πολωνικά: Maurycy Mochnacki, 13 Σεπτεμβρίου 1803 - 20 Δεκεμβρίου 1834) ήταν Πολωνός κριτικός λογοτεχνίας, θεάτρου και μουσικής, αρθρογράφος, δημοσιογράφος, μουσικός, ιστορικός και αγωνιστής για την ανεξαρτησία της χώρας του. Υπήρξε ένας από τους κύριους θεωρητικούς του πολωνικού ρομαντισμού. Εντάχθηκε στην Νοεμβριανή Εξέγερση του 1830, συμμετέχοντας σε πολλές μάχες. Για τη δράση του αυτή προήχθη σε αξιωματικό και τιμήθηκε με το μετάλλιο του Τάγματος Στρατιωτικής Αξίας της Πολωνίας, το υψηλότερο πολωνικό στρατιωτικό παράσημο.[1]
Βιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Μαουρίτσι Μοχνάτσκι γεννήθηκε το 1803 στο χωριό Μπόγιανιετς της Γαλικίας, το οποίο μετά τον διαμελισμό της Πολωνίας έγινε μέρος της Αυστριακής Μοναρχίας των Αψβούργων και τώρα βρίσκεται στη δυτική Ουκρανία. Κατάγονταν από πατριωτική και πολιτικά ενεργή οικογένεια. Ο πατέρας του, δικηγόρος, γαιοκτήμονας και συμμετέχων στην Εξέγερση του Κοστσιούσκο, διευκόλυνε την εκπαίδευση των 5 παιδιών του. Ο Μαουρίτσι διδάχθηκε κλασική και σύγχρονη λογοτεχνία, ιστορία και ξένες γλώσσες από το σπίτι. Το 1815, η οικογένεια μετακόμισε στο Λβουφ, όπου παρακολούθησε μαθήματα μουσικής και έπαιζε επίσης πιάνο και βιολί. Το 1819, η οικογένεια μετακόμισε ξανά, αυτή τη φορά στο Τσερσκ, κοντά στη Βαρσοβία. Εκεί, ο Μαουρίτσι φοίτησε στο λύκειο και συνέχισε τις νομικές σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας. Λίγες μέρες πριν δώσει τις πτυχιακές του εξετάσεις χτύπησε έναν αστυνομικό που του ζήτησε να σβήσει την πίπα του καθώς το κάπνισμα σε εξωτερικούς χώρους απαγορευόταν στην πόλη. Με εντολή του Πρίγκιπα Κωνσταντίνου, αποβλήθηκε από το πανεπιστήμιο και του απαγορεύτηκε η απασχόληση σε δημόσια αξιώματα. Επίσης καταδικάστηκε σε 14 ημέρες καταναγκαστικά έργα, εργαζόμενος με τους χειρότερους εγκληματίες στον κήπο του ανακτόρου Μπελβέντερ, σοβαρό πλήγμα για τη φήμη της οικογένειάς του. Στα τέλη του 1823, συνελήφθη από τους Ρώσους και φυλακίστηκε επειδή ανήκε στη μυστική πατριωτική οργάνωση «Ένωση Ελεύθερων Πολωνών Αδελφών». Για να αποκτήσει την ελευθερία του, υπό την πίεση των ρωσικών ανακριτικών αρχών, αναγκάστηκε να γράψει ένα υπόμνημα στο οποίο κατηγόρησε το εκπαιδευτικό σύστημα του Βασιλείου της Πολωνίας για πολιτική κατήχηση των νέων και υπεράσπιση του πατριωτισμού. Λίγο μετά την απελευθέρωσή του, υπό την απειλή νέας σύλληψης, διατάχθηκε να αναλάβει εργασία στο γραφείο λογοκρισίας, αλλά δεν επέδειξε τον αναμενόμενο ζήλο και μετά από έξι μήνες τον απέλυσαν ως ανάξιο της εμπιστοσύνης της κυβέρνησης. Αυτά τα επεισόδια είχαν βαθιά επίδραση στη μελλοντική του ζωή.[2]
Με την καριέρα στη νομική πλέον αδύνατη, ο Μοχνάτσκι επικεντρώθηκε στην τέχνη και την πολιτική δραστηριότητα. Το οικογενειακό του διαμέρισμα στη Βαρσοβία έγινε τόπος συνάντησης Πολωνών πατριωτών, συγγραφέων και μουσικών, όπως ο Φρεντερίκ Σοπέν ή η Μάρια Σιμανόφσκα. Ο Μοχνάτσκι θεωρούνταν εξαιρετικός πιανίστας, αλλά προτιμούσε να γράφει μελέτες για τον Μότσαρτ, τον Μπετόβεν ή τον Βέμπερ από την ερμηνεία. Εκείνη την εποχή άρχισε να γράφει ένα δοκίμιο με τίτλο Για το πνεύμα και τις πηγές της ποίησης στην Πολωνία, στο οποίο υποστήριζε ότι μια εθνική λογοτεχνία μπορούσε να αναπτυχθεί μόνο από ρομαντικές ρίζες. Πίστευε επίσης ότι η πολωνική λογοτεχνία δεν πρέπει να είναι αντίγραφο γαλλικών ή γερμανικών προτύπων. Αντίθετα, οι συγγραφείς θα έπρεπε να βρουν την πολωνική εκδοχή του Ρομαντισμού, με ρίζες στην εθνική παράδοση, ιστορία και τον πολωνικό πολιτισμό. Άσκησε ισχυρή επιρροή στην ανάπτυξη της σύγχρονης λογοτεχνικής κριτικής στην Πολωνία, εισάγοντας φιλοσοφικές έννοιες, για παράδειγμα από το έργο του Χέγκελ. Έγραψε για μυθιστορήματα και ποίηση μεγάλων Πολωνών ρομαντικών συγγραφέων όπως ο Άνταμ Μιτσκιέβιτς και ο Σεβέριν Γκοστσίνσκι. Πίστευε ότι η λογοτεχνία έπαιζε σημαντικό ρόλο στην κοινωνία και ήταν ικανή να αλλάξει τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων, ενώ παράλληλα θα μπορούσε να διαδραματίσει ρόλο στη δημιουργία μιας ελεύθερης χώρας. Δημοσίευε και έβγαζε τα προς το ζην με τα άρθρα του σε διάφορα περιοδικά.[3]

Το 1830 συμμετείχε στις προετοιμασίες για την Νοεμβριανή Εξέγερση κατά της ρωσικής κυριαρχίας στην Πολωνία, κατά τη διάρκεια της οποίας ίδρυσε μια πολιτική λέσχη, την Πατριωτική Εταιρεία, και ήταν δριμύς επικριτής του στρατηγού Γιόζεφ Χλοπίτσκι, συντηρητικού ηγέτη της εξέγερσης, ο οποίος ασκούσε δικτατορική εξουσία. Ταυτόχρονα μελέτησε Γερμανούς συγγραφείς, ιδιαίτερα τα έργα των Φρίντριχ Σλέγκελ και Φρίντριχ Σίλερ. Πίστευε ότι η λογοτεχνία ήταν κάτι περισσότερο από μια απλή καλλιτεχνική ενασχόληση, είχε μια αποστολή και μια πραγματική επιρροή στην πολιτική κατάσταση.[4]
Έλαβε μέρος σε πολυάριθμες μάχες και το 1931 τραυματίστηκε. Για τη δράση του προήχθη σε αξιωματικό και τιμήθηκε με το υψηλότερο στρατιωτικό παράσημο της Πολωνίας - το μετάλλιο του Τάγματος Στρατιωτικής Αξίας της Πολωνίας. Μετά την αποτυχία της εξέγερσης, μετανάστευσε με τον αδελφό του στη Γαλλία, όπου ήταν ένας από τους σημαντικότερους δημοσιογράφους του Απομνημονεύματα της Πολωνικής Μετανάστευσης, περιοδικού που εκδιδόταν στα πολωνικά. Το ιστορικό του έργο Η εξέγερση του Πολωνικού έθνους το 1830 και το 1831 δημοσιεύθηκε επίσης στην εξορία. Προοριζόμενο ως ιστορία της Νοεμβριανής Εξέγερσης, ανέλυε επίσης τα αίτια της ήττας, την οποία απέδωσε στην αδυναμία των ηγετών και στην έλλειψη προετοιμασίας να αναλάβουν την ευθύνη για αυτή την κρίσιμη ιστορική στιγμή. Το έργο είναι ημιτελές, διεκόπη από τον θάνατο του συγγραφέα. Παρ' όλα αυτά, άσκησε ισχυρή επιρροή στις επόμενες γενιές Πολωνών, όπως αποδεικνύεται από τις μεταγενέστερες εκδόσεις του: το 1850 και – σημαντικό – το 1863, τη χρονιά που ξέσπασε η Ιανουαριανή Εξέγερση.[5]
Πέθανε στο Παρίσι από φυματίωση το 1834. Το 2021, τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στην Πολωνία και ενταφιάσθηκαν στο Στρατιωτικό Κοιμητήριο Ποβόνσκι στη Βαρσοβία, μετά από τελετή που πραγματοποιήθηκε στον Καθεδρικό Ναό του Πολωνικού Στρατού, στην οποία παρευρέθηκε ο Πολωνός πρωθυπουργός Ματέους Μοραβιέτσκι.[6]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ . «nplp.pl/artykul/mochnacki-maurycy/».
- ↑ . «blog.polona.pl/2023/09/murycy-mochnacki-romantyczny-bohater-ze-skaza/».
- ↑ . «dzieje.pl/wiadomosci/maurycy-mochnacki-potargany-rewolucjonista».
- ↑ . «lazienki-krolewskie.pl/pl/historia/postacie-historyczne/maurycy-mochnacki».
- ↑ . «culture.pl/pl/tworca/maurycy-mochnacki».
- ↑ . «historiaposzukaj.pl/wiedza,osoby,1995,osoba_maurycy_mochnacki.html».
- Πολωνοί κριτικοί της λογοτεχνίας
- Πολωνοί κριτικοί του θεάτρου
- Πολωνοί συγγραφείς
- Πολωνοί ιστορικοί
- Πολωνοί δημοσιογράφοι
- Πολωνοί δοκιμιογράφοι
- Πολωνοί επαναστάτες
- Πολωνοί συγγραφείς του 19ου αιώνα
- Συμμετέχοντες στη Νοεμβριανή Εξέγερση
- Μεγάλη Μετανάστευση
- Αποδέκτες του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος Στρατιωτικής Αξίας της Πολωνίας